Monthly Archives: Αύγουστος 2012

Οι στολές των ανθρώπων

Image

Είναι εβδομηντάρης. Στη ζωή του έχει χτίσει εκατό πολυκατοικίες, κι όμως ζει στο νοίκι. Εκατό φορές κινδύνευσε να σκοτωθεί. Μια φορά ανά πολυκατοικία. Ξηγημένα μαθηματικά κι ας μην τα έπαιρνε τα γράμματα. Για αυτό ξεκίνησε οικοδομή παιδί ακόμα.

Δεν τον γνωρίζω. Τα φαντάζομαι όλα αυτά γιατί τον είδα σήμερα να φεύγει από το καφενείο βιαστικός, με δυο τσάντες ψώνια λαϊκής στο χέρι. Τόσα μπορούσε τόσα ψώνισε. Μένει με την κυρά. Αυτή θα τον περιμένει. Όπως έκανε πάντα, να της πάει τα «κουβαλήματα» να του μαγειρέψει. Όπως όταν ξυπνούσε για να πάει στο γιαπί και του έφτιαχνε το κολατσιό του. Όπως όταν γυρνούσε από το γιαπί και του είχε έτοιμο, ζεστό, ό,τι μπορούσε να προσφέρει το σπίτι.

Ήταν πάντα εκεί, μπροστά. Τον βλέπω το 73’ από τους πρώτους να φωνάζει, να χτυπιέται, να εκστασιάζεται μαζί με τους φοιτητές. Μετά πάλι αρχές του 90’ όλοι να του λεν «τώρα με τους Αλβανούς δεν θα σταυρώσεις μεροκάματο κυρ-Μάρκο». Ναι για Μάρκο τον κάνω. Κυρ-Μάρκος. Ταιριάζει γάντι! Κι όμως αυτός άνοιγε το τάπερ και έδινε στους Αλβανούς ό,τι βρισκόταν. Λίγο τυρί, δυο-τρεις ελιές. «Για όλους έχει ο Θεός» έλεγε. «Φτώχεια είναι να ξέρεις να μοιράζεσαι.»

Έπειτα τους μάθαινε ελληνικά. «Μα-λά-κας», αλλά και «Αύ-ξη-ση». Αυτοί τα λέγανε σπαστά κι όλοι στο εργοτάξιο ξεκαρδιζόντουσαν. Προσπαθούσε να τους μιλήσει για το σωματείο. Είχε φάει ξύλο με την ψυχή του. Χημικά να δεις! Αλλά αυτό εντάξει, είχε μάθει να εισπνέει τις μπογιές και τη σκόνη του τσιμέντου. Την κόρη την πάντρεψε και το γιό του το μικρό τον σπούδασε δάσκαλο. Χοντρές οικονομίες και δεν είχε και δουλειά κείνη την εποχή.

Σήμερα σακατεμένη μέση, τσακισμένα χέρια και πόδια. Τα μισά στο νοίκι και τα άλλα μισά φάρμακα και γιατρούς. Σήμερα ανακοίνωσαν πως θα του κόψουν κι άλλα από τη σύνταξη. Τους ένστολους που τον χτύπησαν το 73’ και του έριξαν χημικά το 90’ η κυβέρνηση τους φροντίζει. Είναι επικίνδυνη λένε η δουλειά τους κι ο κυρ-Μάρκος γελάει και σιχτιρίζει γιατί θυμάται τις ζαλάδες και τους ιλίγγους του, επτά ορόφους πάνω απ ‘τη γη. «Και με κάμα και βροχή».

Μα δεν τον νοιάζει για αυτόν όσο για το γιο του. «Ο γιος μου» λέει «διδάσκει παιδιά, δεν τα πυροβολεί!». Και συνεχίζει «Όταν κόβεις από όλους δεν κόβεις από τους ένστολους γιατί σύντομα θα τους χρειαστείς. Τόσο απλό!»

Κάθε επάγγελμα έχει τη στολή του. Ο δικηγόρος το κουστούμι, ο γιατρός την άσπρη μπλούζα, η πόρνη τα εσώρουχα κι ο οικοδόμος τη φόρμα και τα γάντια. Η μόνη διαφορά είναι ότι στη μια περίπτωση όταν πεθαίνεις στη δουλειά, σου βάζουν πάνω τη σημαία, ενώ  στην άλλη φεύγεις μόνος, ανώνυμα, χωρίς τιμές.

Ας είναι. «Όσοι είναι παλικάρια τη ζωή τους την περνούν στη σκαλωσιά!».

4 Σχόλια

Filed under Uncategorized

Πέφτεις απ’τα σύννεφα βρε ; Ο πατριωτισμός της φράουλας.

Image

Πατριωτισμός και θυσίες. Οι δυο αναγκαίες λέξεις που πρέπει να χρησιμοποιήσει τουλάχιστον μια φορά σε μια πρόταση η ντόπια αντίδραση. Αρέσουν πολύ αυτές οι λέξεις στους πολιτικούς και στους κονδυλοφόρους μας. Ο γέρος με τα δακρυσμένα μάτια που προσφέρθηκε να θυσιάσει τη σύνταξή του στον πρώην πρωθυπουργό για τη σωτηρία της χώρας ήταν σίγουρα καλός πατριώτης. Εγώ που τώρα είμαι άνεργος ξέρω πως μάλλον δεν πρόκειται ποτέ να πάρω σύνταξη γιατί δεν βρέθηκε ως τώρα κάποιος πατριώτης που με πήρε στη δούλεψή του να μου κολλήσει ένα ένσημο. Γιατί μου στερείτε το δικαίωμα στη θυσία;

Η Ελλάδα πέθανε κι εμείς οι τεθλιμμένοι συγγενείς έχουμε γυρίσει στο σπίτι και περιμένουμε να φάμε την ψαρόσουπα. Πέθανε ακόμα μια φορά όταν δυο πατριωτάκια μου βασάνισαν έναν μετανάστη σέρνοντάς τον με το αμάξι τους για ένα χιλιόμετρο.

Νομίζω τους ξέρω. Είναι ο κόσμος που καλλιεργεί χασισοφυτείες ανάμεσα στα καλαμπόκια. Που νοικιάζει το θερμοκήπιο για μεζονέτα στο Λαγονήσι και στοιβάζει μέσα 10-15 ψυχές. Ο κόσμος του «η κυρά στο σπίτι κι εμείς το βράδυ στο κωλόμπαρο πάνω από το βενζινάδικο γιατί έχει φέρει κάτι Ρωσσιδούλες άλλο πράμα στην ηλικία της κόρης μας». Είναι οι μάγκες πατεράδες που δίνουν το μηχανάκι στο γιο στα 10 του και το αγροτικό στα 15 για να κατεβαίνει στην πόλη. Είναι αυτοί που αφού μάδησαν την «Ιτιά τη λουλουδιασμένη», φτιάξαν ένα κράμα σκυλάδικων κλαρίνων αντικαθιστώντας την παράδοση με το «Αγαπώ μια πιτσιρίκα». Είναι ακόμα εκείνοι που ταξίδεψαν 500 χιλιόμετρα για να κάνουν μια βόλτα με το μετρό στο παρθενικό του ταξίδι.

Είναι ο κόσμος που ξέρει προσωπικά τον πολιτευτή της περιφέρειας γιατί τον συναντά στο καφενείο και λέει «καλό παιδί, δικό μας παιδί!». Ξέρεις «ήρθε ο βουλευτής στο χωριό βόλτες από κει κι από δω». Που είσαι Μαρίνο Αντύπα να δεις για ποιους θυσιάστηκες. Είναι αυτοί που βάζουν φωτιές (σαν τον Χιώτη εμπρηστή) και κατακαίνε τον τόπο τους γιατί ο βουλευτής που λέγαμε πριν δεν τους μονιμοποίησε στην Πυροσβεστική.

Όλοι αυτοί υπήρχαν πάντοτε. Τι πέφτεις απ΄τα σύννεφα βρε; Απλά τώρα που τέλειωσε το ρουσφέτι βρήκαν κι αυτοί την πολιτική τους στέγη.

Όχι δεν τα βάζω με τους ανθρώπους της επαρχίας. Άλλωστε κανείς δεν είναι βέρος πρωτευουσιάνος κι έχω πολλά ράμματα και για τις γούνες των ανθρώπων της πόλης. Αλλά να, εγώ γιατί πρέπει να νιώθω πατριωτάκι, σύντεκνος, κουμπάρος, με όλους αυτούς; Το μόνο μας κοινό είναι η γλώσσα κι η γλώσσα διδάσκεται ξέρεις.

Τι φρούτα βγάζει η Μανωλάδα; Φράουλες; Ε λοιπόν όπως λέει κάπου κι ο Reiser, του οποίου το σκίτσο κοσμεί το σημερινό ποστ, «οι μύγες πάνε και κάθονται πάνω στα αρχίδια μου κι ύστερα πετάνε και κάθονται στις φράουλες σας». Με λίγα λόγια «ευχαριστώ δεν θα πάρω!».

Υ.Γ. Επειδή η Πατρίς χρειάζεται θυσίες αύριο το πρωί υπόσχομαι να σηκωθώ πριν τις 12.00 και να αναρτήσω μια νέα ιστορία μου.

Σχολιάστε

Filed under Uncategorized

Το τραμ της πλατείας Ταξίμ

Image

Ήμασταν και γαμώ τα ζευγάρια. Τα είχαμε όλα έτοιμα, στο χέρι. Νοικιάζαμε ένα μικρό ωραίο δυάρι. Φυσικά το πλήρωνε η οικογένειά της. Νέοι και ερωτευμένοι. Πώς να ξέρουμε τι πόλεμος γινόταν έξω από τα πενήντα τετραγωνικά μας; Το παίζαμε καλλιτέχνες. Εκείνη έφτιαχνε κολάζ, κοσμήματα, χειροτεχνίες γενικά. Εγώ είχα μετατρέψει το μικρό αποθηκάκι σε γραφείο. «Αυτή θα είναι η «καβάτζα» σου». Έτσι βάφτισε τον μικρό μου χώρο κι έλεγε «εδώ το υπέροχο μυαλό σου θα κατεβάζει ιδέες στο χαρτί». Έπειτα με φιλούσε.

Δουλεύαμε σε ένα μπαρ. Αυτή σερβιτόρα, εγώ έβαζα μουσική. Όχι για βιοπορισμό. Χαρτζιλίκι για τα λούσα μας. Ψωνίζαμε στα βιολογικά, μαγειρεύαμε, αγοράσαμε ποδήλατα, ανακυκλώναμε. Κάναμε οποιαδήποτε δηθενιά. Τα βράδια με καλό καιρό τρώγαμε και πίναμε στο μπαλκόνι. Από κάτω περνούσαν κουρελήδες. Ψάχνανε στα σκουπίδια. Εμείς συνεχίζαμε το φαγητό. Πρώτος καιρός της κρίσης. Δεν μας είχε χτυπήσει την πόρτα. Αναίσθητοι σαν όλους. 

Γυρνούσαμε ξημερώματα. Μποέμικη ζωή. Ο κόσμος ο κανονικός, ο κόσμος της δουλειάς, οι άνθρωποι του ξυπνητηριού των 7.00 π.μ. μας κοιτούσαν και κουνούσαν το κεφάλι. Κοντοστεκόμουν στις κολώνες και διάβαζα τα κηδειόχαρτα. Πάντα διάβαζα ότι έπεφτε στα μάτια και στα χέρια μου. Κουτσομπολίστικα περιοδικά, αγγελίες, προσπέκτους πολυκαταστημάτων, ενοικιαστήρια. «Είσαι της λέω;» και με κοίταξε απορημένη. Δίχως να τη νοιάζει για περισσότερες πληροφορίες απάντησε «μέσα!». Πήραμε σβάρνα τις κηδείες και τα μνημόσυνα για λίγο τζάμπα κονιάκ. Έτσι για να’ χουμε να το λέμε. Παιδάκια. Και μάλιστα ερωτευμένα.

Όλα ήταν κανονισμένα. Θα γυρνούσα από το μπαρ και θα την ξυπνούσα με ένα φιλί στα μαλλιά. Εκείνη θα είχε ετοιμάσει τα σακίδια μας. Εγώ θα είχα σχεδιάσει και οργανώσει την εκδρομή. Ξενοδοχείο, μουσεία, αξιοθέατα.  Λίγο πριν τις τρεις τα ξημερώματα βγήκαμε και περπατήσαμε ως την πλατεία. Πηδήξαμε στο λεωφορείο κι από κει γραμμή για την Ισταμπούλ. 

Σκέφτομαι το Μουσταφά. Νεαρός φοιτητής. Τον γνωρίσαμε σε ένα καφέ, θυμάσαι; Είχε ένα μεγάλο σημάδι από λοστό στο κεφάλι. Ήταν κουρεμένος γουλί. Το σημάδι κάλυπτε όλο το κρανίο. Γκρίζοι λύκοι. Λέγαμε «μα καλά γίνονται αυτά;» κι εκείνος έκλαιγε παρόλο που δεν μας ήξερε. Μας χάρισε μια φανέλα. Έγραφε «Turkiye Komunist Partisi». Εμείς του είπαμε πως αν βρεθεί ποτέ στην Ελλάδα να περάσει από το δυαράκι μας. Θα υπήρχε χώρος. Ανταλλάξαμε στοιχεία και τον κεράσαμε τσάι.

Τι θέλω και τα σκαλίζω; Γιατί η μοναξιά είναι η μεγάλη αδερφή της δημιουργίας. Στην Αθήνα οι κουρελήδες που ψάχνουν στα σκουπίδια φοράνε πλέον τα καλά τους κι είναι χιλιάδες. Εκατοντάδες οι ανυπεράσπιστοι Μουσταφά. Κι οι λύκοι είναι γείτονες, γνωστοί μας, συγγενείς. Δεν είναι γκρίζοι αλλά μαύροι. Όπως και να’ χει ουρλιάζουν!

Μου έρχεται στο νου το τραμ της πλατείας Ταξίμ. Όμορφο και κατακόκκινο. Πάνω του γαντζωμένοι τουρίστες. Εμείς μέσα σε ένα εστιατόριο κι αυτό πάνω κάτω, πάνω κάτω τον πεζόδρομο. Είχε τρακάρει σε ένα κολωνάκι κι ήθελες να το βγάλεις φωτογραφία. «Ευκαιρία!» φώναξες και σου’ πα «άστο και φίλα με, θα είναι κολλημένο εκεί για ώρες».

Δεν πρόλαβες. Το τραμ αποκολλήθηκε και τράβηξε μπροστά. Μόνο μπροστά. Όπως και η ζωή!

2 Σχόλια

Filed under Uncategorized

Κυριακή των Βορείων

Image

Λίγη έμμετρη σάτιρα … να σπάσει η μουντάδα !

Τις Κυριακές μου όμορφα χαίρομαι να περνάω

Και στην πλατεία κάθομαι κι όλους τους κοιτάω

                                    Είναι μικρός ο τόπος μας, μα πλούσια επαρχία

Την κρίση δεν τη γνώρισε, της πέσανε λαχεία

Μπαμπάδες που νομίζουνε το αμάξι τους βασίλειο

Κι εμείς ποτέ δεν βλέπουμε τη μοίρα μας στον ήλιο

Νέες μαμάδες όμορφες που τα καρότσια σέρνουν

Και των μωρών τα κλάματα τα αφτιά συχνά μας παίρνουν

Κυρίες με ψηλοτάκουνα που φέρονται σαν ντίβες

Και από το Cosmopolitan δέχονται ντιρεκτίβες

Εφημερίδες παίρνουνε που οχτώ κιλά ζυγίζουν

Ποτέ τους δεν διαβάζουνε μονάχα ξεφυλλίζουν

Ορμούν στις καφετέριες και παίρνουνε εσπρέσο

Σαν το Μιλάνο γίναμε, Ευρώπη γαρ, μη χέσω!

Μετά πίνουνε τσίπουρα μεζέ κρασί και ούζα

Τους σερβιτόρους βρίζουνε τους έχουν όλους σούζα

Βρε λες να χει ο καθένας τους και μία εταιρεία;

Γιατί όλοι τους στην τεμπελιά δηλώνουν απαρτία

Υ.Γ. Αναζητείται συνθέτης, σκυλάδες και «έντεχνοι» χωρίς χιούμορ απορρίπτονται χαχα !

Σχολιάστε

Filed under Uncategorized

Η ζωή στο καντινάκι

Image

Είπα να περάσω μια βόλτα από το «καντινάκι». Είναι ένα παράπηγμα από τσιμεντόλιθους κι ελενίτ που έχουν στήσει πρόχειρα στην άκρη της πόλης, μετά τον μπαζωμένο πια Τρελοχείμαρρο, οι οδηγοί φορτηγών, όλοι τους μέλη του συλλόγου αυτοκινητιστών ο «Ερμής». Βρίσκεται δίπλα στον σταθμό των υπεραστικών λεωφορείων, ακριβώς απέναντι από την πιάτσα των ταξί και δίπλα στο πατσατζίδικο «Ο μαύρος γάτος». Κάθε τι σχετικό με το αυτοκίνητο, βρίσκεται σε αυτήν εδώ την μικρή γωνιά της πόλης μας. Βουλκανιζατέρ και συνεργεία, φανοποιεία, γραφεία μεταφορικών εταιρειών. Μια μικρογραφία του Ντιτρόιτ, σε ένα μόλις οικοδομικό τετράγωνο.

Αν και μικρό, το καντινάκι διαθέτει όλα τα κομφόρ. Ψυγειάκι, ένα μάτι με μπουκάλα υγραερίου, σύνεργα για την παρασκευή όλων των ειδών καφέ. Ακόμα και του νεοεισαχθέντος στην ζωή των νταλικέρηδων φρέντο, μέχρι και κλιματιστικό. Το αγόρασε προ μηνών ο κυρ-Κώστας, ένας παλαίμαχος πια άσσος του βολάν, σπαταλώντας μάλιστα μια ολάκερη σύνταξη. Μια υπερυψωμένη, γεμάτη κακοτεχνίες, βάση από μπετόν έχει μετατραπεί σε βεράντα. Ασβεστωμένη και γεμάτη μικρές γλαστρούλες, να κάθεσαι και να σε μεθά η μυρουδιά του βασιλικού. Διάφορες καρέκλες και τραπεζάκια με νάιλον τραπεζομάντιλα υποδέχονται καθημερινά τους οδηγούς για να αναπαυτούν στην δροσιά που προσφέρει η σκιά της καλαμωτής που βρίσκεται από πάνω. Εδώ θα ξεκουραστούν, θα κουτσομπολέψουν, θα φάνε τα μεζεδάκια τους οι μερακλήδες βιοπαλαιστές σβήνοντας τα τσιγάρα τους σε διαφημιστικά τασάκια που αναγράφουν Assos International. Συχνά θα λογομαχήσουν για το ποδόσφαιρο και την πολιτική, όμως είναι πάντα αγαπημένοι και δεμένοι στα δύσκολα, κάτι που φάνηκε και στις τελευταίες τους κινητοποιήσεις ενάντια στα μέτρα της κυβέρνησης που αφορούσαν τον κλάδο.

Σαν έφτασα, χαιρέτησα όλα τα παιδιά, και έκατσα σε μια παρέα που με περίμενε. Με είχε καλέσει ο Γιώτης, φίλος καλός, που θα έφευγε ταξίδι Γερμανία. Να με δει, να φάμε γαύρο τηγανητό και να πιούμε ουζάκι.

Εκεί τον είδα για πρώτη φορά. Καθόταν μόνος σε ένα τραπέζι κι έπινε τη μπύρα του. Ήταν ο Βλάσσης Σαμουρτζίδης. Οδηγός ενός πελώριου Scania, παιδί πολιτικών προσφύγων στην Τασκένδη. Εκεί μεγάλωσε ακούγοντας τη λέξη «πατρίδα» απ’ τους παππούδες. Με το ζόρι η ποντιακή στολή. Με το στανιό οι παραδοσιακοί χοροί. Έμαθε να αγαπά την λύρα και να λαχταρά την πατρίδα. Έτσι γύρισε με τους γονείς 20 χρονών παιδί. Απογοητεύτηκε. Εκεί βρωμοέλληνας, εδώ βρωμορώσος. Δυσκολεύτηκε να προσαρμοστεί και ως τα 25 του δεν κατάφερε να σταυρώσει μια σχέση με γυναίκα. Ένας φίλος του είχε μιλήσει για τις ευκαιρίες που δίνονται στη Σουηδία κι έτσι ο Βλάσσης δεν άργησε να πάρει την απόφαση να ξενιτευτεί. Έλειψε εφτά χρόνια. Βιομηχανικός εργάτης στο γυαλί, λίγο έξω από τη Στοκχόλμη. Μάζεψε κομπόδεμα, αρκετό για να αγοράσει την νταλίκα του να βγάζει το ψωμί του και γύρισε πίσω στην πατρίδα.

Ο Βλάσσης ήταν σωστός γίγαντας με ύψος που ξεπερνούσε τα δυο μέτρα, μακριές χερούκλες, μπράτσα απ’ το τιμόνι. Καθώς τον παρατηρούσα, καθόταν μόνος κι αμίλητος, οι αγριοφωνάρες των υπολοίπων με επανέφεραν στην συντροφιά του τραπεζιού. Γλέντι τρικούβερτο! Φαίνεται πως το ούζο είχε αρχίσει να κάνει την ύπουλη δουλειά του. Τα πειράγματα έδιναν κι έπαιρναν. Καθένας είχε να διηγηθεί και μια σειρά από ερωτικές περιπέτειες που θα ζήλευε κι ο Καζανόβα. Ψέμα και υπερβολή. Πότε μια χήρα που τους είχε ερωτευτεί και τους παρακαλούσε για γάμο, πότε καμιά ερωμένη στο μακρινό Μόναχο. Κάποια Πατρινιά παντρεμένη που την βλέπανε στα κλεφτά πριν μπουν με το φορτηγό στο βαπόρι για Ανκόνα. Κάθε τόσο διέκοπταν απότομα την εξιστόρηση των άθλων τους για να κάνουν καμάκι στις φοιτήτριες που βγαίνανε από τα ΚΤΕΛ σέρνοντας πελώριες βαλίτσες στο δρόμο μπροστά από το καντινάκι.

Ο Βλάσσης, όση ώρα κουβεντιάζαμε, γελούσαμε, κυρίως φωνάζαμε, έδειχνε να μην ακούει καν τι λέμε. Συνέχιζε μόνος να απολαμβάνει ευλαβικά την παγωμένη του μπύρα.

«Βλάσση! Εεε Βλάσση! Πες μας κι εσύ καμιά ιστορία!» τον προκάλεσε από την παρέα μας ο Γιώτης.

«Είναι ο Βλάσσης ο κουλτουριάρης» μου σφύριξε στο αφτί ένας απ’ το τραπέζι.

Ο Βλάσσης έσυρε το πανύψηλο σώμα του μαζί με την καρέκλα προς το μέρος μας και μίλησε.

«Εντάξει θα σας πω για μένα!». Σήκωσε το πουκάμισο και μας έδειξε μια ουλή. Συνέχισε. «Τούτο δω είναι από μαχαιριά. Και να ‘ταν μόνο αυτό. Οι κλωτσιές στο κεφάλι είναι ο πόνος ο φριχτός. Ήμουν ταπί. Πρώτος καιρός στη Σουηδία. Κρύο. Δεν είχα να κοιμηθώ και περιφερόμουν. Κάθισα σε ένα πάρκο να βγάλω τη νύχτα. Μια συμμορία, καμιά δεκαριά παιδαρέλια Σουηδοί. Φώναζαν «utanför invandrare!»… έξω μετανάστη! Έκτοτε για να κοιμηθώ πίνω, κλειδώνω και προσεύχομαι. Τρεις φορές στην Πάτρα έκρυψα στο φορτηγό κατατρεγμένους. Όχι για χρήματα. Τζάμπα! Έτσι για να είναι καλά όπου βρίσκονται και να ανάβουν ένα κερί ή ότι κάνουν στη θρησκεία τους για μένα. Μην έχω κανένα ατύχημα στο δρόμο. Γνώρισα τους ανθρώπους και τους φοβήθηκα. Μόνο εκείνη αγάπησα!». Και συνέχισε.

Μας μίλησε για μια γυναίκα. Την πρωτοείδε μια μέρα που καθόταν στο «καντινάκι». Τον γοήτευσε τόσο πολύ «ο αέρας της, το περπάτημά της» που παράτησε το μεζέ και την ρετσίνα στη μέση και έτρεξε ξοπίσω της. Σε απόσταση ασφαλείας μην τυχόν και την τρομάξει.

«Πριν την γνωρίσω» είπε «ήμουν ζώο κανονικό. Αγράμματος, άξεστος, ρεμάλι της κοινωνίας. Το μόνο που με ένοιαζε ήταν να βγάζω παράδες και να τους σκορπάω από δω κι από κει για την καλοπέρασή μου ή τουλάχιστον αυτό που νόμιζα εγώ καλοπέραση

Όπως μας είπε, εκείνη η γυναίκα διέφερε στην όψη και στους τρόπους από κείνες τις σουρλουλούδες με τις οποίες ως τότε είχε συνηθίσει να σκοτώνει τη μοναξιά του. Την ακολούθησε μέχρι που εκείνη μπήκε στο βιβλιοπωλείο του «Παπασωτηρίου» που βρίσκεται στην πλατεία. Κοντοστάθηκε έξω, κάνοντας τάχα ότι χαζεύει τη βιτρίνα, ρίχνοντας που και που ματιές μέσα να κρυφοκοιτά την ομορφιά της. Κοίταζε τα βιβλία, διάβαζε τους τίτλους των εξωφύλλων. Όλα ακαταλαβίστικα. Η  γυναίκα βγήκε. Ο Βλάσσης την ακολούθησε ως το σπίτι της.

Την επομένη πήγε πρωί- πρωί στο βιβλιοπωλείο. Μπήκε μέσα, άρπαξε την πρώτη υπάλληλο που αντίκρισε και άρχισε να της περιγράφει την γυναίκα. «Ήρθε εδώ χτες, γύρω στις 12.00, ψηλή, μελαχρινή, πανέμορφη, με δυο πελώρια ασημένια σκουλαρίκια. Δεν τη θυμάστε; Θα πρέπει να αγόρασε μια ντουζίνα βιβλία!».

Με τα χίλια ζόρια η κοπέλα του βιβλιοπωλείου θυμήθηκε. Τότε ο Βλάσσης της ζήτησε τα ίδια ακριβώς βιβλία για να τα αγοράσει. Έβγαλε ένα πάκο χρήματα από την τσέπη του μπουφάν, πλήρωσε και βγήκε βιαστικός να πάει να την στήσει έξω από το σπίτι της μυστηριώδους γυναίκας.

«Νόμιζα, πως άμα κάνω ότι κάνει και μάθω τα ενδιαφέροντά της, αν και όταν υπήρχε η περίπτωση να τη γνωρίσω, να συστηθούμε βρε αδερφέ και να μιλήσουμε, θα της αρέσω.»

Εκείνη την στιγμή οι υπόλοιποι της παρέας έδειξαν να βαριούνται κι άρχισαν να παροτρύνουν το Βλάσση «Στο ψητό! Μας γκάστρωσες, πες μας την πήδηξες τελικά;».

Ο Βλάσσης θύμωσε, αλλά εγώ τον παρακάλεσα να συνεχίσει, μαλώνοντας τους άλλους για την αγένειά τους. Η ίδια ιστορία συνεχίστηκε καθημερινά επί δυο σχεδόν μήνες. Το πρωί την ακολουθούσε σαν έβγαινε από το σπίτι. Βιβλιοπωλεία, δισκοπωλεία, μουσεία. Τα βράδια την έστηνε έξω από το σπίτι της.

«Δεν έτυχε να την γνωρίσω ποτέ» είπε με παράπονο κι αληθινό πόνο. «Όμως αυτή ήταν η γυναίκα που με άλλαξε. Αγάπησα τόσα πράγματα που κορόιδευα δίχως να ξέρω. Είμαι καλύτερος. Ένας ολάκερος κόσμος ορθώθηκε μπροστά μου. Βιβλία, μουσική, θέατρο. Τέχνη και ζωή! Αυτό δεν είναι ο έρωτας; Κι ας μην της χάιδεψα το χέρι ένα λεπτό!».

Οι άλλοι γέλασαν με την καρδιά τους και συνέχισαν να τρωγοπίνουν χλευάζοντας το Βλάσση. Εγώ τον ήθελα για φίλο μου.

5 Σχόλια

Filed under Uncategorized

Λαθρεπιβάτης

Image

«Όχι ρε κουκλίτσα μου, τι δουλειά έχεις εσύ να πας εκεί; Μια χαρά δεν είσαι στη δουλίτσα σου, με το ωράριο σου, που να μπλέκεις τώρα σερβιτόρα ξανά; Δύσκολα είναι, δεν λέω, αλλά θα την βρεις την άκρη! Άσε που θα σε ζαλίζουν όλοι, θα κοιτάν τον κώλο σου. Ξέρεις εγώ δεν ζηλεύω για σένα το λέω, που ξέρω ότι στη σπάνε αυτά. Αυτές οι δουλειές είναι για κάτι χοντρές σαν την ξαδέρφη σου, να της την πέφτουν τα λιγούρια και να χαίρεται!»

Κάπως έτσι έκλεισε την κουβεντούλα του ο τύπος που καθόταν δίπλα μου στη στάση. Τον είχε λούσει κρύος ιδρώτας το φουκαρά που η δικιά του σκεφτόταν να βρει απογευματινή δουλειά. Ζήλευε. Αλλά οι τύποι που κυκλοφορούν στην περιοχή το παίζουν πολύ άντρες και δεν παραδέχονται τη ζήλια τους.

Είναι πάντα ωραίο να ακούς τι συζητούν οι άνθρωποι. Όχι από κουτσομπολιό, αλλά αν είσαι σαν εμένα προσπαθείς καθημερινά να καταλάβεις γιατί τα πράματα πάνε κατά διαόλου και το να κρυφακούς τους ανθρώπους βοηθάει πολύ. Καταλαβαίνεις τι σκατά μπορεί να κρύβουν στην κεφάλα τους. Σκατά; Ολόκληρο βυτιοφόρο με κουράδες. Εμένα η ευκαιρία μου δόθηκε έτσι, τυχαία, σε μια στάση. Περίμενα το λεωφορείο. Είχα βγει, να πάω στο πολυεθνικό σούπερ μάρκετ να πάρω φτηνές μπύρες. Παντού είχαν ξεφυτρώσει. Ξυπνούσες κι εκεί που κάποτε υπήρχε μια γειτονιά, έβλεπες γυαλί, τσιμέντο κι ανθρώπους να σέρνουν καροτσάκια. Με πληροφόρησε ένας φίλος. Μου είπε ότι με έξι μόνο ευρώ περνούν στην κατοχή σου είκοσι ολάκερες μπύρες. Καλά όχι τίποτα το σοβαρό, μάλλον νερό με μπύρα κάποιας άγνωστης ζυθοποιίας, αλλά όπως και να ‘χει το κάνεις το κεφάλι σου με είκοσι από δαύτες. Είχα τη σακουλίτσα μου με τα ψώνια μου και περίμενα.

Τα λεφτά για το εισιτήριο του λεωφορείου βέβαια επενδύθηκαν στις μπύρες. Τα έσπρωξα αδιάφορα στη νόστιμη ταμία η οποία παραδόξως μου χαμογέλασε και πάσχισε να μου γεμίσει την τσάντα. Φαίνεται πως η μπογιά μου περνούσε ακόμα στα λαϊκά κορίτσια. Οι δήθεν εναλλακτικές με είχαν απαρνηθεί από καιρό. Όπως κι εγώ άλλωστε.

Το λεωφορείο ήρθε αργοπορημένο αλλά αν είσαι τζαμπατζής σαν εμένα είναι θράσος να διαμαρτύρεσαι. Μπήκα μέσα και στριμώχτηκα. Γριές με αντίδωρο στα χέρια, γέροι που βρωμούσαν, μετανάστες όρθιοι από φόβο μην πάρουν το κάθισμα του Έλληνα και στη γαλαρία πιτσιρικαρία να φωνάζει και να βγάζει φωτογραφίες με τα κινητά. Στα μισά της διαδρομής ανέβηκαν δυο τύποι με θαλασσί πουκάμισα και μουστάκια. Εντάξει το μουστάκι έχει γίνει μόδα σε πολλούς που διαβάζουν διάφορες μοντέρνες φυλλάδες αλλά οι συγκεκριμένοι μόνο την «Αυριανή» θα μπορούσαν να κρατήσουν. Χαιρέτησαν τον οδηγό κι άρχισαν να ζητάνε από τον κόσμο τα εισιτήρια. Φτάσανε και σε μένα. Ατάραχος εγώ.

Είχε περάσει ο καιρός που ντρεπόμουν. Αν ο ίδιος σου ο πατέρας σε τραβολογάει στους τρελογιατρούς γιατί πιστεύει πως κάτι συμβαίνει μέσα στο κεφάλι σου, δεν έχεις χρόνο να ντραπείς για ένα κωλοεισιτήριο. Έχεις συνηθίσει την ντροπή σαν ντόπα στις φλέβες σου. Έχεις νιώσει τις πιρουνιές της στα μάτια των ανθρώπων, στα βλέμματα των γειτόνων ύστερα από ένα τρικούβερτο καυγά στο σπίτι.

«Το εισιτήριό σας κύριε!» Κύριε; Έχουν καιρό να με αποκαλέσουν έτσι. «Την βλέπετε κύριε αυτή τη σακούλα; Ε λοιπόν θα αγόραζα εισιτήριο αν δεν ποθούσα τόσο πολύ να γεμίσω αυτή τη σακούλα.»

Ο ελεγκτής σάστισε. Φαίνεται είχε συνηθίσει να σκύβουν τα κεφάλια οι λαθρεπιβάτες κάτι που σίγουρα τον γέμιζε ηδονή. Σε τέτοιο βαθμό μάλιστα, που για δευτερόλεπτα τον φαντάστηκα να λερώνει με σπέρμα το φτηνό του σώβρακο, σαν ζητά εισιτήριο από κάποιον ανήμπορο τζαμπατζή. Στις μέρες μας το σύστημα έχει ανάγκη να παραχωρεί εξουσίες σε ανθρώπους σαν και δαύτον. Αλλιώς δεν μπορεί να κρατηθεί γερό. Νομίζω πως οι αυτοκρατορίες χρωστούσαν πάντα πολλά στους άσημους ρουφιάνους.

Ο τύπος έγειρε το κεφάλι, κοίταξε ένα από τα είκοσι κουτάκια μου να ξεπροβάλει μέσα από την σακούλα και με αυστηρό ύφος μου ζήτησε να κατέβω για να πάρει τα στοιχεία μου. Ατάραχος πάλι ακολούθησα τις οδηγίες του. Κατέβηκα κι οι δυο τύποι με κύκλωσαν σαν να είχαν να κάνουν με κανένα θεριό. Και να πω ότι γέμιζα το μάτι. Εξήντα κιλά είχα καταντήσει. Σωστό χτικιό. Όλα έδειχναν πως είχαν να κάνουν με έναν πειθήνιο, συνεργάσιμο, νομοταγή πολίτη. Την ώρα που σημείωναν τα στοιχεία μου και την κατάλληλη στιγμή, προτού δηλαδή πάρουν ότι χρειάζονταν, έκανα αυτό που ήξερα καλύτερα να κάνω. Εντάξει ίσως όχι καλύτερα από το να πίνω. Έτρεξα. Πάντα με θυμάμαι να τρέχω. Από μια σχέση, από μερικές ευθύνες, από το σπίτι μου. Και να ’μαι τώρα να σπριντάρω για να ξεφύγω από δυο ελεγκτές. Από δυο υπαλληλίσκους. Κατάντια!

Το χειρότερο ήταν πως με κατέβασαν μακριά από το σπίτι. Χώθηκα στη συνοικία με τα προσφυγικά για να με χάσουν. Λαβύρινθος. Στενά, αυλές και αδιέξοδα. Με έχασαν. Έπρεπε να σιγουρευτώ. Κάθισα σε ένα ασβεστωμένο περβάζι, άναψα τσιγάρο και άνοιξα μια από τις μπύρες. «Θεέ μου κάτουρο χελώνας!».

Αν και αντίξοες οι συνθήκες είχα πάρει από καιρό την απόφαση να απολαμβάνω ότι μπορώ. Ο θυμόσοφος λαός μας λέει ότι η φτώχεια θέλει καλοπέραση. Αν ήταν πιο σοφός τούτος ο λαός θα είχε και την σοφία να παραδεχτεί και το «όπου φτωχός κι η μπύρα του» που το είδα σε ένα τοίχο και χαζογέλασα. Οι λαοί έχουν τους κυβερνήτες και τις παροιμίες που τους αξίζουν. Για τα υπόλοιπα δεν είμαι σίγουρος. Δες για παράδειγμα τους Κινέζους. Πολύ σοφία στην παροιμία και στριμόκωλα τα πράματα με την εξουσία. Ενώ εμείς … ατίθασοι κατεργάρηδες έχουμε μια παροιμία να αναιρεί την άλλη και κυβερνήτες χειρότερους κι από μας. Τόσο ανυπότακτοι που η μαγκιά μας φτάνει στο να μην χτυπάμε το εισιτήριο.

Άφησα ένα μισάωρο να περάσει καπνίζοντας και πίνοντας, σιγουρεύτηκα πως ήμουν άφαντος κι έκανα να φύγω. Περπάτησα από το κέντρο. Αν είσαι ένοχος για κάτι πρέπει να κάνεις τα πάντα για να μην δείχνεις ένοχος. Με άνετο στυλ έκανα το σεργιάνι μου στους εμπορικούς δρόμους του Δήμου. Μια βόλτα στις βιτρίνες ή μάλλον εκεί που υπήρχαν κάποτε βιτρίνες. Όπου έκλεινε ένα μαγαζί ξεφύτρωνε ένα ενεχυροδανειστήριο. «ΑΓΟΡΑΖΕΤΑΙ ΧΡΥΣΟΣ». Γιγάντια γράμματα ενημέρωναν τους περαστικούς του μικρού μας Ελ Ντοράντο. Κοντοστάθηκα και συλλογίστηκα «άμα είχα χρυσό στα Ταμπούρια θα έμενα;». Κι όμως οι γριές κατέθεταν τα δόντια τους για να πληρώσουν ρεύμα και φάρμακα.

Χτύπησε το κινητό. Με ενημέρωσαν πως δυο παιδιά δέκα-δώδεκα χρονών έκλεψαν τη γιαγιά μου μπροστά στο σπίτι. Ο Ντίκενς είναι ο πιο επίκαιρος συγγραφέας. Γραφιάδες του κόσμου αφήστε τις πένες κάτω. Όλα έχουν γραφτεί! Κι εσύ Κνουτ Χάμσουν γιατί έγραψες την «Πείνα»; Την «Αθήνα» έπρεπε … το ίδιο κάνει.

Έφτασα σπίτι. Γδύθηκα και τον έπαιξα. Δεν είχα όρεξη για μπύρες. Θα τις κρατούσα στο ψυγείο για το βράδυ. Μια μικρή βόλτα σε μαθαίνει πόσο σκατά είναι ο κόσμος μας. Κι εγώ το μόνο που έκανα ήταν να τον παίζω. Α, ναι! Και η επανάσταση της ημέρας μου ήταν να μην χτυπήσω εισιτήριο. Βλακείες!

* Η φωτογραφία πάνω είναι του καλού μου φίλου Γρηγόρη Χριστοδουλάκου.

3 Σχόλια

Filed under Uncategorized

Ο ζιγκολό της εργατικής τάξης

Image

 Σκληρό αγόρι ο Μάικ. Αμφιαλιώτης γέννημα θρέμμα. Σωστό θηρίο, ολημερίς στα γυμναστήρια και καπάκι τσάρκα στις καφετέριες της Παναγή Τσαλδάρη. Ντυμένος και σενιαρισμένος πάντα στην τρίχα. Φτηνές απομιμήσεις επώνυμων ρούχων στα μικρομάγαζα του Κορυδαλλού. Γυμναστήριο ξεκίνησε αρχικά για να περνά η ώρα αλλά μετά κόλλησε το μικρόβιο του μπόντι μπίλντερ. Εκεί έμπλεξε με τα αναβολικά. Αλλά να ήταν μόνο η ντόπα … ύστερα ήρθαν τα πάρε δώσε με τους μπράβους.

Τσαμπουκάδες Ταμπούρια και Δραπετσώνα. Πλακωνόταν όλη νύχτα με άλλες παρέες. Παπάκια, ομάδες, δεκαεξάχρονες γκομενίτσες. Ψευτομαγκιά. Τότε τον ανακάλυψαν οι νονοί της νύχτας του Πειραιά, του κόλλησαν να τον κάνουν δικό τους, τον θάμπωσαν και με τα φράγκα. Κάπως έτσι ο Μάικ κοιμήθηκε αγόρι και ξύπνησε νταής. Η μάνα σπίτι, πως να τα βγάλει μονάχη της; Ο πατέρας του Μάικ ταξίδευε συνέχεια. Φόβος μη μείνει ξέμπαρκος γιατί είχαν ανάγκες, στεγαστικό να τρέχει κάθε μήνα. Είχε και μια μικρή αδερφή τη Βαγγελίτσα. Τη θυμάμαι με κόκκινο στα γόνατα να παίζει στις γειτονιές. Τώρα πια φοιτήτρια σε κάποιο Τ.Ε.Ι. κάποιας πόλης που κανείς δεν θυμάται. Τα κουτσομπολιά τρέχουν κι η Βαγγελίτσα, κοπελάρα δυο μέτρα πια, κάνει σεξ με κάμερα στο διαδίκτυο. Εκτόνωση με πιστωτική. Ένα «Γιου Ες Ντόλαρ» τη φορά. Πλαστικό χρήμα, πλαστικοί άνθρωποι.

Είχα χρόνια να δω το Μάικ. Όμορφο παιδί, λεβέντης. Παλιοί συμμαθητές, χαθήκαμε, βρεθήκαμε πάλι φαντάροι, χαθήκαμε ξανά. Τον πέτυχα μεσημέρι να κάθεται σε ένα παλιό στέκι. Φραπέ γλυκό γάλα. Φόρμα του Ολυμπιακού, αθλητική εφημερίδα. Τα είπαμε, γελάσαμε κι υποσχεθήκαμε να βρεθούμε. Από αυτές τις βαρετές συζητήσεις με παλιούς γνωστούς που πάντα λένε κι οι δυο «να βγούμε ρε» και που κανείς δεν το πιστεύει στα αλήθεια.

Μια μέρα χάζευα, έβαζα και τις μουσικές μου, κάπνιζα σα μανιακός. Βαριόμουν. Χτύπησε το κινητό, κοίταξα την οθόνη. Ο Μάικ. Όταν είμαι σπίτι σε άθλια κατάσταση, άπλυτος, αξύριστος, κυρίως άφραγκος, δεν απαντώ στις κλήσεις. Ξέρω τι θέλουν όλοι. Να βγούμε έξω. Να προσποιούμαστε πως διασκεδάζουμε.

«Τι κάνεις Γιώργο;»

«Καλά!»

«Τι κάνεις Νατάσσα;»

«Καλά!».

«ΣΚΑΤΑ !» Φωνάζω εγώ. Μα που στο Θεό κρύφτηκαν όλοι οι άνθρωποι που δεν είναι καλά;

Το σήκωσα.

– «Που βρίσκεσαι; Σου έχω κάτι. Θέλω να το δεις.» είπε κοφτά ο Μάικ.

– «Τι είναι;» είπα με απορία και ενδιαφέρον.

– «Όχι ακόμα, πρώτα έλα στο μπαρ «Πλώρη» το ξέρεις; Εκεί σε μισή ώρα.»

Σηκώθηκα όπως όπως από τον καναπέ, ντύθηκα, ξυρίστηκα στα γρήγορα έτσι που κόπηκα στο πηγούνι, φώναξα ένα ταξί και σε μισή ώρα ήμουν στο μπαρ. Ο Μάικ ήταν ήδη εκεί και με περίμενε. Στο δεύτερο ποτό.

Καθόμασταν στα σκαμπό κι ο Μάικ μιλούσε ακατάπαυστα. Εγώ πότε τον κοιτούσα και κουνούσα το κεφάλι, πότε χάζευα την κοκκινομάλλα σερβιτόρα. Φαινομενικά με το Μάικ δεν είχαμε πολλά κοινά όμως πάντα μας έδενε μια περίεργη, ανεξήγητη ως ένα βαθμό, φιλία. Εγώ και καλά μορφωμένος. Από τους λίγους που έφυγαν από την περιοχή για σπουδές. Έλειψα χρόνια. Στις σποραδικές εμφανίσεις μου στα πάτρια εδάφη, Χριστούγεννα, Πάσχα, καλοκαίρι, φοβόμουν μην τυχόν και μου πουν πως πουλήθηκα. Είχα περίεργα ενδιαφέροντα και γούστο. Στη μουσική, στο ντύσιμο, σε όλα. Από την άλλη ο Μάικ, σαν όλα τα παιδιά της περιοχής. Απλός, λαϊκός, ακατέργαστος. Με πιστοποιητικό γνησιότητας!

Τόση ώρα μου μιλούσε και δεν είχα παρατηρήσει μια εντυπωσιακή αλλαγή στην εμφάνισή του. Όχι μόνο στο ντύσιμο. Συνολικά. Το στήσιμό του, οι τρόποι του και οι κινήσεις, ακόμα κι οι εκφράσεις που έπαιρνε, ήταν διαφορετικές. Είχε μια περίεργη φινέτσα. Φινέτσα; Χα! Που στο διάβολο τη βρήκε ο Μάικ; Φορούσε κι ένα ωραίο σακάκι, μαύρο, με τζιν παντελόνι και δερμάτινα δετά παπούτσια. Ένα ακριβό ρολόι στον δεξί καρπό.

«Τί έγινε ρε», του λέω, «ομόρφυνες!».

«Θα στα πω όλα».Συνέχισε να μιλά. Για αυτοκίνητα, νυχτερινά μαγαζιά, για το μεροκάματο.  «ΤΟ ΜΕΡΟΚΑΜΑΤΟ!» έλεγε και το τόνιζε.

«Βαρέθηκα ρε αδερφέ να με γαμάνε σε κάθε κωλοδουλειά για φραγκοδίφραγκα. Όλο μουτζούρα και κουβάλημα. Προτιμώ να τους γαμάω εγώ!».

«Πως θα τους γαμήσεις ρε Μάικ, θα γίνεις και επιχειρηματίας τώρα;» του είπα κάπως ειρωνικά.

«Όχι ρε συ δεν το εννοούσα μεταφορικά» είπε και συνέχισε «μπορώ να τους γαμάω και κυριολεκτικά. Είσαι έτοιμος να δεις αυτό που σου ‘λεγα;». Γεμάτος απορία κι έκπληξη του έγνεψα το κεφάλι καταφατικά.

Πληρώσαμε. Ο Μάικ άφησε κι ένα πολύ παχυλό φιλοδώρημα στην κοκκινομάλλα, κάτι που μου έκανε εντύπωση. Βγήκαμε έξω κι επιβιβαστήκαμε στο αμάξι του. Άναψε τσιγάρο καθώς οδηγούσε και μου ζήτησε να βρω κανένα σταθμό.«Καλό» μου λέει «να ανέβουμε!».Βρήκα ένα σταθμό με λαϊκά. Ρίτα Σακελαρίου και τέτοια. Ο Μάικ το έβαλε στη διαπασών. Οδηγούσε γρήγορα και δεν μιλούσε. Μπήκαμε στην Πειραιώς. Κατεύθυνση Αθήνα.

Αφού περιπλανηθήκαμε στις λαμπερές οδούς του κέντρου, χωθήκαμε σε κάτι σκοτεινά κωλόστενα που έκαναν πιάτσα κοπέλες απ’ την Αφρική. Ανάμεσά τους τώρα κι Ελληνίδες. Ορμάγανε στα παράθυρα, κολλούσαν τα βυζιά τους στο παρ-μπριζ και μας φώναζαν δυνατά τον τιμοκατάλογο της πραμάτειας τους. Από τους χειρισμούς του Μάικ κατάλαβα ότι έψαχνε να παρκάρει.

«Που πάμε ρε θα μας φάνε!», είπα από μέσα μου. Πάντα δειλός. Ανησυχούσα.

«Φτάσαμε!» είπε γεμάτος χαρά ο Μάικ. Γύρισα και κοίταξα. Παλιά αθηναϊκή πολυκατοικία. Αντιπαροχή, Κωνσταντίνος Καραμανλής κι ο Παπαμιχαήλ να χορεύει συρτάκι στις σκαλωσιές. Στο ημιυπόγειο μια κόκκινη φωτεινή επιγραφή. «ΕΦΕΤΕΙΟ – ΚΑΦΕ ΚΛΑΜΠ». Τι είναι αυτό ρε πούστη μου;

Μπήκαμε μέσα, ενώ με κοίταζαν περίεργα δυο γουρούνια με ξυρισμένα κεφάλια που ήταν στην είσοδο. Τον Μάικ φάνηκε να τον γνώριζουν. Δυο τρία σκαλοπάτια κι ένας μικρός διάδρομος σκεπασμένος με χοντρή βελούδινη μπορντό μοκέτα. Σπρώξαμε μια διπλή βαριά πόρτα. Αμέσως η μουσική ξεχύθηκε από μέσα. Νησιώτικα. Μια μικρή στρογγυλή πίστα για χορό. Πάνω μια ντουζίνα πενηντάρες να χορεύουν. Η όλη διακόσμηση μαρτυρούσε πως κάποτε εδώ ήταν μια ντισκοτέκ. Φορμόλη. Δεν είχε αλλάξει τίποτα. Γλάστρες με φυτά δωματίου, τραπεζάκια δω κι εκεί με ρεσώ και ψεύτικα, πλαστικά και άοσμα λουλούδια. Σαν τις γυναίκες που χόρευαν. Στο μπαρ κάθονταν διάφοροι περίεργοι τύποι. Γριές ίδιες με τις άλλες της πίστας, δυο χοντροί με κοτσίδες και μούσια. Γέροι με κουστούμια, μάλλον τα γαμπριάτικά τους, κι άλλοι νέοι, πιθανόν νορμάλ, σαν εμένα και το Μάικ. Πίσω στα ράφια με τα ποτά, ψηλά, είχε κάτι μποτίλιες των πέντε λίτρων. Κονιάκ και ουίσκι. Από αυτές που έχουν μια μικρή βρυσούλα στη βάση. Ξεχασμένες ίσως από την εποχή της ντισκοτέκ. Δεν ταίριαζα στο ντεκόρ. Σκέτο ψάρι στη στεριά.

Καθίσαμε και παραγγείλαμε στη μεσήλικα μπαργούμαν. Αναρωτιόμουν τι διάολο ήθελε εκεί μέσα ο Μάικ. Ο φίλος μου πετάχτηκε όπως είπε να χαιρετίσει κι εγώ καθόμουν ήσυχα κι έπινα το ποτό μου. Κοιτούσα την μπαργούμαν. Ήθελα να εστιάζω κάπου γιατί τα νησιώτικα που έπαιζαν τέρμα μου ανακάτευαν το στομάχι. Είχε ξανθά βαμμένα μαλλιά, οι ρίζες ήταν άβαφτες και φαίνονταν άσπρες τρίχες. Μεγάλη γαμψή μύτη και μπλουζάκι τολμηρό για την ηλικία της. Έξω κοιλιά και καισαρική τομή. Αηδίασα.

Έχασα το Μάικ και πήγα να κατουρήσω. Μπροστά στους νιπτήρες ήταν ένας χοντρός καράφλας με φτηνιάρικο σακάκι από δερματίνη. Μιλούσε στο τηλέφωνο και κοίταζε τα δόντια του στον καθρέφτη. Ούρλιαζε στον τύπο που ήταν στην άλλη γραμμή του τηλεφώνου.

«Αύριο θέλω τα λεφτά μου ακούς; Αλλιώς η γυναίκα σου θα τα μάθει όλα!». Δεν έδωσα σημασία, έσπρωξα την πόρτα και μπήκα να κατουρήσω. Υπάρχει μια αγαπημένη ασχολία όταν κάποιος κατουράει. Υπάρχουν μερικά άχρηστα δευτερόλεπτα, το πολύ ένα λεπτό, που πρέπει να γεμίσει με κάτι χρήσιμο. Για αυτό οι τουαλέτες όλου του κόσμου είναι γραμμένες με πάσης φύσεως μαλακίες. Διαβάζω : «GAY Παίρνω πίπες 6972343567».Ποιος διάολο κάθεται και τα γράφει αυτά ή μάλλον ποιος περιμένει απάντηση;

Βγήκα έξω, ο καράφλας που φώναζε στο τηλέφωνο είχε φύγει. Ξαναμπήκα στην αίθουσα με την πίστα, το μπαρ, κι όλο το γραφικό ντεκόρ. Ο Μάικ καθόταν στο σκαμπό. Μου έγνεψε από μακριά. Περπάτησα ως εκεί παρατηρώντας πως στο μπαρ είχαν προσέλθει κι άλλες πενηντάρες και βάλε.

«Τι έγινε ρε;» του λέω, «Θα φύγουμε από δω μέσα, βρώμισε ναφθαλίνη!» Ο Μάικ χαμογέλασε. Κατέβασε όλο το ποτό που είχε απομείνει στο ποτήρι του.

«Ρε θυμάσαι ακόμα που ήθελα να σου δείξω κάτι;»

«ΝΑΙ!» του φώναξα στο αυτί για να ακούσει, καθώς η μουσική ολοένα και δυνάμωνε.

«Θυμάσαι που σου είχα πει πως βαρέθηκα να με γαμάνε; Πως ήρθε η ώρα να τους γαμήσω κι εγώ; Λοιπόν όλες αυτές οι σιτεμένες που βλέπεις είναι γυναίκες και μάνες των αφεντικών. Βόρεια Προάστια. Τα σκάνε χοντρά για να με ρουφήξουν έστω για λίγα δευτερόλεπτα! Μην με πεις ανώμαλο, αλλά στο πρόσωπο κάθε μιας που γαμάω βλέπω τη φάτσα του αφεντικού μου κι αυτό με ανάβει περισσότερο!»

Είπε αυτά που ήθελε και με ένα σάλτο βρέθηκε στην πίστα να χορεύει χέρι χέρι με τις κυρίες. Τον κοιτούσα όλο το βράδυ.Πνίγηκα στο ποτό, βυθίστηκα στη σκέψη. Είδα το μέλλον. Τις Ελληνίδες να τραβάνε για δουλειά στα μπαρ της Δυτικής Ευρώπης. Την αδερφή του Μάικ, τη Βαγγελίτσα να το έχει αλλάξει σε Εβανζελί. Μπαργούμαν στο Μονπελιέ … στη Ζαχάρω της Γαλλίας. Ηθική και στομάχι πώς να τα ταιριάξεις;

4 Σχόλια

Filed under Uncategorized