Λαθρεπιβάτης

Image

«Όχι ρε κουκλίτσα μου, τι δουλειά έχεις εσύ να πας εκεί; Μια χαρά δεν είσαι στη δουλίτσα σου, με το ωράριο σου, που να μπλέκεις τώρα σερβιτόρα ξανά; Δύσκολα είναι, δεν λέω, αλλά θα την βρεις την άκρη! Άσε που θα σε ζαλίζουν όλοι, θα κοιτάν τον κώλο σου. Ξέρεις εγώ δεν ζηλεύω για σένα το λέω, που ξέρω ότι στη σπάνε αυτά. Αυτές οι δουλειές είναι για κάτι χοντρές σαν την ξαδέρφη σου, να της την πέφτουν τα λιγούρια και να χαίρεται!»

Κάπως έτσι έκλεισε την κουβεντούλα του ο τύπος που καθόταν δίπλα μου στη στάση. Τον είχε λούσει κρύος ιδρώτας το φουκαρά που η δικιά του σκεφτόταν να βρει απογευματινή δουλειά. Ζήλευε. Αλλά οι τύποι που κυκλοφορούν στην περιοχή το παίζουν πολύ άντρες και δεν παραδέχονται τη ζήλια τους.

Είναι πάντα ωραίο να ακούς τι συζητούν οι άνθρωποι. Όχι από κουτσομπολιό, αλλά αν είσαι σαν εμένα προσπαθείς καθημερινά να καταλάβεις γιατί τα πράματα πάνε κατά διαόλου και το να κρυφακούς τους ανθρώπους βοηθάει πολύ. Καταλαβαίνεις τι σκατά μπορεί να κρύβουν στην κεφάλα τους. Σκατά; Ολόκληρο βυτιοφόρο με κουράδες. Εμένα η ευκαιρία μου δόθηκε έτσι, τυχαία, σε μια στάση. Περίμενα το λεωφορείο. Είχα βγει, να πάω στο πολυεθνικό σούπερ μάρκετ να πάρω φτηνές μπύρες. Παντού είχαν ξεφυτρώσει. Ξυπνούσες κι εκεί που κάποτε υπήρχε μια γειτονιά, έβλεπες γυαλί, τσιμέντο κι ανθρώπους να σέρνουν καροτσάκια. Με πληροφόρησε ένας φίλος. Μου είπε ότι με έξι μόνο ευρώ περνούν στην κατοχή σου είκοσι ολάκερες μπύρες. Καλά όχι τίποτα το σοβαρό, μάλλον νερό με μπύρα κάποιας άγνωστης ζυθοποιίας, αλλά όπως και να ‘χει το κάνεις το κεφάλι σου με είκοσι από δαύτες. Είχα τη σακουλίτσα μου με τα ψώνια μου και περίμενα.

Τα λεφτά για το εισιτήριο του λεωφορείου βέβαια επενδύθηκαν στις μπύρες. Τα έσπρωξα αδιάφορα στη νόστιμη ταμία η οποία παραδόξως μου χαμογέλασε και πάσχισε να μου γεμίσει την τσάντα. Φαίνεται πως η μπογιά μου περνούσε ακόμα στα λαϊκά κορίτσια. Οι δήθεν εναλλακτικές με είχαν απαρνηθεί από καιρό. Όπως κι εγώ άλλωστε.

Το λεωφορείο ήρθε αργοπορημένο αλλά αν είσαι τζαμπατζής σαν εμένα είναι θράσος να διαμαρτύρεσαι. Μπήκα μέσα και στριμώχτηκα. Γριές με αντίδωρο στα χέρια, γέροι που βρωμούσαν, μετανάστες όρθιοι από φόβο μην πάρουν το κάθισμα του Έλληνα και στη γαλαρία πιτσιρικαρία να φωνάζει και να βγάζει φωτογραφίες με τα κινητά. Στα μισά της διαδρομής ανέβηκαν δυο τύποι με θαλασσί πουκάμισα και μουστάκια. Εντάξει το μουστάκι έχει γίνει μόδα σε πολλούς που διαβάζουν διάφορες μοντέρνες φυλλάδες αλλά οι συγκεκριμένοι μόνο την «Αυριανή» θα μπορούσαν να κρατήσουν. Χαιρέτησαν τον οδηγό κι άρχισαν να ζητάνε από τον κόσμο τα εισιτήρια. Φτάσανε και σε μένα. Ατάραχος εγώ.

Είχε περάσει ο καιρός που ντρεπόμουν. Αν ο ίδιος σου ο πατέρας σε τραβολογάει στους τρελογιατρούς γιατί πιστεύει πως κάτι συμβαίνει μέσα στο κεφάλι σου, δεν έχεις χρόνο να ντραπείς για ένα κωλοεισιτήριο. Έχεις συνηθίσει την ντροπή σαν ντόπα στις φλέβες σου. Έχεις νιώσει τις πιρουνιές της στα μάτια των ανθρώπων, στα βλέμματα των γειτόνων ύστερα από ένα τρικούβερτο καυγά στο σπίτι.

«Το εισιτήριό σας κύριε!» Κύριε; Έχουν καιρό να με αποκαλέσουν έτσι. «Την βλέπετε κύριε αυτή τη σακούλα; Ε λοιπόν θα αγόραζα εισιτήριο αν δεν ποθούσα τόσο πολύ να γεμίσω αυτή τη σακούλα.»

Ο ελεγκτής σάστισε. Φαίνεται είχε συνηθίσει να σκύβουν τα κεφάλια οι λαθρεπιβάτες κάτι που σίγουρα τον γέμιζε ηδονή. Σε τέτοιο βαθμό μάλιστα, που για δευτερόλεπτα τον φαντάστηκα να λερώνει με σπέρμα το φτηνό του σώβρακο, σαν ζητά εισιτήριο από κάποιον ανήμπορο τζαμπατζή. Στις μέρες μας το σύστημα έχει ανάγκη να παραχωρεί εξουσίες σε ανθρώπους σαν και δαύτον. Αλλιώς δεν μπορεί να κρατηθεί γερό. Νομίζω πως οι αυτοκρατορίες χρωστούσαν πάντα πολλά στους άσημους ρουφιάνους.

Ο τύπος έγειρε το κεφάλι, κοίταξε ένα από τα είκοσι κουτάκια μου να ξεπροβάλει μέσα από την σακούλα και με αυστηρό ύφος μου ζήτησε να κατέβω για να πάρει τα στοιχεία μου. Ατάραχος πάλι ακολούθησα τις οδηγίες του. Κατέβηκα κι οι δυο τύποι με κύκλωσαν σαν να είχαν να κάνουν με κανένα θεριό. Και να πω ότι γέμιζα το μάτι. Εξήντα κιλά είχα καταντήσει. Σωστό χτικιό. Όλα έδειχναν πως είχαν να κάνουν με έναν πειθήνιο, συνεργάσιμο, νομοταγή πολίτη. Την ώρα που σημείωναν τα στοιχεία μου και την κατάλληλη στιγμή, προτού δηλαδή πάρουν ότι χρειάζονταν, έκανα αυτό που ήξερα καλύτερα να κάνω. Εντάξει ίσως όχι καλύτερα από το να πίνω. Έτρεξα. Πάντα με θυμάμαι να τρέχω. Από μια σχέση, από μερικές ευθύνες, από το σπίτι μου. Και να ’μαι τώρα να σπριντάρω για να ξεφύγω από δυο ελεγκτές. Από δυο υπαλληλίσκους. Κατάντια!

Το χειρότερο ήταν πως με κατέβασαν μακριά από το σπίτι. Χώθηκα στη συνοικία με τα προσφυγικά για να με χάσουν. Λαβύρινθος. Στενά, αυλές και αδιέξοδα. Με έχασαν. Έπρεπε να σιγουρευτώ. Κάθισα σε ένα ασβεστωμένο περβάζι, άναψα τσιγάρο και άνοιξα μια από τις μπύρες. «Θεέ μου κάτουρο χελώνας!».

Αν και αντίξοες οι συνθήκες είχα πάρει από καιρό την απόφαση να απολαμβάνω ότι μπορώ. Ο θυμόσοφος λαός μας λέει ότι η φτώχεια θέλει καλοπέραση. Αν ήταν πιο σοφός τούτος ο λαός θα είχε και την σοφία να παραδεχτεί και το «όπου φτωχός κι η μπύρα του» που το είδα σε ένα τοίχο και χαζογέλασα. Οι λαοί έχουν τους κυβερνήτες και τις παροιμίες που τους αξίζουν. Για τα υπόλοιπα δεν είμαι σίγουρος. Δες για παράδειγμα τους Κινέζους. Πολύ σοφία στην παροιμία και στριμόκωλα τα πράματα με την εξουσία. Ενώ εμείς … ατίθασοι κατεργάρηδες έχουμε μια παροιμία να αναιρεί την άλλη και κυβερνήτες χειρότερους κι από μας. Τόσο ανυπότακτοι που η μαγκιά μας φτάνει στο να μην χτυπάμε το εισιτήριο.

Άφησα ένα μισάωρο να περάσει καπνίζοντας και πίνοντας, σιγουρεύτηκα πως ήμουν άφαντος κι έκανα να φύγω. Περπάτησα από το κέντρο. Αν είσαι ένοχος για κάτι πρέπει να κάνεις τα πάντα για να μην δείχνεις ένοχος. Με άνετο στυλ έκανα το σεργιάνι μου στους εμπορικούς δρόμους του Δήμου. Μια βόλτα στις βιτρίνες ή μάλλον εκεί που υπήρχαν κάποτε βιτρίνες. Όπου έκλεινε ένα μαγαζί ξεφύτρωνε ένα ενεχυροδανειστήριο. «ΑΓΟΡΑΖΕΤΑΙ ΧΡΥΣΟΣ». Γιγάντια γράμματα ενημέρωναν τους περαστικούς του μικρού μας Ελ Ντοράντο. Κοντοστάθηκα και συλλογίστηκα «άμα είχα χρυσό στα Ταμπούρια θα έμενα;». Κι όμως οι γριές κατέθεταν τα δόντια τους για να πληρώσουν ρεύμα και φάρμακα.

Χτύπησε το κινητό. Με ενημέρωσαν πως δυο παιδιά δέκα-δώδεκα χρονών έκλεψαν τη γιαγιά μου μπροστά στο σπίτι. Ο Ντίκενς είναι ο πιο επίκαιρος συγγραφέας. Γραφιάδες του κόσμου αφήστε τις πένες κάτω. Όλα έχουν γραφτεί! Κι εσύ Κνουτ Χάμσουν γιατί έγραψες την «Πείνα»; Την «Αθήνα» έπρεπε … το ίδιο κάνει.

Έφτασα σπίτι. Γδύθηκα και τον έπαιξα. Δεν είχα όρεξη για μπύρες. Θα τις κρατούσα στο ψυγείο για το βράδυ. Μια μικρή βόλτα σε μαθαίνει πόσο σκατά είναι ο κόσμος μας. Κι εγώ το μόνο που έκανα ήταν να τον παίζω. Α, ναι! Και η επανάσταση της ημέρας μου ήταν να μην χτυπήσω εισιτήριο. Βλακείες!

* Η φωτογραφία πάνω είναι του καλού μου φίλου Γρηγόρη Χριστοδουλάκου.

Advertisements

3 Σχόλια

Filed under Uncategorized

3 responses to “Λαθρεπιβάτης

  1. μου θυμίζεις τον Αντώνη τον Σουρούνη (που ‘ναι νονός της κόρης μου), αλλά (δεν θα του το πω) είσαι πιό νέος και πιό ζωντανός. Καλορίζικος.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s