Η ζωή στο καντινάκι

Image

Είπα να περάσω μια βόλτα από το «καντινάκι». Είναι ένα παράπηγμα από τσιμεντόλιθους κι ελενίτ που έχουν στήσει πρόχειρα στην άκρη της πόλης, μετά τον μπαζωμένο πια Τρελοχείμαρρο, οι οδηγοί φορτηγών, όλοι τους μέλη του συλλόγου αυτοκινητιστών ο «Ερμής». Βρίσκεται δίπλα στον σταθμό των υπεραστικών λεωφορείων, ακριβώς απέναντι από την πιάτσα των ταξί και δίπλα στο πατσατζίδικο «Ο μαύρος γάτος». Κάθε τι σχετικό με το αυτοκίνητο, βρίσκεται σε αυτήν εδώ την μικρή γωνιά της πόλης μας. Βουλκανιζατέρ και συνεργεία, φανοποιεία, γραφεία μεταφορικών εταιρειών. Μια μικρογραφία του Ντιτρόιτ, σε ένα μόλις οικοδομικό τετράγωνο.

Αν και μικρό, το καντινάκι διαθέτει όλα τα κομφόρ. Ψυγειάκι, ένα μάτι με μπουκάλα υγραερίου, σύνεργα για την παρασκευή όλων των ειδών καφέ. Ακόμα και του νεοεισαχθέντος στην ζωή των νταλικέρηδων φρέντο, μέχρι και κλιματιστικό. Το αγόρασε προ μηνών ο κυρ-Κώστας, ένας παλαίμαχος πια άσσος του βολάν, σπαταλώντας μάλιστα μια ολάκερη σύνταξη. Μια υπερυψωμένη, γεμάτη κακοτεχνίες, βάση από μπετόν έχει μετατραπεί σε βεράντα. Ασβεστωμένη και γεμάτη μικρές γλαστρούλες, να κάθεσαι και να σε μεθά η μυρουδιά του βασιλικού. Διάφορες καρέκλες και τραπεζάκια με νάιλον τραπεζομάντιλα υποδέχονται καθημερινά τους οδηγούς για να αναπαυτούν στην δροσιά που προσφέρει η σκιά της καλαμωτής που βρίσκεται από πάνω. Εδώ θα ξεκουραστούν, θα κουτσομπολέψουν, θα φάνε τα μεζεδάκια τους οι μερακλήδες βιοπαλαιστές σβήνοντας τα τσιγάρα τους σε διαφημιστικά τασάκια που αναγράφουν Assos International. Συχνά θα λογομαχήσουν για το ποδόσφαιρο και την πολιτική, όμως είναι πάντα αγαπημένοι και δεμένοι στα δύσκολα, κάτι που φάνηκε και στις τελευταίες τους κινητοποιήσεις ενάντια στα μέτρα της κυβέρνησης που αφορούσαν τον κλάδο.

Σαν έφτασα, χαιρέτησα όλα τα παιδιά, και έκατσα σε μια παρέα που με περίμενε. Με είχε καλέσει ο Γιώτης, φίλος καλός, που θα έφευγε ταξίδι Γερμανία. Να με δει, να φάμε γαύρο τηγανητό και να πιούμε ουζάκι.

Εκεί τον είδα για πρώτη φορά. Καθόταν μόνος σε ένα τραπέζι κι έπινε τη μπύρα του. Ήταν ο Βλάσσης Σαμουρτζίδης. Οδηγός ενός πελώριου Scania, παιδί πολιτικών προσφύγων στην Τασκένδη. Εκεί μεγάλωσε ακούγοντας τη λέξη «πατρίδα» απ’ τους παππούδες. Με το ζόρι η ποντιακή στολή. Με το στανιό οι παραδοσιακοί χοροί. Έμαθε να αγαπά την λύρα και να λαχταρά την πατρίδα. Έτσι γύρισε με τους γονείς 20 χρονών παιδί. Απογοητεύτηκε. Εκεί βρωμοέλληνας, εδώ βρωμορώσος. Δυσκολεύτηκε να προσαρμοστεί και ως τα 25 του δεν κατάφερε να σταυρώσει μια σχέση με γυναίκα. Ένας φίλος του είχε μιλήσει για τις ευκαιρίες που δίνονται στη Σουηδία κι έτσι ο Βλάσσης δεν άργησε να πάρει την απόφαση να ξενιτευτεί. Έλειψε εφτά χρόνια. Βιομηχανικός εργάτης στο γυαλί, λίγο έξω από τη Στοκχόλμη. Μάζεψε κομπόδεμα, αρκετό για να αγοράσει την νταλίκα του να βγάζει το ψωμί του και γύρισε πίσω στην πατρίδα.

Ο Βλάσσης ήταν σωστός γίγαντας με ύψος που ξεπερνούσε τα δυο μέτρα, μακριές χερούκλες, μπράτσα απ’ το τιμόνι. Καθώς τον παρατηρούσα, καθόταν μόνος κι αμίλητος, οι αγριοφωνάρες των υπολοίπων με επανέφεραν στην συντροφιά του τραπεζιού. Γλέντι τρικούβερτο! Φαίνεται πως το ούζο είχε αρχίσει να κάνει την ύπουλη δουλειά του. Τα πειράγματα έδιναν κι έπαιρναν. Καθένας είχε να διηγηθεί και μια σειρά από ερωτικές περιπέτειες που θα ζήλευε κι ο Καζανόβα. Ψέμα και υπερβολή. Πότε μια χήρα που τους είχε ερωτευτεί και τους παρακαλούσε για γάμο, πότε καμιά ερωμένη στο μακρινό Μόναχο. Κάποια Πατρινιά παντρεμένη που την βλέπανε στα κλεφτά πριν μπουν με το φορτηγό στο βαπόρι για Ανκόνα. Κάθε τόσο διέκοπταν απότομα την εξιστόρηση των άθλων τους για να κάνουν καμάκι στις φοιτήτριες που βγαίνανε από τα ΚΤΕΛ σέρνοντας πελώριες βαλίτσες στο δρόμο μπροστά από το καντινάκι.

Ο Βλάσσης, όση ώρα κουβεντιάζαμε, γελούσαμε, κυρίως φωνάζαμε, έδειχνε να μην ακούει καν τι λέμε. Συνέχιζε μόνος να απολαμβάνει ευλαβικά την παγωμένη του μπύρα.

«Βλάσση! Εεε Βλάσση! Πες μας κι εσύ καμιά ιστορία!» τον προκάλεσε από την παρέα μας ο Γιώτης.

«Είναι ο Βλάσσης ο κουλτουριάρης» μου σφύριξε στο αφτί ένας απ’ το τραπέζι.

Ο Βλάσσης έσυρε το πανύψηλο σώμα του μαζί με την καρέκλα προς το μέρος μας και μίλησε.

«Εντάξει θα σας πω για μένα!». Σήκωσε το πουκάμισο και μας έδειξε μια ουλή. Συνέχισε. «Τούτο δω είναι από μαχαιριά. Και να ‘ταν μόνο αυτό. Οι κλωτσιές στο κεφάλι είναι ο πόνος ο φριχτός. Ήμουν ταπί. Πρώτος καιρός στη Σουηδία. Κρύο. Δεν είχα να κοιμηθώ και περιφερόμουν. Κάθισα σε ένα πάρκο να βγάλω τη νύχτα. Μια συμμορία, καμιά δεκαριά παιδαρέλια Σουηδοί. Φώναζαν «utanför invandrare!»… έξω μετανάστη! Έκτοτε για να κοιμηθώ πίνω, κλειδώνω και προσεύχομαι. Τρεις φορές στην Πάτρα έκρυψα στο φορτηγό κατατρεγμένους. Όχι για χρήματα. Τζάμπα! Έτσι για να είναι καλά όπου βρίσκονται και να ανάβουν ένα κερί ή ότι κάνουν στη θρησκεία τους για μένα. Μην έχω κανένα ατύχημα στο δρόμο. Γνώρισα τους ανθρώπους και τους φοβήθηκα. Μόνο εκείνη αγάπησα!». Και συνέχισε.

Μας μίλησε για μια γυναίκα. Την πρωτοείδε μια μέρα που καθόταν στο «καντινάκι». Τον γοήτευσε τόσο πολύ «ο αέρας της, το περπάτημά της» που παράτησε το μεζέ και την ρετσίνα στη μέση και έτρεξε ξοπίσω της. Σε απόσταση ασφαλείας μην τυχόν και την τρομάξει.

«Πριν την γνωρίσω» είπε «ήμουν ζώο κανονικό. Αγράμματος, άξεστος, ρεμάλι της κοινωνίας. Το μόνο που με ένοιαζε ήταν να βγάζω παράδες και να τους σκορπάω από δω κι από κει για την καλοπέρασή μου ή τουλάχιστον αυτό που νόμιζα εγώ καλοπέραση

Όπως μας είπε, εκείνη η γυναίκα διέφερε στην όψη και στους τρόπους από κείνες τις σουρλουλούδες με τις οποίες ως τότε είχε συνηθίσει να σκοτώνει τη μοναξιά του. Την ακολούθησε μέχρι που εκείνη μπήκε στο βιβλιοπωλείο του «Παπασωτηρίου» που βρίσκεται στην πλατεία. Κοντοστάθηκε έξω, κάνοντας τάχα ότι χαζεύει τη βιτρίνα, ρίχνοντας που και που ματιές μέσα να κρυφοκοιτά την ομορφιά της. Κοίταζε τα βιβλία, διάβαζε τους τίτλους των εξωφύλλων. Όλα ακαταλαβίστικα. Η  γυναίκα βγήκε. Ο Βλάσσης την ακολούθησε ως το σπίτι της.

Την επομένη πήγε πρωί- πρωί στο βιβλιοπωλείο. Μπήκε μέσα, άρπαξε την πρώτη υπάλληλο που αντίκρισε και άρχισε να της περιγράφει την γυναίκα. «Ήρθε εδώ χτες, γύρω στις 12.00, ψηλή, μελαχρινή, πανέμορφη, με δυο πελώρια ασημένια σκουλαρίκια. Δεν τη θυμάστε; Θα πρέπει να αγόρασε μια ντουζίνα βιβλία!».

Με τα χίλια ζόρια η κοπέλα του βιβλιοπωλείου θυμήθηκε. Τότε ο Βλάσσης της ζήτησε τα ίδια ακριβώς βιβλία για να τα αγοράσει. Έβγαλε ένα πάκο χρήματα από την τσέπη του μπουφάν, πλήρωσε και βγήκε βιαστικός να πάει να την στήσει έξω από το σπίτι της μυστηριώδους γυναίκας.

«Νόμιζα, πως άμα κάνω ότι κάνει και μάθω τα ενδιαφέροντά της, αν και όταν υπήρχε η περίπτωση να τη γνωρίσω, να συστηθούμε βρε αδερφέ και να μιλήσουμε, θα της αρέσω.»

Εκείνη την στιγμή οι υπόλοιποι της παρέας έδειξαν να βαριούνται κι άρχισαν να παροτρύνουν το Βλάσση «Στο ψητό! Μας γκάστρωσες, πες μας την πήδηξες τελικά;».

Ο Βλάσσης θύμωσε, αλλά εγώ τον παρακάλεσα να συνεχίσει, μαλώνοντας τους άλλους για την αγένειά τους. Η ίδια ιστορία συνεχίστηκε καθημερινά επί δυο σχεδόν μήνες. Το πρωί την ακολουθούσε σαν έβγαινε από το σπίτι. Βιβλιοπωλεία, δισκοπωλεία, μουσεία. Τα βράδια την έστηνε έξω από το σπίτι της.

«Δεν έτυχε να την γνωρίσω ποτέ» είπε με παράπονο κι αληθινό πόνο. «Όμως αυτή ήταν η γυναίκα που με άλλαξε. Αγάπησα τόσα πράγματα που κορόιδευα δίχως να ξέρω. Είμαι καλύτερος. Ένας ολάκερος κόσμος ορθώθηκε μπροστά μου. Βιβλία, μουσική, θέατρο. Τέχνη και ζωή! Αυτό δεν είναι ο έρωτας; Κι ας μην της χάιδεψα το χέρι ένα λεπτό!».

Οι άλλοι γέλασαν με την καρδιά τους και συνέχισαν να τρωγοπίνουν χλευάζοντας το Βλάσση. Εγώ τον ήθελα για φίλο μου.

Advertisements

5 Σχόλια

Filed under Uncategorized

5 responses to “Η ζωή στο καντινάκι

  1. moyvasanizesai

    γέλασα, συγκινήθηκα, θύμωσα, προβληματίστικα… πραγματικά ό,τι να ναι η ιστορία…

  2. infected

    Κάτι τέτοια διαβάζεις και λες -χρησιμοποιώντας μια φράση, τίγκα στην πρωτοτυπία- πως ίσως και να υπάρχει ελπίδα στον κόσμο… 🙂

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s