Η ζωφόρος

15036583_10155390491294688_2115852086271670426_n

«Θέλησα να σοῦ γράψω για τις παλιές μας τις χαρές
ὅμως ἔχω ξεχάσει να γράφω για πράγματα
χαρούμενα.

Να με θυμᾶσαι»

Μίλτος Σαχτούρης, Ορυχείο, 1948.

Κάθε πρωί θα με δεις να κόβω το γόρδιο δεσμό της ενήλικης ζωής. Μέσα σ’ ένα παλιό Νταϊχάτσου, σωστό σαράβαλο, που μέσα του όλα κουδουνίζουν. Σμπαράλια τα εξαρτήματα, σμπαράλια τα ξυπνήματα κι όλα τα πρωινά μου. Ακόμα κι έτσι, ακόμα και μ’ αυτό το θλιβερό μου όχημα παραμένω προνομιούχος. Οι Άλλοι στριμώχνονται στο λεωφορείο, γραμμή Πέραμα – Πειραιάς, το Οχτώ Σαράντα Τρία. Άγνωστοι μαζεμένοι βουβοί, όρθιοι με τα πέλματα καρφωμένα, εντοιχισμένα στο σασί, μυρίζουν ανθρώπινη κούραση. Ταλαιπωρία.

Παρκάρω σε έναν «κατουρώνα» βρωμερό, εκεί που άλλοτε στέκανε και τέλειωναν τα Μακρά Τείχη, η είσοδος της Πειραϊκής Χερσονήσου. Τώρα ταρίφες κάνουν την ανάγκη τους, μαντράδες και χαμάληδες παζαρεύουνε την τιμή του σκραπ κι εγώ προσφέρω το κολατσιό μου στους αστέγους.

Η ζωή μου πια μετριέται σε τζούρες ελευθερίας. Μονάδα μέτρησης η καύτρα που παίρνει ο βοριάς καθώς τρέχουμε, Λεωφόρο Ποσειδώνος, Λεωφόρο του Συγγρού, για άλλη μια παράδοση επίπλων. Χέρια κρεμάμενα νωχελικά στο ανοιχτό παράθυρο του ημιφορτηγού, στην άκρη των δαχτύλων μου αμέτρητα τσιγάρα. Τιμολόγια, εργαλεία, υλικά συσκευασίας και στο ράδιο τραγούδια τσιγγάνικα και λαϊκά.

-Γεια σου μαστρο-Γιάννη γύφτο και φαφούτη φορτοεκφορτωτή. Πάτα το γκάζι προς τη λευτεριά!

Σήμερα ντύθηκα χοντρά. Φόρεσα πάνω μου όλα τα δώρα των πρώην γυναικών μου. Ένα περιφερόμενο κολάζ των γούστων τους. Σακάκια και πουκάμισα, πουλόβερ και κασκόλ, όλα αστεία κι αταίριαστα επάνω μου ριγμένα. Βγήκα στον παγωμένο ήλιο του πρώτου, του αληθινού κι ανελέητου χειμώνα.

Από τότε που έφυγες πάλεψα να σε γδυθώ κι όμως σε έκλεισα μέσα μου σαν κουκούλι. Σε μεταμόσχευσα ως όργανο ζωτικό. Λίγο πιο κει να κινηθείς ακόμα και πέθανα. Γυναίκα της ύστερης νιότης μου σε κοιλοπονώ, γίνηκα ο πρώτος άνδρας- μητέρα. Σε επωάζω. Είμαι ο τελευταίος Αυτοκρατορικός πιγκουίνος στην κρύα απεραντοσύνη του πρώτου μας σπιτιού.

Πίσω στο μαγαζί στέκομαι και κοιτώ ξανά μέσα απ’ την πελώρια βιτρίνα. Όλα περνούν πλαγιαστά και δυσδιάστατα, όπως τραβά η κάμερα στο βίντεο κλιπ του “Ava Adore”. Όπως περνούν με χάρη, μέσα στην ακίνητη κίνησή τους, στη ζωηρή ακαμψία που τους χάρισε το χέρι του μαστόρου, τα γλυπτά μίας ζωφόρου. Περνούν διαβάτες, περνούν τα τροχοφόρα κι οι μέρες μου που χάνονται σε ωράρια εορταστικά. Τότε περνάς κι εσύ να πας για τη δουλειά σου. Το Piaggio Liberty των εκατόν εικοσιπέντε κυβικών «αστράφτει στον ήλιο».

Κι είναι τότε εκείνη η στιγμή που σπάω τη τζαμαρία, τη διαπερνώ και με γεμίζει τραύματα, όπως με διαπερνούν και με τρυπούν οι ξιφολόγχες των ημερών και των νυκτών που χάσαμε ως τα τώρα.  Ξαπλώνουμε στο οδόστρωμα και σου βγάζω τα ρούχα. Τα χνώτα μου ζεσταίνουν το Δεκέμβρη του πάλλευκου κορμιού σου. Πάνω στη ματωμένη γύμνια μας περνά κι ακούγεται το ποδοβολητό εκατοντάδων χιλιάδων απεργών. Τόσων πολλών που το κίνημα ποτέ δεν γνώρισε. Γυρίζουμε στο σπίτι μας και κάνουμε το πιο απλό, το πιο ταπεινό και για αυτό το πιο συναρπαστικό πράγμα στον κόσμο όλο. Κάτι που ποτέ δεν κάνουνε οι εραστές στο σινεμά και στη λογοτεχνία. Τηγανίζεις πατάτες με αυγά μάτια, φέτα τυρί να φάμε.

 

 

Φωτογραφία : Νατάσα Παναγιωτοπούλου

Advertisements

1 σχόλιο

Filed under Uncategorized

Σπαστό ωράριο

14184349_1099091720179635_6934389184113695694_n

«Ξερνάνε θάνατο τα ωραία φουγάρα /

κι εγώ θρηνώ από τώρα τη γενιά μου»

Άλκης Αλκαίος

Δεν οδηγώ, δεν ξέρω να μαστορεύω και να χειρίζομαι μηχανήματα. Τα χέρια μου δεν πιάνουν. Καμαρώνω όμως συχνά για ένα ζευγάρι πόδια. Τα πόδια μου. Αν και κουμπώνουν κάπως αστεία, αταίριαστα καθώς είναι, πάνω στο υπόλοιπο κορμί, δεν παύουν να αποτελούν δυο δυνατές και στέρεες βάσεις που σηκώνουν το βάρος ενός σώματος ασθενικού και κουρασμένου. Τα πόδια τούτα με πάνε όπου ποθώ. Με θυμάμαι να περπατώ. Δουλειά μου είναι να περπατώ, κυρίως να καταγράφω. Είμαι το μαύρο κουτί, ο καταγραφέας πτήσεως στην επικείμενη συντριβή της κοινωνίας. Σαν έλθει η αναπόδραστος τραγωδία αναζητήστε με. Ψάξτε με μες στα καιόμενα χαλάσματα, πατήστε play, πατήστε και δείτε τι σας φέρνω.

Η γλώσσα, λένε, κόκαλα δεν έχει, κι όμως η γλώσσα που γράφω φέρει κατάγματα συντριπτικά. Μοναξιά, ταπεινώσεις, εξευτελισμοί και κάματος. Σαν το Θερσίτη δέχομαι όλες τις κατραπακιές. Πλατεία Ιπποδάμειας, Χρηματιστήριο του Γιουσουρούμ. Κένταυροι ολούθε, μισοί άνθρωποι – μισοί καρότσια και τρίκυκλα. Ακέφαλες κούκλες, ξεχαρβαλωμένα πικάπ, τρύπια μποτάκια σαν τα χρόνια μου που τρύπησαν κι αυτά. Γέμισαν με οπές και οι προσπάθειές μου. Μια απόχη η κάθε τόλμη και πως να πιάσει το αεράκι; Μπούχτισαν οι λεωφόροι μας στα καφεδάδικα take away. Φτηνά ξενοδοχεία πιο πάνω από την Κόνωνος. Εραστές και οδοιπόροι με σταματούν για πληροφορίες. Είμαι ο ληξίαρχος του άστεως, κατέχω τα κλειδιά. Ξέρω την πόλη σαν τη ροζιασμένη παλάμη μου. Σε άσκοπους περιπάτους στήνω τις φάκες μου σε στιγμές που σέρνουν τις κοιλιές τους στην απροσπέλαστη πλάτη του οικισμού μας. Μακάριος γίνομαι ευθύς σαν βρω το κάθε τι μικρό κι ανόητο. Το ασήμαντο ή το κακό που δεν παρατηράς.

Αρχαία καφενεία κι άγια πουτανάδικα. Μπύρα με ομελέτα και κιοφτέδες, μπαρ της Τρούμπας και της Αγιάς Σοφιάς. Άντρακλες της δουλειάς, άνδρες που λένε τα αγγλικά «εγγλέζικα». Άνδρες ψεύτες κι άλλοτε πάλι άνδρες ανθρωπάκια. Πάντως άνδρες όλοι τους τσακισμένοι απ’ τους αέρηδες και τις συμφορές. Σινέ Μελίνα, Δραπετσώνα. Σουβλάκια λαδολέμονο, χαλίκι και βασιλικός. Ένας μαγκούφης νοικοκύρης έχει τη βεράντα του σπιτιού του πλάι στο πανί. Μετά τη βραδινή, σαν πέσουν οι τίτλοι τέλους, βουτάει απ’ το μπαλκόνι του και μπαίνει στην οθόνη. Πρωταγωνιστής την ώρα που κοιμάστε.

Φίλοι στο μπαρ «Βαλχάλα». Καπνίζουμε πακέτο GR κόκκινο, αγορασμένο ρεφενέ. Το έμβασμα ακόμα να μπει. Προσωρινό σπίτι πίσω από το Σισμανόγλειο. Πρόχειρο κρεβάτι, ντάνες στο πάτωμα οι κουβέρτες. Το κρύο μπαίνει στο κόκκαλο σαν την ξυλόβιδα στο ξύλο. Και δώστου πάλι κάπνισμα. Και δώστου εσύ Φοίβο Δεληβοριά! Παίξε για εμάς, παίξε για τους ξεριζωμένους. Όχι απ’ τον γενέθλιο τόπο αλλά απ’ τον τόπο του συναισθήματος. Συ είσαι ο Καζαντζίδης των χωρισμένων.

Περνώ απ’ τους δρόμους που ζήσαμε. Τι θα απογίνουν τα σπίτια που κατοικήθηκαν με καύλα; Μεσίτη για προφήτη να ρωτήσω; Μακεδονίας 50, Σπετσών 6, Θερμοπυλών 15. Τόποι ιστορικοί, μάχες σώμα με σώμα μωρό μου, το σώμα σου πάνω στο δικό μου, μάχη και παλινωδία. Θυμάσαι που πηδηχτήκαμε μετά την κηδεία; Βλάσφημη λαγνεία! Τρέξαμε να φύγουμε μακριά από θείες με μαυρόρουχα και ναφθαλίνη, αφήσαμε στη μέση την ψαρόσουπα. Αφήσαμε ατελείς συζητήσεις κι αναπολήσεις για τις παλιές καλές ημέρες γύρω απ’ το τραπέζι των τεθλιμμένων. Ούρλιαζες «χύνω», ούρλιαζα «θανάτω θάνατον πατήσας».

Αιχμαλωτίζω τη ζήλεια μου σαν το μυρμήγκι στη γωνία. Την καπακώνω με τη χούφτα μου. Σαν με γαργαλήσει λίγο, την αφήνω να δω τι θα κάνει έτσι που την ξεβράκωσα. Κι αυτή όλο πάει. Πάει στους στοργικούς συζύγους, στις καλές περιπτώσεις, τα βαρβάτα πορτοφόλια. Ζευγάρια διαλέγουν μαζί πορσελάνες και ανοξείδωτα μαχαιροπήρουνα. Δείχνουν ευτυχισμένοι, σαν τον ανόητο που βγαίνει το πρωί δίχως ομπρέλα, ενώ όλα τα δελτία πρόγνωσης μιλούν για καταιγίδα.

Μένω βρεγμένος τώρα που το διάλειμμα μου τελειώνει. Σπαστό ωράριο. Ό,τι απομένει απ’ τη ζωή είναι το χαμαλίκι.

Μονάχα που και που στη μέση,

αιφνίδια με προσμένει,

μια περπατησιά δίχως πικρία,

σαν θαύμα

ή έστω σαν αλλόκοτα χαρμόσυνη ναυτία.

1 σχόλιο

Filed under Uncategorized

Το σορτς

maxresdefault

«Το άλλο καλοκαίρι θα ευθυμήσουμε.
Είμαστε οι άνθρωποι που έμειναν
Είναι κι αυτό κάτι.»

Γιώργος Β. Μακρής

Έχεις φιλήσει ποτέ σου τα τσακισμένα πόδια μιας πωλήτριας; Κάτω από το δέρμα της ταξιδεύει με οτοστόπ η κούραση δώδεκα ωρών κι είκοσι χρόνων. Γόνατα, μηροί και πέλματα. Γάμπες… μια στάση εδώ! Φύσηξες μήπως τη δροσερή πνοή σου πάνω απ’ τον σκυμμένο σβέρκο μιας «νυχούς»; Πλέξε τα μαλλιά της να φανούν οι σπόνδυλοι, χτένισέ τη στο ρεπό, κάποια Τετάρτη βράδυ του Ιούλη. Μόνο να κάτσετε έξω με μπύρες και καρπούζι και τασάκια … έξω να σκάει ο τζίτζικας και μέσα να παίζει η τηλεόραση ανοιχτή κι αδιάφορη, ίσα που να νομίσει το κορίτσι πως έχετε κόσμο, φίλους καλεσμένους, ίσως κάποιο πάρτι κι ακόμη ίσως μια κανονική ζωή.

Ρούχα της δουλειάς. Άσπρο πουκάμισο, μαύρο παντελόνι. Ντυμένος σαν προσυλητιστής.

Έχεις ένα λεπτό να σου μιλήσω για τον Κύριο και Σωτήρα μας, τον Καπιταλισμό;

Πως βρέθηκα εδώ, ούτε που το σχεδίασα. Έκπτωτος από το θρόνο της νεανικής φιλοδοξίας στην περίοδο των εκπτώσεων. Όρθιος δίπλα στο κατακόκκινο πανώ που αναγράφει τα ποσοστά … είκοσι τοις εκατό, πενήντα τοις εκατό, περάστε κόσμε! Περάστε να ασημώσετε την καταδίκη μας. Στέκομαι ακίνητος σιμά στο τζάμι, όμοιος κι αμίλητος με τις θλιμμένες κι ερμαφρόδιτες κούκλες της βιτρίνας. Οι κούκλες δεν έχουν φύλο. Πως θα μπορούσαν άλλωστε; Δεν αυξάνονται, δεν πληθύνονται. Κάνουν τη δουλειά για την οποία είναι προορισμένες και μόλις παλιώσουν, μόλις κιτρινίσουν ή χαλάσουν, σαν φύγει κάποιο χέρι και ξεχαρβαλωθεί θα πεταχτούν. Ύστερα κάποιος πλανόδιος φτωχοδιάβολος  θα τις φορτώσει πάνω σ’ ένα τρίκυκλο που ξερνά ξοπίσω του μικρά σύννεφα καμένης βενζίνης. Θα ανηφορίσει την Πειραιώς. Προορισμός Μοναστηράκι. Η πολυεστερική σορός μιας κούκλας πάνω σε σωρό από χαρτόκουτα. Το παρακατιανό τρίκυκλο, ο κιλλίβαντας που της πρέπει. Αντίο με όλες τις τιποτένιες δόξες και τις ελεεινές τιμές…

Μια μέρα κι άλλη μια, άντε να βγει η βδομάδα. Μέσα στο κρανίο μου υπάρχουν παραλίες, παφλάζουν κύματα, ηχούν οι χαρμόσυνοι φλοίσβοι του θέρους.

– ο Εμπειρίκος αν ζούσε και μάθαινε  ποτέ την ύπαρξή μου, εδώ θα μου ‘σφιγγε το χέρι ή θα με ‘φτυνε στα μούτρα

Αγχωμένες γουλιές, αγχωμένες τζούρες. Όποιος αργεί στη δουλειά απολύεται. Μολοταύτα κάθε πρωί τη στήνω στην αρχή της Τσαμαδού. Τα πόδια μου μ’ έχουν εγκαταλείψει. Οδόστρωμα με κλίση. Προσμένω να περάσει κάποιο όμορφο κορίτσι να ανέβουμε αντάμα. Τ’ άρωμά της θα με τραβήξει σαν βίντσι, η πλάτη της σωστό τελεφερίκ!

Αποθήκη. Μουσική δωματίου, κονσέρτο για αποχέτευση και καζανάκι. Πάνω μου σε δαιδαλώδεις σχηματισμούς περνούν τα σκατά της πολυκατοικίας. Εδώ καταλήγει η ανάγκη των νοικοκυραίων, μαγείρεψαν κι έφαγαν συνταγές που βρήκαν στο διαδίκτυο. Τούτη τη στιγμή τα τακούνια μιας Μπέλα Χαντίντ χτυπούν στις πλάκες του πεζοδρομίου. Θα τρέξω στις σκάλες να τη δω να περνάει. Θα τρέξω μα δε βαστώ. «Μη χασομεράς, πιο γρήγορα!». Οι ωραιότερες γυναίκες ψωνίζουν δώρα για τους άνδρες τους. Μυρίζουν τη μπόχα της ευτυχίας. Τις εξυπηρετούν άλλες γυναίκες που δεν μπορούν να αγοράσουν τίποτα. Παραδοξότητα. Κιρσοί και φλεβίτιδα, το τατουάζ της εργατικής τάξης. Χιλιάδες βελόνες η ορθοστασία. Χρώμα μπλε βαθύ, μα όχι σαν της θάλασσας, χρώμα βάναυσο. Το Τζάνειο εφημερεύει, ουρλιάζουν οι σειρήνες στο μποτιλιάρισμα, λιώνουν τα ελαστικά στην πίσσα. Κάποιοι από εμάς πεθαίνουν. Πεθαίνουν στην άσφαλτο, στα επείγοντα, στο ράντζο. Αυτό είναι όλο. Αυτό είναι μόνο.

Σε μισή ώρα σχολάω. Θα πετάξω από πάνω μου τα μονότονα ρούχα. Θα μείνω με το λερό εσώρουχο. Θα καταπιώ ζεσταμένο φαί. Αυτός είναι ο βίος μου. Τώρα πεθυμώ φρεσκάδα, λιγώνομαι για δροσιά φασκιωμένη μέσα σε τζιν σορτσάκια. Σαν τελειώσει η μέρα, ολόκληρος ο κάματός μου με οδηγεί σε μιαν αφελή ονειροπόληση της νυκτός … ένα κορίτσι κι ένα τόσο δα σορτς!

Σχολιάστε

Filed under Uncategorized

Η γυναίκα που πούλαγε τσιγάρα

12935341_991781944243947_1340628123_n

Τίποτε το τρομερό δεν πλανιέται πάνω απ’ τη χαώδη πόλη μας. Τίποτε το ικανό να συγκλονίσει. Πότε μια σκόνη πνιγερή και ράθυμη πλακώνει τα απλωμένα ρούχα μας, τις οροφές των αμαξιών και πότε μια μέθη από άνθος νεραντζιάς, το άρωμα του έαρος. Εδώ δα που βρέθηκα μπορώ να βλέπω όλη τη γειτονιά, έχω το προνόμιο του επόπτη.

Δεν έχω παράπονο για το πώς ξέπεσα εδώ. Ποια κακοτυχιά να βρίσω για το θλιβερό μου πόστο. Υπήρξα πράγματι και χειρότερα. Η συμφωνία ήταν μιλημένη εξαρχής. Ένα χρόνο βάρδια 00.00-08.00, νυχτερινό. Και μετά ευνοϊκότερη μετάθεση. «Μετάθεση» … χα! Αυτή είναι μια λέξη για δουλειές της προκοπής. Έτσι τα κανονίζει ο Συλφίδας με όλους. Το «Συλφίδας» του το κολλήσαμε εμείς οι υπάλληλοι αναμεταξύ μας και να που τελικά τόνε ‘μαθαν όλοι έτσι! Ψηλός, ξερακιανός με ύφος βλάχικο, στυλ λαϊκό. Σκληρός καριόλης με λεφτά και πονηρός! Ο Συλφίδας είναι ο βαρόνος των εικοσιτετράωρων περιπτέρων. Δεν ξέρει τι έχει που λέμε! Απλώνει τις μπίζνες του σε όλο τον Πειραιά και στα προάστια, πάνω στο ασφάλτινο ταμπλό μιας πραγματικής Monopoli. Έχουν ψωνίσει όλοι. Τα ‘χουν δει  στα σίγουρα. Είναι από κείνα τα περίπτερα που ολοένα κι επεκτείνονται και που πουλάν της Παναγιάς τα μάτια.

Με έχουν δει κι εμένα όλοι. Ίσως στα πεταχτά. Με έχουν κοιτάξει με απαξίωση καθώς βιάζονται με αναμμένα αλάρμ να τους δώσω τσιγάρα, τσίχλες και καπότες. Ένα δικό τους χάδι μόνο, αμήχανο και τυχαίο, έτσι που ακουμπάνε για λίγο οι παλάμες και τα δάχτυλα μας στιγμιαία, καθώς τους δίνω ρέστα, πελάτες χωρίς όνομα, πρόσωπα δίχως λοιπά στοιχεία. Θέλω να ‘ρχονται στο οχτάωρο και να μου λεν καμιά κουβέντα φλύαρη κι ασήμαντη. Να … κάποιο κουτσομπολιό ας πούμε. Ή πάλι μπορούν να μου κάνουν μια πρόβλεψη για το ματς της Κυριακής. Τ’ ακούτε; Το έχω ανάγκη! Το έχω ανάγκη μέσα στο κελί που μπήκα του ενός τετραγωνικού, μ’ αυτούς τους τοίχους τους ψηλούς, που ‘χω για κάγκελα τα κρουασάν και μέγγενη τις σοκολάτες.

Ο Συλφίδας τελευταία μου ζήτησε να βάζω μουσική στη βάρδιά μου. «Κάνει καλό στη διάθεση των πελατών» είπε, «τους διασκεδάζει!». «Μάρκετινγκ της πούτσας!» μούγκρισα μέσα μου και δέχτηκα απαθής κι αδιαμαρτύρητα τις εντολές του. Έτσι κι εγώ βάλθηκα να παίζω τα δικά μου. Παλιόφιλε Συλ Τζόνσον, παραπονεμένα λόγια έχουν τα τραγούδια σου … Χόλυ Σπρινγκς Μισσισσιππή, Σικάγο Ιλινόις, Νέα Ιωνία Αττικής, Αμφιάλη Πειραιά, τόποι ταπεινοί στην πλάτη του ήλιου, στο ίδιο το καζάνι βράζουμε, εμείς, οι δουλειές που κάνουμε κι οι νότες που αγαπάμε.

Η καλύτερή μου είναι όταν έρχεσαι εσύ. Με κάνεις και ξεχνώ το χαμαλίκι. Δυο άνθρωποι όρθιοι, ο ένας σιμά στον άλλον, οι φτέρνες μας πονούν, στέκονται και πατούν πάνω στην ίδια ανάγκη. Δίπλα σου καμώνομαι τον άνετο. Μα είναι σαν πρώτο ραντεβού, με ιδρώτα και ταχυπαλμίες και στιγμές σιωπής. Προμοτάρεις τα τσιγάρα σου, προτείνεις φίλτρα και χαρτάκια. Γελάμε μαζί με τις δικαιολογίες που βρίσκουν οι άνθρωποι όταν δεν θέλουν αυτό που τους πλασάρεις. Και είναι τότε που εγώ σου κλείνω το μάτι, χαρίζοντάς σου γλυκά και καραμέλες. Τα βάζω συνωμοτικά στην τσέπη σου, έτσι που να ‘χω κάποια ελάχιστη επαφή με τους γοφούς σου.

Έλα να αρπάξουμε την είσπραξη στο σχόλασμα και να το βάλουμε στα πόδια. Κι άσε τον Συλφίδα να τρελαθεί, να ξαμολήσει λυτούς και δεμένους σε τούτο το γελοίο ανθρωποκυνηγητό. Ερασιτέχνες κακοποιοί και εραστές να ζήσουμε κρυφά σε σπίτια φίλων. Θα πλαγιάσουμε γυμνοί πάνω στα κρεβάτια των συνεργών μας. Κι όταν θα μετράμε τη λεία μας κουρασμένοι απ’ τις διώξεις και μεθυσμένοι απ’ την οσμή του εγκλήματος, θα προσπαθήσω να σε ερμηνεύσω σαν πρωτόγονος. Θα σου προσδώσω τις ιδιότητες της πονηριάς και της καύλας. Θα σε κάνω θεά μου στήνοντας βωμούς για τη λατρεία σου σε ολάκερη την επικράτεια, να ‘ρχονται οι θνητοί και να αυνανίζονται μπροστά στα ειδώλιά σου.

Σχολιάστε

Filed under Uncategorized

Επιστολή στον κύριο Ευθύμη Φιλίππου

11030541_10207722527243175_3049930747432843599_n

“There is nothing to fear but fear itself.
I know less and less about who I am, or who anybody else is.”
Dennis Hopper as Tom Ripley, The American Friend

 

Λέω να γράψω ένα βιβλίο για κάποιον που δεν είχε τίποτε να κάνει κι έτσι πήγαινε κάθε μέρα της υπόλοιπης ζωής του στον Σκλαβενίτη στο Ικόνιο. Ο Χέοπας κι ο Σολομών θα ήταν περήφανοι για αυτό το κτίσμα. Δεν ήθελε τίποτα να ψωνίσει. Δεν είχε λεφτά ή σάμπως δεν του χρειαζόταν τίποτα; Θα δω, θα δείξει η πορεία της γραφής, κάπου στα αρχικά κεφάλαια θα το ‘χω βρει, θα ‘χω καταλήξει … Υπομονή! Μόνο να, ήδη τον σκέφτομαι με έναν καφέ να κάθεται στον εξώστη της καφετέριας του τελευταίου ορόφου, κρυφακούγοντας με ενδιαφέρον τις αδιάφορες συζητήσεις των καταναλωτών, ποτισμένος στο αποπνικτικό άρωμα της τσιγαρίλας και στη – φονικότερη όλων για κείνον που λιμοκτονεί – μυρωδιά μιας φρέσκιας φουρνιστής τυρόπιτας. Στα πόδια του σακούλες πλαστικές με την επωνυμία, φορεμένες με επιμέλεια και φροντίδα γύρω απ’ το παπούτσι, έτσι καθώς συνηθίζουν και φορούν οι οδηγοί δικύκλων κι όλοι όσοι τσαλαβουτάνε σε αχαρτογράφητα νερά.

Αυτός ο κάποιος, δεν σου κρύβω, είμαι εγώ.

Έξω από δω καφέδες υποχρεωτικοί και συναντήσεις, λόγια που πρέπει να ειπωθούν, προσποιήσεις, καθηλώσεις. Άνθρωποι κάθονται σε τραπέζια, άνθρωποι που μιλούν χωρίς να αγγίζονται, δίχως να κουνούν τα χέρια να εκφραστούν. Θαρρείς πως κάποιο τζάμι αόρατο χωρίζει τα πρόσωπά τους, σαν το επισκεπτήριο στις φυλακές. Η βόλτα μέχρι το σούπερ μάρκετ είναι ο προαυλισμός μου. Βαδίζω μαζί με άλλους σε κύκλο τέλειο, ο ένας πίσω από την πλάτη του αλλουνού, πένητες κι οκνηροί όλοι μαζί, με βήμα βραδύ, γύρω από μια πολύχρωμη κι αλήθεια αχρείαστη, συσκευασία.

Τις υπόλοιπες ώρες παλεύω με τη διορία. Έχω στη διάθεσή μου 45 μέρες για να βρω δουλειά. Αχάραγα, με βγάζουν στο περιαστικό δάσος να κυνηγιέμαι μ’ άλλους. Άνεργοι τυφεκιοφόροι, φοράμε φούμο, κραδαίνουμε βιογραφικά. Πολεμικές ιαχές γλυκαίνουν την πρωινή παγωνιά, το πρόσωπό μου τώρα ζωντανεύει. Ο καθελκτήρας μυς του κάτω χείλους μου σχηματίζει το φρικαλέο emoticon ενός αλλόκοτου τρόμου. Από μακριά ακούγεται να παιανίζει ο «Επί πτωμάτων» ύμνος.

Το σκάω και γίνομαι φυγάς. Ευθύμη Φιλίππου γίνε συνεργός μου! Όλη η χώρα με αναζητά, δείχνουν τη μούρη μου στις τηλεοράσεις. Τους ξεγελώ, γλιστράω στα μπλόκα, στους ελέγχους. Κοιμάμαι σε στάνες και μαντριά. Δώσε μου σήμερον καταφύγιο και άσυλο ιερό. Ευθύμη Φιλίππου γράψε κάτι και για εμάς που δεν αναζητούμε ταίρι, μονάχα κάποιον τρόπο ταπεινό να ζούμε σαν τους άλλους.

1 σχόλιο

Filed under Uncategorized

Φράνκι και Τζόνι εκ Πειραιώς

12032155_895055867249889_3691024034926837316_n

Τις ώρες και τις μέρες που δεν κάνω απολύτως τίποτα κι είναι γεγονός για μένα θλιβερό πως αυτές οι ώρες και οι μέρες είναι ανυπόφορα πολλές,  κάθομαι και υπολογίζω με απαράμιλλη υπομονή κι απόλυτη ακρίβεια την ποσότητα του αλκοόλ που χάνω ετησίως, καθώς αυτό μπλέκεται και κρέμεται για λίγο με τη μορφή μικρών σταγόνων πάνω στα παχιά μουστάκια μου, πριν κάνει την απονενοημένη, ελεύθερη πτώση του πάνω σε πουκάμισα και πάγκους μαγαζιών. Θα ‘πρεπε ίσως να ξουριστώ για να γλιτώσω μαρτύριο σαν κι αυτό, μα τότε θα έχασκε το άδειο μου στόμα, το μέσα μου κενό, φόρα παρτίδα στον κάθε συνομιλητή. Δίχως δόντια και γλώσσα, φωνήεντα και σύμφωνα, λέξεις βαριές με νόημα απ’ αυτές που ξεστομίζουν οι γνωρίζοντες. Πάει καιρός που δεν έχω τίποτε να πω.

Φορώ κατάσαρκα, ξανά και ξανά το ίδιο φτηνό και ξεσκισμένο παντελόνι. Σωστό ρετάλι, θαρρείς και ράψανε απάνω στο δέρμα των μηρών μου ό,τι περίσσεψε απούλητο στις βιτρίνες των ακριβών πεζοδρόμων, στα καταναλωτήρια της μόδας. Το παντελόνι τούτο μου προσφέρει τη χαρά της ελευθερίας. Έχω απολέσει τον φόβο της απώλειας. Με τρύπιες τσέπες και δίχως τιμαλφή, κρατώ πάντα στη χούφτα μου μονάχα τα αναγκαία. Λίγα ψηλά κουδουνίζουν στην παλάμη μου καθώς διασχίζω την ίδια μονότονη διαδρομή. Σπίτι, περίπτερο. Περίπτερο, σπίτι. Τσιγάρα! Κι ίσως και κάτι παραπάνω στις γιορτές και στις σχόλες.

Πίσω στο σπίτι μετρώ τις εξελίξεις. Ανοιχτές συσκευές, καλώδια ομφάλιοι λώροι, με συνδέουν, με φέρνουν σε επαφή με τους ανθρώπους, όπως τα ιατρικά μηχανήματα κρατούν στη ζωή τον ετοιμοθάνατο.  Οι παραλίες του Ομήρου αδειάζουν. Φορτηγά γεμίζουν άμμο θαλάσσης οικοδομική και ξεκινούν τα δρομολόγια. Κάτω από τα rooms to let υπάρχουν σωσίβια πλαστικά. Σφαγμένοι κόκορες και πνιγμένα παιδιά στα θεμέλια των νεοανεγειρόμενων all inclusive. Μια μοντέρνα Μανταλένα με μπραζίλιαν μπικίνι βγάζει τη γλώσσα της στους δεσπότες, πέφτει και βουτά για το σταυρό. Στην προσπάθειά της για να αναδυθεί, τα χρυσά μαλλιά της μπλέκονται σε μια προπέλα ναυαγίου. Η τύχη δεν γουστάρει τους αιρετικούς.

Απόψε παρατάω το γράψιμο. Πορνογράφος του αίσχιστου είδους, βεβηλώνω το σκήνωμα της λόγιας λογοτεχνίας. Σκύβω πλάι στο άχρηστο αφτί της και της ψιθυρίζω βρομόλογα. Απόψε παρατάω το γράψιμο. Η Ευρώπη καυλώνει για ιστορίες με αίμα. Χώνει στο βρακάκι της τρία δάχτυλα μεμιάς. Βαλκανική χερσόνησος. Ιταλική χερσόνησος. Ιβηρική χερσόνησος. Κάθε δάχτυλο κοσμεί ένας φράχτης με μπριγιάν από συρματόπλεγμα.

Θανατικό/αλκυονίδες μέρες

Αλκυονίδες μέρες/θανατικό

Τέτοιο πράμα, τέτοια εποχή δεν το ξανάδα. Γι’ αυτό το βράδυ στη δουλειά θα ‘ρθω και θα στο πω. Εμείς οι δυο, Φράνκι και Τζόνι εκ Πειραιώς, δουλεύουμε οχτάωρο στα σουβλατζίδικα που ξεφυτρώνουν. Εσύ έχεις τα νύχια σου κόκκινο σελάκ και μασάς τσίχλα. Σηκώνεις τα τηλέφωνα για τις παραγγελίες. Εμένα ο ιδρώτας μου στάζει πάνω στη λαδόκολλα, το αφεντικό φωνάζει. Βιάσου! Έλα να κάνουμε αθάνατα παιδιά, τώρα που τα πάντα γύρω μας πεθαίνουν.

 

1 σχόλιο

Filed under Uncategorized

Οι Μετεξεταστέοι

10982133_521075278046576_3679112323900155862_n

Ζω κι αναπνέω με τη λευτεριά του κατσίβελου. Οδηγώ με παράθυρα ανοιχτά, ένας λίβας καίει τα σπαρτά της κεφαλής μου, του μετώπου τις γραμμές, τα σωθικά. Διασχίζω τη δύστυχη χώρα. Στο πίσω κάθισμα, η δική μου Ντόροθι, οκλαδόν και ξυπόλητη, με τα κόκκινα γοβάκια πεταμένα. Η μυθολογία ξόφλησε, ο Σκίρων ο ληστής είναι τώρα μεγαλεργολάβος. Με αναγκάζει να του πλύνω τα πόδια στα διόδια. Με μπάρες κατεβασμένες ψάχνω μάταια στις τσέπες για ψιλά. Ψάχνω να βρω μυαλό, καρδιά, κουράγιο. Περνάμε την Ελευσίνα νύχτα. Χιλιάδες φωτάκια που αστράφτουν και λαμπυρίζουν, σουβλίζουν και κεντάνε το σκοτάδι της εθνικής οδού. Τα διυλιστήρια κατά τη διάρκεια της νυχτός είναι η Σμαραγδένια Πόλη. Αλλόκοτη ομορφιά μέσα στη δυσωδία, φουτουρισμός πλάι στις αρχαιότητες.

Μετά το Σχιστό αντικρύζω τις πρώτες φαλακρές ταράτσες. Το δικό μας Κάνσας Σίτι είναι το Κερατσίνι, ο κόκκυγας του λεκανοπεδίου. Οι αρχαιότεροι των φτωχών ζούμε στριμωγμένοι μέσα σε αυτή τη γιγαντιαία κωλοτρυπίδα. Πατείς με πατώ σε. Κι όλο σκαρφαλώνουμε για μιαν ανάσα, βάζοντας δύναμη με τα πόδια, ο ένας πάνω στους ώμους του αλλουνού. Η λεωφόρος Πέτρου Ράλλη, ασφάλτινο παχύ έντερο, συνδέει το τίποτα με τα πάντα, εμάς με τον υπόλοιπο κόσμο. Αρχές Αυγούστου, γέροι με μηχανήματα οξυγόνου στα ρουθούνια, φρεάτια, κατσαρίδες, εμείς.

Ανεβαίνουμε γοργά στο διαμέρισμα. Η Ντόροθι βγάζει τη βεντάλια της. Κάθε της κίνηση, κάθε μια χεριά της, δροσίζει τα μέσα μου. Δεν κρατιόμαστε, κάνουμε έρωτα άπλυτοι, με αυτή την αδιευκρίνιστη βρωμιά που νιώθεις πως κουβαλάς πάνω στην πέτσα σου καθώς μόλις έχεις γυρίσει από ταξίδι. Θα πλυθούμε μετά, θα εξαγνιστούμε, μπορεί να περιμένει.

Παλεύουμε τυλιγμένοι πάνω στο στρώμα και κάτω απ’ το ταβάνι σαν φίδια που ζευγαρώνουν κάτω από πέτρα Κυκλαδίτικου νησιού. Τα ενώτιά της πέφτουν και χάνονται μέσα στις μαξιλαροθήκες. Η Ντόροθι αγαπά λίγο τους ανθρώπους και πολύ τα σκουλαρίκια. Σε άλλη εποχή θα ήταν μοντέλο κι ερωμένη του Γιοχάνες Βερμέερ, τώρα ξέπεσε με εμένα. Για χάρη μιας προγόνου της, οι καλύτεροι αλήτες του λιμανιού παράτησαν τους μπαλτάδες και τα μαχαίρια, πιάσαν μπουζούκια και μπαγλαμάδες, αλλάζοντας καριέρα, υμνώντας την ομορφιά στο σόι της.  Είναι αφράτη σαν φραντζόλα. Σαστίζω που ζυμώνω το γυμνό κορμί της, την ψίχα των γλουτών, την κόρα της ηλιοκαμμένης πλάτης.

Κουράζομαι και καλώ βοήθεια. Σκεπάζω τα βογγητά και τις ανάσες με ένα cd ποιήσεως με τη φωνή κάποιου ηθοποιού. Εγώ μπαίνω στα σκέλια της κι η ποίηση στα αυτιά της. Πήδημα διπλής ταυτόχρονης διείσδυσης! Πάνω στη λάγνα κορύφωσή μας, γίνομαι εμπρηστής, κατακαίω τη χλωρίδα του κόλπου της. Κρανίου τόπος, μέρος αφιλόξενο, άλλος ποτέ να μην βρεθεί εκεί που δροσιζόμουν κι έπινα κρύσταλλο νερό.

Ξαπλώνουμε κατάκοποι, άδειοι επιτέλους και κενοί, με ανεμελιά εφήβων. Μετράμε μπάνια, παγωτά, φιλιά. Αλλού υπερτερώ εγώ, αλλού νικά εκείνη. Ο άτιμος Σεπτέμβρης καραδοκεί. Τα ΄χουμε φορτώσει στον κόκκορα, μας περιμένουν Άλγεβρες και Γεωμετρίες, πλήξη, χαμαλίκι κι άδεια πορτοφόλια. Μετεξεταστέοι στο βασικότερο των μαθημάτων, εκείνο της ζωής, βάζουμε μπρος για νέες αποτυχίες. Αταξίες, σκασιαρχεία, πρώτα καρδιοχτύπια, κόκκινα μάγουλα, τσιγάρα και χουφτώματα μέσα στις τουαλέτες. Μια ζωή στην ίδια τάξη, την εργατική … που ξέρει να ερωτεύεται, ξέρει να αγαπά και να μισεί εξίσου. Που ξέρει να κάνει Τέχνη απ’ το τίποτα, που ξέρει στο τέλος να νικά.

1 σχόλιο

Filed under Uncategorized