Σατόρι στο Αιγαίο

38821128_1837460169676116_5681300400330768384_n

Έρημο νησί στην ερημιά μού μοιάζεις. Γύρω σου τόσο νερό και μέσα σου μονάχα ξέρα. Γεμάτο νησί. Τώρα μπίζνεσμεν σχίζουν τη χωματένια σάρκα σου, σκάβουν τα πέτρινα σωθικά σου. Βαράνε οι χτίστες με τις βαριές, μουγκρίζουν μηχανήματα. Τουρίστες σε ποδοπατούν, προσκυνητές και ναυαγοί φιλούν την ακτογραμμή σου. Έθνος καμαριέρων, αποικία airbnb, άσπροι σκλάβοι ξέξασπροι να κουβαλούν στο δίσκο τα ποτήρια.

Δάμασα το σώμα μου, σώμα καλογέρου. Ύπνος, δουλειά, φαί, δροσιά. Έστρωσα στο δέρμα μου χρυσόμαυρα στάχια. Οι τρίχες μου γίνηκαν κριθάρι. Τα πέλματά μου χάθηκαν, φύτρωσαν οπλές. Τα μαλλιά μου αγρίεψαν σαν τα σχοινιά που ‘χουν οι ψαράδες, μόλις τ’ αγγίζω σκληραίνουν οι παλάμες. Ξυπνάω στο λάλημα του πετεινού – κοιμάμαι στη σκουξιά του γκιώνη. Έκλεισα κι εγώ μέσα μου λιγάκι από Θεό.

Οι θαλασσινοί, δίχως μέσα και με μεγάλο κάματο, χτίζουν στα πιο απίθανα μέρη δεκάδες εκκλησίες κι αναρίθμητα ξωκλήσια γιατί τις ξάστερες νύχτες ξαπλώνουν στρωματσάδα  δίπλα στο Θεό. Τούτη η πίστη στα νησιά δυναμώνει και φουντώνει κι ανταριάζει τις καρδιές των ανθρώπων κάτω απ’ τ’ αερόπλοο σύγνεφο, πάνω στον οργισμένο αφρό ενός κύματος, στον αιώνιο ίσκιο μιας ελιάς και στην παρατήρηση της αθωότητας που ‘χουν τα σαμιαμίδια.

Στον ήλιο ορέγομαι τα κορίτσια που υπακούν στο παράγγελμα της Μελίνας Τανάγρη. Κάτω στην παραλία με περιμένεις, Γκρέις Σλικ, στο ολόσωμο μαγιό σου. Άσπροι λαγοί, τρελοί λαγοί, τρέχουν ανάμεσα στους κέδρους, ακολουθάμε τα ίχνη που αφήνουν στους αμμόλοφους. Τρέχουμε ξοπίσω τους όπως ένα παιδί κυνηγά κάθε τι πρωτόγνωρο. Παραβγαίνουμε στο κολύμπι όπως οι εραστές, με γέλια και τινάγματα νερών, χάδια και πατητές. Οι σημαδούρες είναι οι Ηράκλειες Στήλες του γνωστού κόσμου μας. Σκάβω την άμμο με τα ευτελή πλαστικά παιχνίδια μου. Αρπάζω το σύνθημα του Μάη και το διπλώνω, το κάμω αυγουστιάτικο:

Κάτω από την παραλία υπάρχει άσφαλτος.

Πιάνω το κεφάλι σου στοργικά, κάνω στην άκρη τα αλατισμένα μαλλιά σου. Ακουμπώ προσεκτικά το αφτί σου στο οδόστρωμα να αφουγκραστείς τους παγωμένους χειμώνες που μέλλονται να ‘ρθουν για εμάς τους δύο. Με αλχημεία έκανα το βότσαλο παγάκι.

Εγώ, ο τελευταίος ναυπηγοξυλουργός του αρχιπελάγους σε χτίζω πάνω μου, πρωραία μου γοργόνα. Πάνω στα στήθη σου λυσσομανά ο βοριάς. Δυο σώματα – ένα βαπόρι, ένας θαλάσσιος κένταυρος, μισό Εγώ – μισό Εσύ. Τραβάμε για τους λιμένες που ζήσαμε. Μέριχας, Καραβοστάσης, Κατάπολα και Πόθια.  Τις νύχτες με άγρια ηρεμία κι ήσυχη ταραχή σου ψέλνω στο κατάστρωμα…

Αιγαίο νυν και αεί

Αιγαίο βίρα κι Αιγαίο πρόσω

Αιγαίο ευθύς Αιγαίο αμέσως

Αιγαίο νυν και αεί και εις τους αιώνες των αιώνων Αιγαίο!

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under Uncategorized

Ο βατσιμάνης

32130529_1711071018981699_3060234803367378944_nΚίτρινη πόλη, σηκώνω το βλέμμα και τα μανίκια μου, αναδύομαι στο πνιγερό σύννεφο του ουρανού σου. Καφετιά πόλη, σκόνη, βήχας και μαύρα μεροκάματα. Ω ζοφερή μου ημέρα – ω φοβερή μου νύχτα!

Έρημος δρόμος, έρημα μαγαζιά. Τόρνος, στράντζα – ψαλίδι. Βαφαί φούρνου κι άδεια μπαρ δίχως πελάτες. Λαβωμένες γάτες, καρτερικά ταξιά και πούλμαν με πινακίδες αλβανικές που φορτώνουνε στα πραχτορεία. Φούρνοι που ανοίγουν, μοσχοβολιστό ψωμί και πωλήτριες που νυστάζουν. Καράβια κρητικά αστροφώτιστα, πλουμιστά, σημαιοστολισμένα.

Καταμέτρηση της είσπραξης. Βγάζω τα σκουπίδια στην πλάτη. Τρύπια αντοχή, τρύπια σακούλα. Πέφτουν τα απομεινάρια από ένα ακόμη άχαρο ξεφάντωμα. Αφημένα ποτά, αποτσίγαρα, σπασμένα γυαλιά, μαύρα ζουμιά. Ένα κοκτέιλ δηλητήριων. Πίσω μου στάζουν κηλίδες σε γραμμή. Σαν ίχνη να μη χάσω το δρόμο μου, το δρόμο του γυρισμού σε ένα δρόμο κι ένα γυρισμό που έχουν πια χαθεί από χρόνια.

Δόλια τα νιάτα, γελοία η εποχή, αλλόκοτα τα επαγγέλματα.

Νύχτες χαμένες σαν αχρείαστα τσιγάρα. Βράδια αδιάφορα σαν άδικα ραντεβού. Νυχτερινοί ποδαρόδρομοι, μεθυσμένοι βηματισμοί. Ξοδεμένα λεφτά, πεταμένα λεπτά. Λεπτά; Ώρες ολάκερες. Θάλασσες υπομονής χωρίς αγάπη. Κρεβάτι άδειο και λερό, ξέστρωτο από σεντόνι και γυναίκα, κρεβάτι άγονο, απέραντο σα στέπα. Ψίχουλα, στάχτες, τρίχες και στάμπες από ιδρώτα. Το ξέρω τώρα πια. Σε αγαπώ σημαίνει θέλω να βυθιστώ μέσα σου σαν σε ζεστό άσπρο γάλα. Να βυθιστώ ώσπου να μαλακώσω. Μαύρη μύγα η ύπαρξή μου, να ξεχωρίζει μες στον λευκό και χλιαρό υγρό σου τάφο.

Κάθε αυγή πέφτω στη θάλασσα. Γαλάζιο πιάτο ο Σαρωνικός, γυαλίζει στο φινίρισμα του ήλιου. Τα πόδια μου χάνονται και βγάζουν λέπια, στριμώχνονται μέσα σε ένα σάρκινο τσουβάλι. Με μια πνιχτή αγωνία και δυο ενστικτώδεις κλωτσιές βρίσκομαι πάλι στην επιφάνεια. Στον αφρό της θάλασσας καταπίνω νερό, η αλμύρα μου καίει το φάρυγγα. Με αλάτι στο στόμα, στις πληγές, φωνάζω! Ρωτώ πλοιάρια, λουόμενους ρωτώ. Αν ζεις. Αν βασίλεψες μέσα μου ποτέ σου. Τέτοια ντροπή φέρει η καταδίκη μου.

Είμαι ο βατσιμάνης στη ζωή σου, αρόδο βάρδια πάνω στα παροπλισμένα μου συναισθήματα. Σκέφτομαι πως η βάρδια είναι αναγραμματισμός της λέξης βραδιά. Ακόμα κι η γλώσσα που σου γράφω αγαπά το σκοτάδι.

Έτσι εκτίω την ποινή μου, στην απομόνωση. Γίνηκα μια επίπεδη ατόλη, χιλιάδες ναυτικά μίλια μακριά απ’ τη στέρφα στεριά σου, απ’ την ηπειρωτική σου αγκαλιά. Με ακουμπάς με το δάχτυλο και θρυμματίζομαι. Γίνομαι άμμος, σε λούζω με εκατομμύρια χρυσόλευκους κόκκους, σε πλένω, σε καθαρίζω, σε συγχωρώ. Χαλάω τη βολή σου με αυτή την άβολη αμμοβολή.

Στην έφερα!

2 Σχόλια

Filed under Uncategorized

Αήττητα καλοκαίρια Χειμώνες ταπεινωτικοί

15940721_1220385161383623_5376017621165713756_n

 

«Σας βεβαιώνω ότι η ζωή είν’ απέραντη για όσους έσκυψαν ν’ αφουγκραστούν τον παλμό της. Για όσους αγάπησαν τον εαυτό τους περίπαθα, δεν έχει όρια σε όψες η γλύκα.»

Γιάννης Σκαρίμπας

 

Τα σπίτι μου υψώνεται γύρω απ’ το νεκροταφείο της Ανάστασης. Φαραώ μου είναι ο Ρουσσουνέλος. Μονόλιθοι ψηλοί φρουροί, σκύβουν και γέρνουν πάνω από μια γη μισερή, μπάλωμα λεύτερο, γραμματόσημο μες στα μπετά. Ιππεύω τη ράχη του λιμένα. Οπλισμένο το σκυρόδεμα μα άοπλος εγώ. Ρημάζουν τα προικώα διαμερίσματα. Χτυπάω το κεφάλι μου, σκοντάφτω στη γέρικη διακόσμηση, τα άκρα μου μελανιάζουν. Σύνθετα και κρύσταλλα, ροτόντες άλλης εποχής, μόδας ξεπερασμένης και μπαρ με στολισμένα παλιά λικέρ ξεθυμασμένα. Που και που μου φτάνει με το ΚΤΕΛ κάνα δέμα. Λάδι σε τενεκέ και σκόρπιες πατρικές συμβουλές πως έχω το μπούσουλα στραβό.

Κερατσίνι. Φώτα πορτοκαλί, τσίκνα μελαμίνης κι αιθαλομίχλη.

Κερατσίνι, κοντσέρτο για μεσοτοιχία, καυγάδες και σκούπα ηλεκτρική.

Κερατσίνι, Αγγελόπουλε και Φύσσα.

Κερατσίνι, δεν είσαι χώμα. Ο προορισμός μου είσαι.

Εγώ πάλι, στο σπίτι μου τους καλώ όλους. Άγνωστοι τραυλοί με λαχανιασμένες ανάσες, ρουφάνε το σκοτωμένο αέρα του βωβού δωματίου, καλύπτουν με την παρουσία τους την πνιγερή απουσία των ευτυχισμένων ημερών. Οι έσχατοι φίλοι μου στρίβουν ρολό το τελευταίο τους χαρτονόμισμα και το χώνουν βαθιά στο ζερβί τους ρουθούνι. Καθόμαστε ώρες ατέλειωτες γύρω από ένα ταλαίπωρο πολυκαιρισμένο τραπεζάκι, κατάστικτο απ’ τη βία θυμωμένων χεριών και κύκλων ατελών, ημισελήνων που αφήνουν των ποτηριών μας οι λεκέδες.  Ένας νεαρός παπάς διαβαίνει το δρόμο. Πιάνουμε τους όρχεις μας σφιχτά στη μέγγενη της απαλάμης. Γίναμε βλέπεις και δεισιδαίμονες, άλλο κακό να μη μας βρει!

Σώθηκαν τα χρήματα ξανά. Περιμένω το επίδομα όπως τα παιδιά το πρώτο τους μπάνιο, το πρώτο τους παγωτό. Μετράω τα χρήματα πολύτιμα σαν τα φιλιά. Περιμένω  ίσως έναν κλονισμό. Η αναμονή μου ομοιάζει με κείνη των οπαδών που συναθροισμένοι στο αεροδρόμιο, αναμένουν  την πτήση της θριαμβεύτριας ομάδας. Καρτερώ αήττητα καλοκαίρια, χειμώνες ταπεινωτικούς. Είμαι το οχηματαγωγό  η «Παναγιά της Τήνου». Σήμερα με ρυμουλκούν στην τελευταία μου κατοικία.

Σήμερα πλέω προς το διαλυτήριο.

Σήμερα, η δουλειά κι η ανεργία το ίδιο διαλύουν τα νιάτα.

Σήμερα ο πτωχός και το πτώμα την ίδια πτώση έχουν εντός τους.

Άυπνοι μήνες. Ασήκωτα πρωινά, καθηλωμένα απομεσήμερα. Τις νύχτες βγαίνω και τις ακονίζω πάνω στο τροχείο του φεγγαριού. Γέρνω έξαλλος στην κουπαστή της νύχτας. Κρατιέμαι. Πιάνω το πρώτο της γράμμα και το ανατρέπω. Κάνω το νι της νύχτας νύχι αιχμηρό, σκαλίζω το τραύμα που μου κατάφερε. Το σύμπαν μου μικρό και προσπελάσιμο. Αλβανοί πρωτομάστορες, ερωτικοί εμιγκρέδες και ξέμπαρκοι ναυτικοί. Μονήρεις πότες και πρώην τρελοί ραμμένοι μες στο κοστούμι της λογικής. Καθόμαστε τυλιγμένοι σε νάιλον μουσαμάδες, κάτω από πρόχειρες κατασκευές, καταδικασμένοι στο πιο ραφινάτο βασανιστήριο : Να ακούμε το χορό της ψιχάλας, μπαλέτο τα τακουνάκια της βροχής πάνω στον τσίγκο.

Ακουμπάμε τα χέρια μας στο χείλος της μπάρας, ο ένας πλάι στον άλλον, όλοι οι παρακατιανοί πιανίστες του μεσονυκτίου στη σειρά. Δάχτυλα κομμένα, δάχτυλα κίτρινα, δάχτυλα δουλεμένα. Δάχτυλα αναδευτήρες ποτών και δάχτυλα για πρόκληση εμετού. Τούτο το μαγαζί το διευθύνει μια σιδερένια γυναίκα. Σερβίρει μεζέδες και σάρκα λευκή. Θλιμμένες κονσοματρίς, φώτα που λαμπυρίζουν και ήχοι από σκυλάδικο.

Εγώ που πέρασα το μπόι των κυμάτων, χωρίς δουλειά, δίχως κορίτσι, μήτε λεφτά για το ταξί και τα τσιγάρα μου, σιωπώ. Γράφω στέρφες αράδες δίχως νοήματα υψηλά. Οι γραφές μου είναι περιγραφές. Ανήκω στην πιο ταπεινή συνομοταξία, τα σαμιαμίδια είναι φίλοι μου. Χαίρομαι το λάλημα του πετεινού και τη σκουξιά του γκιώνη. Είμαι ένα αγόρι στην Ύδρα που ονειρεύεται να γίνει οδηγός αγώνων. Ο πατέρας δεν θα μου δείξει το αμπραγιάζ, πως βάζουνε την πρώτη. Όμως εγώ θα γίνω!

2 Σχόλια

Filed under Uncategorized

Η ζωφόρος

15036583_10155390491294688_2115852086271670426_n

«Θέλησα να σοῦ γράψω για τις παλιές μας τις χαρές
ὅμως ἔχω ξεχάσει να γράφω για πράγματα
χαρούμενα.

Να με θυμᾶσαι»

Μίλτος Σαχτούρης, Ορυχείο, 1948.

Κάθε πρωί θα με δεις να κόβω το γόρδιο δεσμό της ενήλικης ζωής. Μέσα σ’ ένα παλιό Νταϊχάτσου, σωστό σαράβαλο, που μέσα του όλα κουδουνίζουν. Σμπαράλια τα εξαρτήματα, σμπαράλια τα ξυπνήματα κι όλα τα πρωινά μου. Ακόμα κι έτσι, ακόμα και μ’ αυτό το θλιβερό μου όχημα παραμένω προνομιούχος. Οι Άλλοι στριμώχνονται στο λεωφορείο, γραμμή Πέραμα – Πειραιάς, το Οχτώ Σαράντα Τρία. Άγνωστοι μαζεμένοι βουβοί, όρθιοι με τα πέλματα καρφωμένα, εντοιχισμένα στο σασί, μυρίζουν ανθρώπινη κούραση. Ταλαιπωρία.

Παρκάρω σε έναν «κατουρώνα» βρωμερό, εκεί που άλλοτε στέκανε και τέλειωναν τα Μακρά Τείχη, η είσοδος της Πειραϊκής Χερσονήσου. Τώρα ταρίφες κάνουν την ανάγκη τους, μαντράδες και χαμάληδες παζαρεύουνε την τιμή του σκραπ κι εγώ προσφέρω το κολατσιό μου στους αστέγους.

Η ζωή μου πια μετριέται σε τζούρες ελευθερίας. Μονάδα μέτρησης η καύτρα που παίρνει ο βοριάς καθώς τρέχουμε, Λεωφόρο Ποσειδώνος, Λεωφόρο του Συγγρού, για άλλη μια παράδοση επίπλων. Χέρια κρεμάμενα νωχελικά στο ανοιχτό παράθυρο του ημιφορτηγού, στην άκρη των δαχτύλων μου αμέτρητα τσιγάρα. Τιμολόγια, εργαλεία, υλικά συσκευασίας και στο ράδιο τραγούδια τσιγγάνικα και λαϊκά.

-Γεια σου μαστρο-Γιάννη γύφτο και φαφούτη φορτοεκφορτωτή. Πάτα το γκάζι προς τη λευτεριά!

Σήμερα ντύθηκα χοντρά. Φόρεσα πάνω μου όλα τα δώρα των πρώην γυναικών μου. Ένα περιφερόμενο κολάζ των γούστων τους. Σακάκια και πουκάμισα, πουλόβερ και κασκόλ, όλα αστεία κι αταίριαστα επάνω μου ριγμένα. Βγήκα στον παγωμένο ήλιο του πρώτου, του αληθινού κι ανελέητου χειμώνα.

Από τότε που έφυγες πάλεψα να σε γδυθώ κι όμως σε έκλεισα μέσα μου σαν κουκούλι. Σε μεταμόσχευσα ως όργανο ζωτικό. Λίγο πιο κει να κινηθείς ακόμα και πέθανα. Γυναίκα της ύστερης νιότης μου σε κοιλοπονώ, γίνηκα ο πρώτος άνδρας- μητέρα. Σε επωάζω. Είμαι ο τελευταίος Αυτοκρατορικός πιγκουίνος στην κρύα απεραντοσύνη του πρώτου μας σπιτιού.

Πίσω στο μαγαζί στέκομαι και κοιτώ ξανά μέσα απ’ την πελώρια βιτρίνα. Όλα περνούν πλαγιαστά και δυσδιάστατα, όπως τραβά η κάμερα στο βίντεο κλιπ του “Ava Adore”. Όπως περνούν με χάρη, μέσα στην ακίνητη κίνησή τους, στη ζωηρή ακαμψία που τους χάρισε το χέρι του μαστόρου, τα γλυπτά μίας ζωφόρου. Περνούν διαβάτες, περνούν τα τροχοφόρα κι οι μέρες μου που χάνονται σε ωράρια εορταστικά. Τότε περνάς κι εσύ να πας για τη δουλειά σου. Το Piaggio Liberty των εκατόν εικοσιπέντε κυβικών «αστράφτει στον ήλιο».

Κι είναι τότε εκείνη η στιγμή που σπάω τη τζαμαρία, τη διαπερνώ και με γεμίζει τραύματα, όπως με διαπερνούν και με τρυπούν οι ξιφολόγχες των ημερών και των νυκτών που χάσαμε ως τα τώρα.  Ξαπλώνουμε στο οδόστρωμα και σου βγάζω τα ρούχα. Τα χνώτα μου ζεσταίνουν το Δεκέμβρη του πάλλευκου κορμιού σου. Πάνω στη ματωμένη γύμνια μας περνά κι ακούγεται το ποδοβολητό εκατοντάδων χιλιάδων απεργών. Τόσων πολλών που το κίνημα ποτέ δεν γνώρισε. Γυρίζουμε στο σπίτι μας και κάνουμε το πιο απλό, το πιο ταπεινό και για αυτό το πιο συναρπαστικό πράγμα στον κόσμο όλο. Κάτι που ποτέ δεν κάνουνε οι εραστές στο σινεμά και στη λογοτεχνία. Τηγανίζεις πατάτες με αυγά μάτια, φέτα τυρί να φάμε.

 

 

Φωτογραφία : Νατάσα Παναγιωτοπούλου

1 σχόλιο

Filed under Uncategorized

Σπαστό ωράριο

14184349_1099091720179635_6934389184113695694_n

«Ξερνάνε θάνατο τα ωραία φουγάρα /

κι εγώ θρηνώ από τώρα τη γενιά μου»

Άλκης Αλκαίος

Δεν οδηγώ, δεν ξέρω να μαστορεύω και να χειρίζομαι μηχανήματα. Τα χέρια μου δεν πιάνουν. Καμαρώνω όμως συχνά για ένα ζευγάρι πόδια. Τα πόδια μου. Αν και κουμπώνουν κάπως αστεία, αταίριαστα καθώς είναι, πάνω στο υπόλοιπο κορμί, δεν παύουν να αποτελούν δυο δυνατές και στέρεες βάσεις που σηκώνουν το βάρος ενός σώματος ασθενικού και κουρασμένου. Τα πόδια τούτα με πάνε όπου ποθώ. Με θυμάμαι να περπατώ. Δουλειά μου είναι να περπατώ, κυρίως να καταγράφω. Είμαι το μαύρο κουτί, ο καταγραφέας πτήσεως στην επικείμενη συντριβή της κοινωνίας. Σαν έλθει η αναπόδραστος τραγωδία αναζητήστε με. Ψάξτε με μες στα καιόμενα χαλάσματα, πατήστε play, πατήστε και δείτε τι σας φέρνω.

Η γλώσσα, λένε, κόκαλα δεν έχει, κι όμως η γλώσσα που γράφω φέρει κατάγματα συντριπτικά. Μοναξιά, ταπεινώσεις, εξευτελισμοί και κάματος. Σαν το Θερσίτη δέχομαι όλες τις κατραπακιές. Πλατεία Ιπποδάμειας, Χρηματιστήριο του Γιουσουρούμ. Κένταυροι ολούθε, μισοί άνθρωποι – μισοί καρότσια και τρίκυκλα. Ακέφαλες κούκλες, ξεχαρβαλωμένα πικάπ, τρύπια μποτάκια σαν τα χρόνια μου που τρύπησαν κι αυτά. Γέμισαν με οπές και οι προσπάθειές μου. Μια απόχη η κάθε τόλμη και πως να πιάσει το αεράκι; Μπούχτισαν οι λεωφόροι μας στα καφεδάδικα take away. Φτηνά ξενοδοχεία πιο πάνω από την Κόνωνος. Εραστές και οδοιπόροι με σταματούν για πληροφορίες. Είμαι ο ληξίαρχος του άστεως, κατέχω τα κλειδιά. Ξέρω την πόλη σαν τη ροζιασμένη παλάμη μου. Σε άσκοπους περιπάτους στήνω τις φάκες μου σε στιγμές που σέρνουν τις κοιλιές τους στην απροσπέλαστη πλάτη του οικισμού μας. Μακάριος γίνομαι ευθύς σαν βρω το κάθε τι μικρό κι ανόητο. Το ασήμαντο ή το κακό που δεν παρατηράς.

Αρχαία καφενεία κι άγια πουτανάδικα. Μπύρα με ομελέτα και κιοφτέδες, μπαρ της Τρούμπας και της Αγιάς Σοφιάς. Άντρακλες της δουλειάς, άνδρες που λένε τα αγγλικά «εγγλέζικα». Άνδρες ψεύτες κι άλλοτε πάλι άνδρες ανθρωπάκια. Πάντως άνδρες όλοι τους τσακισμένοι απ’ τους αέρηδες και τις συμφορές. Σινέ Μελίνα, Δραπετσώνα. Σουβλάκια λαδολέμονο, χαλίκι και βασιλικός. Ένας μαγκούφης νοικοκύρης έχει τη βεράντα του σπιτιού του πλάι στο πανί. Μετά τη βραδινή, σαν πέσουν οι τίτλοι τέλους, βουτάει απ’ το μπαλκόνι του και μπαίνει στην οθόνη. Πρωταγωνιστής την ώρα που κοιμάστε.

Φίλοι στο μπαρ «Βαλχάλα». Καπνίζουμε πακέτο GR κόκκινο, αγορασμένο ρεφενέ. Το έμβασμα ακόμα να μπει. Προσωρινό σπίτι πίσω από το Σισμανόγλειο. Πρόχειρο κρεβάτι, ντάνες στο πάτωμα οι κουβέρτες. Το κρύο μπαίνει στο κόκκαλο σαν την ξυλόβιδα στο ξύλο. Και δώστου πάλι κάπνισμα. Και δώστου εσύ Φοίβο Δεληβοριά! Παίξε για εμάς, παίξε για τους ξεριζωμένους. Όχι απ’ τον γενέθλιο τόπο αλλά απ’ τον τόπο του συναισθήματος. Συ είσαι ο Καζαντζίδης των χωρισμένων.

Περνώ απ’ τους δρόμους που ζήσαμε. Τι θα απογίνουν τα σπίτια που κατοικήθηκαν με καύλα; Μεσίτη για προφήτη να ρωτήσω; Μακεδονίας 50, Σπετσών 6, Θερμοπυλών 15. Τόποι ιστορικοί, μάχες σώμα με σώμα μωρό μου, το σώμα σου πάνω στο δικό μου, μάχη και παλινωδία. Θυμάσαι που πηδηχτήκαμε μετά την κηδεία; Βλάσφημη λαγνεία! Τρέξαμε να φύγουμε μακριά από θείες με μαυρόρουχα και ναφθαλίνη, αφήσαμε στη μέση την ψαρόσουπα. Αφήσαμε ατελείς συζητήσεις κι αναπολήσεις για τις παλιές καλές ημέρες γύρω απ’ το τραπέζι των τεθλιμμένων. Ούρλιαζες «χύνω», ούρλιαζα «θανάτω θάνατον πατήσας».

Αιχμαλωτίζω τη ζήλεια μου σαν το μυρμήγκι στη γωνία. Την καπακώνω με τη χούφτα μου. Σαν με γαργαλήσει λίγο, την αφήνω να δω τι θα κάνει έτσι που την ξεβράκωσα. Κι αυτή όλο πάει. Πάει στους στοργικούς συζύγους, στις καλές περιπτώσεις, τα βαρβάτα πορτοφόλια. Ζευγάρια διαλέγουν μαζί πορσελάνες και ανοξείδωτα μαχαιροπήρουνα. Δείχνουν ευτυχισμένοι, σαν τον ανόητο που βγαίνει το πρωί δίχως ομπρέλα, ενώ όλα τα δελτία πρόγνωσης μιλούν για καταιγίδα.

Μένω βρεγμένος τώρα που το διάλειμμα μου τελειώνει. Σπαστό ωράριο. Ό,τι απομένει απ’ τη ζωή είναι το χαμαλίκι.

Μονάχα που και που στη μέση,

αιφνίδια με προσμένει,

μια περπατησιά δίχως πικρία,

σαν θαύμα

ή έστω σαν αλλόκοτα χαρμόσυνη ναυτία.

1 σχόλιο

Filed under Uncategorized

Το σορτς

maxresdefault

«Το άλλο καλοκαίρι θα ευθυμήσουμε.
Είμαστε οι άνθρωποι που έμειναν
Είναι κι αυτό κάτι.»

Γιώργος Β. Μακρής

Έχεις φιλήσει ποτέ σου τα τσακισμένα πόδια μιας πωλήτριας; Κάτω από το δέρμα της ταξιδεύει με οτοστόπ η κούραση δώδεκα ωρών κι είκοσι χρόνων. Γόνατα, μηροί και πέλματα. Γάμπες… μια στάση εδώ! Φύσηξες μήπως τη δροσερή πνοή σου πάνω απ’ τον σκυμμένο σβέρκο μιας «νυχούς»; Πλέξε τα μαλλιά της να φανούν οι σπόνδυλοι, χτένισέ τη στο ρεπό, κάποια Τετάρτη βράδυ του Ιούλη. Μόνο να κάτσετε έξω με μπύρες και καρπούζι και τασάκια … έξω να σκάει ο τζίτζικας και μέσα να παίζει η τηλεόραση ανοιχτή κι αδιάφορη, ίσα που να νομίσει το κορίτσι πως έχετε κόσμο, φίλους καλεσμένους, ίσως κάποιο πάρτι κι ακόμη ίσως μια κανονική ζωή.

Ρούχα της δουλειάς. Άσπρο πουκάμισο, μαύρο παντελόνι. Ντυμένος σαν προσυλητιστής.

Έχεις ένα λεπτό να σου μιλήσω για τον Κύριο και Σωτήρα μας, τον Καπιταλισμό;

Πως βρέθηκα εδώ, ούτε που το σχεδίασα. Έκπτωτος από το θρόνο της νεανικής φιλοδοξίας στην περίοδο των εκπτώσεων. Όρθιος δίπλα στο κατακόκκινο πανώ που αναγράφει τα ποσοστά … είκοσι τοις εκατό, πενήντα τοις εκατό, περάστε κόσμε! Περάστε να ασημώσετε την καταδίκη μας. Στέκομαι ακίνητος σιμά στο τζάμι, όμοιος κι αμίλητος με τις θλιμμένες κι ερμαφρόδιτες κούκλες της βιτρίνας. Οι κούκλες δεν έχουν φύλο. Πως θα μπορούσαν άλλωστε; Δεν αυξάνονται, δεν πληθύνονται. Κάνουν τη δουλειά για την οποία είναι προορισμένες και μόλις παλιώσουν, μόλις κιτρινίσουν ή χαλάσουν, σαν φύγει κάποιο χέρι και ξεχαρβαλωθεί θα πεταχτούν. Ύστερα κάποιος πλανόδιος φτωχοδιάβολος  θα τις φορτώσει πάνω σ’ ένα τρίκυκλο που ξερνά ξοπίσω του μικρά σύννεφα καμένης βενζίνης. Θα ανηφορίσει την Πειραιώς. Προορισμός Μοναστηράκι. Η πολυεστερική σορός μιας κούκλας πάνω σε σωρό από χαρτόκουτα. Το παρακατιανό τρίκυκλο, ο κιλλίβαντας που της πρέπει. Αντίο με όλες τις τιποτένιες δόξες και τις ελεεινές τιμές…

Μια μέρα κι άλλη μια, άντε να βγει η βδομάδα. Μέσα στο κρανίο μου υπάρχουν παραλίες, παφλάζουν κύματα, ηχούν οι χαρμόσυνοι φλοίσβοι του θέρους.

– ο Εμπειρίκος αν ζούσε και μάθαινε  ποτέ την ύπαρξή μου, εδώ θα μου ‘σφιγγε το χέρι ή θα με ‘φτυνε στα μούτρα

Αγχωμένες γουλιές, αγχωμένες τζούρες. Όποιος αργεί στη δουλειά απολύεται. Μολοταύτα κάθε πρωί τη στήνω στην αρχή της Τσαμαδού. Τα πόδια μου μ’ έχουν εγκαταλείψει. Οδόστρωμα με κλίση. Προσμένω να περάσει κάποιο όμορφο κορίτσι να ανέβουμε αντάμα. Τ’ άρωμά της θα με τραβήξει σαν βίντσι, η πλάτη της σωστό τελεφερίκ!

Αποθήκη. Μουσική δωματίου, κονσέρτο για αποχέτευση και καζανάκι. Πάνω μου σε δαιδαλώδεις σχηματισμούς περνούν τα σκατά της πολυκατοικίας. Εδώ καταλήγει η ανάγκη των νοικοκυραίων, μαγείρεψαν κι έφαγαν συνταγές που βρήκαν στο διαδίκτυο. Τούτη τη στιγμή τα τακούνια μιας Μπέλα Χαντίντ χτυπούν στις πλάκες του πεζοδρομίου. Θα τρέξω στις σκάλες να τη δω να περνάει. Θα τρέξω μα δε βαστώ. «Μη χασομεράς, πιο γρήγορα!». Οι ωραιότερες γυναίκες ψωνίζουν δώρα για τους άνδρες τους. Μυρίζουν τη μπόχα της ευτυχίας. Τις εξυπηρετούν άλλες γυναίκες που δεν μπορούν να αγοράσουν τίποτα. Παραδοξότητα. Κιρσοί και φλεβίτιδα, το τατουάζ της εργατικής τάξης. Χιλιάδες βελόνες η ορθοστασία. Χρώμα μπλε βαθύ, μα όχι σαν της θάλασσας, χρώμα βάναυσο. Το Τζάνειο εφημερεύει, ουρλιάζουν οι σειρήνες στο μποτιλιάρισμα, λιώνουν τα ελαστικά στην πίσσα. Κάποιοι από εμάς πεθαίνουν. Πεθαίνουν στην άσφαλτο, στα επείγοντα, στο ράντζο. Αυτό είναι όλο. Αυτό είναι μόνο.

Σε μισή ώρα σχολάω. Θα πετάξω από πάνω μου τα μονότονα ρούχα. Θα μείνω με το λερό εσώρουχο. Θα καταπιώ ζεσταμένο φαί. Αυτός είναι ο βίος μου. Τώρα πεθυμώ φρεσκάδα, λιγώνομαι για δροσιά φασκιωμένη μέσα σε τζιν σορτσάκια. Σαν τελειώσει η μέρα, ολόκληρος ο κάματός μου με οδηγεί σε μιαν αφελή ονειροπόληση της νυκτός … ένα κορίτσι κι ένα τόσο δα σορτς!

Σχολιάστε

Filed under Uncategorized

Η γυναίκα που πούλαγε τσιγάρα

12935341_991781944243947_1340628123_n

Τίποτε το τρομερό δεν πλανιέται πάνω απ’ τη χαώδη πόλη μας. Τίποτε το ικανό να συγκλονίσει. Πότε μια σκόνη πνιγερή και ράθυμη πλακώνει τα απλωμένα ρούχα μας, τις οροφές των αμαξιών και πότε μια μέθη από άνθος νεραντζιάς, το άρωμα του έαρος. Εδώ δα που βρέθηκα μπορώ να βλέπω όλη τη γειτονιά, έχω το προνόμιο του επόπτη.

Δεν έχω παράπονο για το πώς ξέπεσα εδώ. Ποια κακοτυχιά να βρίσω για το θλιβερό μου πόστο. Υπήρξα πράγματι και χειρότερα. Η συμφωνία ήταν μιλημένη εξαρχής. Ένα χρόνο βάρδια 00.00-08.00, νυχτερινό. Και μετά ευνοϊκότερη μετάθεση. «Μετάθεση» … χα! Αυτή είναι μια λέξη για δουλειές της προκοπής. Έτσι τα κανονίζει ο Συλφίδας με όλους. Το «Συλφίδας» του το κολλήσαμε εμείς οι υπάλληλοι αναμεταξύ μας και να που τελικά τόνε ‘μαθαν όλοι έτσι! Ψηλός, ξερακιανός με ύφος βλάχικο, στυλ λαϊκό. Σκληρός καριόλης με λεφτά και πονηρός! Ο Συλφίδας είναι ο βαρόνος των εικοσιτετράωρων περιπτέρων. Δεν ξέρει τι έχει που λέμε! Απλώνει τις μπίζνες του σε όλο τον Πειραιά και στα προάστια, πάνω στο ασφάλτινο ταμπλό μιας πραγματικής Monopoli. Έχουν ψωνίσει όλοι. Τα ‘χουν δει  στα σίγουρα. Είναι από κείνα τα περίπτερα που ολοένα κι επεκτείνονται και που πουλάν της Παναγιάς τα μάτια.

Με έχουν δει κι εμένα όλοι. Ίσως στα πεταχτά. Με έχουν κοιτάξει με απαξίωση καθώς βιάζονται με αναμμένα αλάρμ να τους δώσω τσιγάρα, τσίχλες και καπότες. Ένα δικό τους χάδι μόνο, αμήχανο και τυχαίο, έτσι που ακουμπάνε για λίγο οι παλάμες και τα δάχτυλα μας στιγμιαία, καθώς τους δίνω ρέστα, πελάτες χωρίς όνομα, πρόσωπα δίχως λοιπά στοιχεία. Θέλω να ‘ρχονται στο οχτάωρο και να μου λεν καμιά κουβέντα φλύαρη κι ασήμαντη. Να … κάποιο κουτσομπολιό ας πούμε. Ή πάλι μπορούν να μου κάνουν μια πρόβλεψη για το ματς της Κυριακής. Τ’ ακούτε; Το έχω ανάγκη! Το έχω ανάγκη μέσα στο κελί που μπήκα του ενός τετραγωνικού, μ’ αυτούς τους τοίχους τους ψηλούς, που ‘χω για κάγκελα τα κρουασάν και μέγγενη τις σοκολάτες.

Ο Συλφίδας τελευταία μου ζήτησε να βάζω μουσική στη βάρδιά μου. «Κάνει καλό στη διάθεση των πελατών» είπε, «τους διασκεδάζει!». «Μάρκετινγκ της πούτσας!» μούγκρισα μέσα μου και δέχτηκα απαθής κι αδιαμαρτύρητα τις εντολές του. Έτσι κι εγώ βάλθηκα να παίζω τα δικά μου. Παλιόφιλε Συλ Τζόνσον, παραπονεμένα λόγια έχουν τα τραγούδια σου … Χόλυ Σπρινγκς Μισσισσιππή, Σικάγο Ιλινόις, Νέα Ιωνία Αττικής, Αμφιάλη Πειραιά, τόποι ταπεινοί στην πλάτη του ήλιου, στο ίδιο το καζάνι βράζουμε, εμείς, οι δουλειές που κάνουμε κι οι νότες που αγαπάμε.

Η καλύτερή μου είναι όταν έρχεσαι εσύ. Με κάνεις και ξεχνώ το χαμαλίκι. Δυο άνθρωποι όρθιοι, ο ένας σιμά στον άλλον, οι φτέρνες μας πονούν, στέκονται και πατούν πάνω στην ίδια ανάγκη. Δίπλα σου καμώνομαι τον άνετο. Μα είναι σαν πρώτο ραντεβού, με ιδρώτα και ταχυπαλμίες και στιγμές σιωπής. Προμοτάρεις τα τσιγάρα σου, προτείνεις φίλτρα και χαρτάκια. Γελάμε μαζί με τις δικαιολογίες που βρίσκουν οι άνθρωποι όταν δεν θέλουν αυτό που τους πλασάρεις. Και είναι τότε που εγώ σου κλείνω το μάτι, χαρίζοντάς σου γλυκά και καραμέλες. Τα βάζω συνωμοτικά στην τσέπη σου, έτσι που να ‘χω κάποια ελάχιστη επαφή με τους γοφούς σου.

Έλα να αρπάξουμε την είσπραξη στο σχόλασμα και να το βάλουμε στα πόδια. Κι άσε τον Συλφίδα να τρελαθεί, να ξαμολήσει λυτούς και δεμένους σε τούτο το γελοίο ανθρωποκυνηγητό. Ερασιτέχνες κακοποιοί και εραστές να ζήσουμε κρυφά σε σπίτια φίλων. Θα πλαγιάσουμε γυμνοί πάνω στα κρεβάτια των συνεργών μας. Κι όταν θα μετράμε τη λεία μας κουρασμένοι απ’ τις διώξεις και μεθυσμένοι απ’ την οσμή του εγκλήματος, θα προσπαθήσω να σε ερμηνεύσω σαν πρωτόγονος. Θα σου προσδώσω τις ιδιότητες της πονηριάς και της καύλας. Θα σε κάνω θεά μου στήνοντας βωμούς για τη λατρεία σου σε ολάκερη την επικράτεια, να ‘ρχονται οι θνητοί και να αυνανίζονται μπροστά στα ειδώλιά σου.

Σχολιάστε

Filed under Uncategorized