Ο ζιγκολό της εργατικής τάξης

Image

 Σκληρό αγόρι ο Μάικ. Αμφιαλιώτης γέννημα θρέμμα. Σωστό θηρίο, ολημερίς στα γυμναστήρια και καπάκι τσάρκα στις καφετέριες της Παναγή Τσαλδάρη. Ντυμένος και σενιαρισμένος πάντα στην τρίχα. Φτηνές απομιμήσεις επώνυμων ρούχων στα μικρομάγαζα του Κορυδαλλού. Γυμναστήριο ξεκίνησε αρχικά για να περνά η ώρα αλλά μετά κόλλησε το μικρόβιο του μπόντι μπίλντερ. Εκεί έμπλεξε με τα αναβολικά. Αλλά να ήταν μόνο η ντόπα … ύστερα ήρθαν τα πάρε δώσε με τους μπράβους.

Τσαμπουκάδες Ταμπούρια και Δραπετσώνα. Πλακωνόταν όλη νύχτα με άλλες παρέες. Παπάκια, ομάδες, δεκαεξάχρονες γκομενίτσες. Ψευτομαγκιά. Τότε τον ανακάλυψαν οι νονοί της νύχτας του Πειραιά, του κόλλησαν να τον κάνουν δικό τους, τον θάμπωσαν και με τα φράγκα. Κάπως έτσι ο Μάικ κοιμήθηκε αγόρι και ξύπνησε νταής. Η μάνα σπίτι, πως να τα βγάλει μονάχη της; Ο πατέρας του Μάικ ταξίδευε συνέχεια. Φόβος μη μείνει ξέμπαρκος γιατί είχαν ανάγκες, στεγαστικό να τρέχει κάθε μήνα. Είχε και μια μικρή αδερφή τη Βαγγελίτσα. Τη θυμάμαι με κόκκινο στα γόνατα να παίζει στις γειτονιές. Τώρα πια φοιτήτρια σε κάποιο Τ.Ε.Ι. κάποιας πόλης που κανείς δεν θυμάται. Τα κουτσομπολιά τρέχουν κι η Βαγγελίτσα, κοπελάρα δυο μέτρα πια, κάνει σεξ με κάμερα στο διαδίκτυο. Εκτόνωση με πιστωτική. Ένα «Γιου Ες Ντόλαρ» τη φορά. Πλαστικό χρήμα, πλαστικοί άνθρωποι.

Είχα χρόνια να δω το Μάικ. Όμορφο παιδί, λεβέντης. Παλιοί συμμαθητές, χαθήκαμε, βρεθήκαμε πάλι φαντάροι, χαθήκαμε ξανά. Τον πέτυχα μεσημέρι να κάθεται σε ένα παλιό στέκι. Φραπέ γλυκό γάλα. Φόρμα του Ολυμπιακού, αθλητική εφημερίδα. Τα είπαμε, γελάσαμε κι υποσχεθήκαμε να βρεθούμε. Από αυτές τις βαρετές συζητήσεις με παλιούς γνωστούς που πάντα λένε κι οι δυο «να βγούμε ρε» και που κανείς δεν το πιστεύει στα αλήθεια.

Μια μέρα χάζευα, έβαζα και τις μουσικές μου, κάπνιζα σα μανιακός. Βαριόμουν. Χτύπησε το κινητό, κοίταξα την οθόνη. Ο Μάικ. Όταν είμαι σπίτι σε άθλια κατάσταση, άπλυτος, αξύριστος, κυρίως άφραγκος, δεν απαντώ στις κλήσεις. Ξέρω τι θέλουν όλοι. Να βγούμε έξω. Να προσποιούμαστε πως διασκεδάζουμε.

«Τι κάνεις Γιώργο;»

«Καλά!»

«Τι κάνεις Νατάσσα;»

«Καλά!».

«ΣΚΑΤΑ !» Φωνάζω εγώ. Μα που στο Θεό κρύφτηκαν όλοι οι άνθρωποι που δεν είναι καλά;

Το σήκωσα.

– «Που βρίσκεσαι; Σου έχω κάτι. Θέλω να το δεις.» είπε κοφτά ο Μάικ.

– «Τι είναι;» είπα με απορία και ενδιαφέρον.

– «Όχι ακόμα, πρώτα έλα στο μπαρ «Πλώρη» το ξέρεις; Εκεί σε μισή ώρα.»

Σηκώθηκα όπως όπως από τον καναπέ, ντύθηκα, ξυρίστηκα στα γρήγορα έτσι που κόπηκα στο πηγούνι, φώναξα ένα ταξί και σε μισή ώρα ήμουν στο μπαρ. Ο Μάικ ήταν ήδη εκεί και με περίμενε. Στο δεύτερο ποτό.

Καθόμασταν στα σκαμπό κι ο Μάικ μιλούσε ακατάπαυστα. Εγώ πότε τον κοιτούσα και κουνούσα το κεφάλι, πότε χάζευα την κοκκινομάλλα σερβιτόρα. Φαινομενικά με το Μάικ δεν είχαμε πολλά κοινά όμως πάντα μας έδενε μια περίεργη, ανεξήγητη ως ένα βαθμό, φιλία. Εγώ και καλά μορφωμένος. Από τους λίγους που έφυγαν από την περιοχή για σπουδές. Έλειψα χρόνια. Στις σποραδικές εμφανίσεις μου στα πάτρια εδάφη, Χριστούγεννα, Πάσχα, καλοκαίρι, φοβόμουν μην τυχόν και μου πουν πως πουλήθηκα. Είχα περίεργα ενδιαφέροντα και γούστο. Στη μουσική, στο ντύσιμο, σε όλα. Από την άλλη ο Μάικ, σαν όλα τα παιδιά της περιοχής. Απλός, λαϊκός, ακατέργαστος. Με πιστοποιητικό γνησιότητας!

Τόση ώρα μου μιλούσε και δεν είχα παρατηρήσει μια εντυπωσιακή αλλαγή στην εμφάνισή του. Όχι μόνο στο ντύσιμο. Συνολικά. Το στήσιμό του, οι τρόποι του και οι κινήσεις, ακόμα κι οι εκφράσεις που έπαιρνε, ήταν διαφορετικές. Είχε μια περίεργη φινέτσα. Φινέτσα; Χα! Που στο διάβολο τη βρήκε ο Μάικ; Φορούσε κι ένα ωραίο σακάκι, μαύρο, με τζιν παντελόνι και δερμάτινα δετά παπούτσια. Ένα ακριβό ρολόι στον δεξί καρπό.

«Τί έγινε ρε», του λέω, «ομόρφυνες!».

«Θα στα πω όλα».Συνέχισε να μιλά. Για αυτοκίνητα, νυχτερινά μαγαζιά, για το μεροκάματο.  «ΤΟ ΜΕΡΟΚΑΜΑΤΟ!» έλεγε και το τόνιζε.

«Βαρέθηκα ρε αδερφέ να με γαμάνε σε κάθε κωλοδουλειά για φραγκοδίφραγκα. Όλο μουτζούρα και κουβάλημα. Προτιμώ να τους γαμάω εγώ!».

«Πως θα τους γαμήσεις ρε Μάικ, θα γίνεις και επιχειρηματίας τώρα;» του είπα κάπως ειρωνικά.

«Όχι ρε συ δεν το εννοούσα μεταφορικά» είπε και συνέχισε «μπορώ να τους γαμάω και κυριολεκτικά. Είσαι έτοιμος να δεις αυτό που σου ‘λεγα;». Γεμάτος απορία κι έκπληξη του έγνεψα το κεφάλι καταφατικά.

Πληρώσαμε. Ο Μάικ άφησε κι ένα πολύ παχυλό φιλοδώρημα στην κοκκινομάλλα, κάτι που μου έκανε εντύπωση. Βγήκαμε έξω κι επιβιβαστήκαμε στο αμάξι του. Άναψε τσιγάρο καθώς οδηγούσε και μου ζήτησε να βρω κανένα σταθμό.«Καλό» μου λέει «να ανέβουμε!».Βρήκα ένα σταθμό με λαϊκά. Ρίτα Σακελαρίου και τέτοια. Ο Μάικ το έβαλε στη διαπασών. Οδηγούσε γρήγορα και δεν μιλούσε. Μπήκαμε στην Πειραιώς. Κατεύθυνση Αθήνα.

Αφού περιπλανηθήκαμε στις λαμπερές οδούς του κέντρου, χωθήκαμε σε κάτι σκοτεινά κωλόστενα που έκαναν πιάτσα κοπέλες απ’ την Αφρική. Ανάμεσά τους τώρα κι Ελληνίδες. Ορμάγανε στα παράθυρα, κολλούσαν τα βυζιά τους στο παρ-μπριζ και μας φώναζαν δυνατά τον τιμοκατάλογο της πραμάτειας τους. Από τους χειρισμούς του Μάικ κατάλαβα ότι έψαχνε να παρκάρει.

«Που πάμε ρε θα μας φάνε!», είπα από μέσα μου. Πάντα δειλός. Ανησυχούσα.

«Φτάσαμε!» είπε γεμάτος χαρά ο Μάικ. Γύρισα και κοίταξα. Παλιά αθηναϊκή πολυκατοικία. Αντιπαροχή, Κωνσταντίνος Καραμανλής κι ο Παπαμιχαήλ να χορεύει συρτάκι στις σκαλωσιές. Στο ημιυπόγειο μια κόκκινη φωτεινή επιγραφή. «ΕΦΕΤΕΙΟ – ΚΑΦΕ ΚΛΑΜΠ». Τι είναι αυτό ρε πούστη μου;

Μπήκαμε μέσα, ενώ με κοίταζαν περίεργα δυο γουρούνια με ξυρισμένα κεφάλια που ήταν στην είσοδο. Τον Μάικ φάνηκε να τον γνώριζουν. Δυο τρία σκαλοπάτια κι ένας μικρός διάδρομος σκεπασμένος με χοντρή βελούδινη μπορντό μοκέτα. Σπρώξαμε μια διπλή βαριά πόρτα. Αμέσως η μουσική ξεχύθηκε από μέσα. Νησιώτικα. Μια μικρή στρογγυλή πίστα για χορό. Πάνω μια ντουζίνα πενηντάρες να χορεύουν. Η όλη διακόσμηση μαρτυρούσε πως κάποτε εδώ ήταν μια ντισκοτέκ. Φορμόλη. Δεν είχε αλλάξει τίποτα. Γλάστρες με φυτά δωματίου, τραπεζάκια δω κι εκεί με ρεσώ και ψεύτικα, πλαστικά και άοσμα λουλούδια. Σαν τις γυναίκες που χόρευαν. Στο μπαρ κάθονταν διάφοροι περίεργοι τύποι. Γριές ίδιες με τις άλλες της πίστας, δυο χοντροί με κοτσίδες και μούσια. Γέροι με κουστούμια, μάλλον τα γαμπριάτικά τους, κι άλλοι νέοι, πιθανόν νορμάλ, σαν εμένα και το Μάικ. Πίσω στα ράφια με τα ποτά, ψηλά, είχε κάτι μποτίλιες των πέντε λίτρων. Κονιάκ και ουίσκι. Από αυτές που έχουν μια μικρή βρυσούλα στη βάση. Ξεχασμένες ίσως από την εποχή της ντισκοτέκ. Δεν ταίριαζα στο ντεκόρ. Σκέτο ψάρι στη στεριά.

Καθίσαμε και παραγγείλαμε στη μεσήλικα μπαργούμαν. Αναρωτιόμουν τι διάολο ήθελε εκεί μέσα ο Μάικ. Ο φίλος μου πετάχτηκε όπως είπε να χαιρετίσει κι εγώ καθόμουν ήσυχα κι έπινα το ποτό μου. Κοιτούσα την μπαργούμαν. Ήθελα να εστιάζω κάπου γιατί τα νησιώτικα που έπαιζαν τέρμα μου ανακάτευαν το στομάχι. Είχε ξανθά βαμμένα μαλλιά, οι ρίζες ήταν άβαφτες και φαίνονταν άσπρες τρίχες. Μεγάλη γαμψή μύτη και μπλουζάκι τολμηρό για την ηλικία της. Έξω κοιλιά και καισαρική τομή. Αηδίασα.

Έχασα το Μάικ και πήγα να κατουρήσω. Μπροστά στους νιπτήρες ήταν ένας χοντρός καράφλας με φτηνιάρικο σακάκι από δερματίνη. Μιλούσε στο τηλέφωνο και κοίταζε τα δόντια του στον καθρέφτη. Ούρλιαζε στον τύπο που ήταν στην άλλη γραμμή του τηλεφώνου.

«Αύριο θέλω τα λεφτά μου ακούς; Αλλιώς η γυναίκα σου θα τα μάθει όλα!». Δεν έδωσα σημασία, έσπρωξα την πόρτα και μπήκα να κατουρήσω. Υπάρχει μια αγαπημένη ασχολία όταν κάποιος κατουράει. Υπάρχουν μερικά άχρηστα δευτερόλεπτα, το πολύ ένα λεπτό, που πρέπει να γεμίσει με κάτι χρήσιμο. Για αυτό οι τουαλέτες όλου του κόσμου είναι γραμμένες με πάσης φύσεως μαλακίες. Διαβάζω : «GAY Παίρνω πίπες 6972343567».Ποιος διάολο κάθεται και τα γράφει αυτά ή μάλλον ποιος περιμένει απάντηση;

Βγήκα έξω, ο καράφλας που φώναζε στο τηλέφωνο είχε φύγει. Ξαναμπήκα στην αίθουσα με την πίστα, το μπαρ, κι όλο το γραφικό ντεκόρ. Ο Μάικ καθόταν στο σκαμπό. Μου έγνεψε από μακριά. Περπάτησα ως εκεί παρατηρώντας πως στο μπαρ είχαν προσέλθει κι άλλες πενηντάρες και βάλε.

«Τι έγινε ρε;» του λέω, «Θα φύγουμε από δω μέσα, βρώμισε ναφθαλίνη!» Ο Μάικ χαμογέλασε. Κατέβασε όλο το ποτό που είχε απομείνει στο ποτήρι του.

«Ρε θυμάσαι ακόμα που ήθελα να σου δείξω κάτι;»

«ΝΑΙ!» του φώναξα στο αυτί για να ακούσει, καθώς η μουσική ολοένα και δυνάμωνε.

«Θυμάσαι που σου είχα πει πως βαρέθηκα να με γαμάνε; Πως ήρθε η ώρα να τους γαμήσω κι εγώ; Λοιπόν όλες αυτές οι σιτεμένες που βλέπεις είναι γυναίκες και μάνες των αφεντικών. Βόρεια Προάστια. Τα σκάνε χοντρά για να με ρουφήξουν έστω για λίγα δευτερόλεπτα! Μην με πεις ανώμαλο, αλλά στο πρόσωπο κάθε μιας που γαμάω βλέπω τη φάτσα του αφεντικού μου κι αυτό με ανάβει περισσότερο!»

Είπε αυτά που ήθελε και με ένα σάλτο βρέθηκε στην πίστα να χορεύει χέρι χέρι με τις κυρίες. Τον κοιτούσα όλο το βράδυ.Πνίγηκα στο ποτό, βυθίστηκα στη σκέψη. Είδα το μέλλον. Τις Ελληνίδες να τραβάνε για δουλειά στα μπαρ της Δυτικής Ευρώπης. Την αδερφή του Μάικ, τη Βαγγελίτσα να το έχει αλλάξει σε Εβανζελί. Μπαργούμαν στο Μονπελιέ … στη Ζαχάρω της Γαλλίας. Ηθική και στομάχι πώς να τα ταιριάξεις;

Advertisements

4 Σχόλια

Filed under Uncategorized

4 responses to “Ο ζιγκολό της εργατικής τάξης

  1. AK

    Παντι εισαι πολυ ανώμαλος ρε μαλάκα.
    Ηλιας Καμενίδης καφετζής

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s