Το τραμ της πλατείας Ταξίμ

Image

Ήμασταν και γαμώ τα ζευγάρια. Τα είχαμε όλα έτοιμα, στο χέρι. Νοικιάζαμε ένα μικρό ωραίο δυάρι. Φυσικά το πλήρωνε η οικογένειά της. Νέοι και ερωτευμένοι. Πώς να ξέρουμε τι πόλεμος γινόταν έξω από τα πενήντα τετραγωνικά μας; Το παίζαμε καλλιτέχνες. Εκείνη έφτιαχνε κολάζ, κοσμήματα, χειροτεχνίες γενικά. Εγώ είχα μετατρέψει το μικρό αποθηκάκι σε γραφείο. «Αυτή θα είναι η «καβάτζα» σου». Έτσι βάφτισε τον μικρό μου χώρο κι έλεγε «εδώ το υπέροχο μυαλό σου θα κατεβάζει ιδέες στο χαρτί». Έπειτα με φιλούσε.

Δουλεύαμε σε ένα μπαρ. Αυτή σερβιτόρα, εγώ έβαζα μουσική. Όχι για βιοπορισμό. Χαρτζιλίκι για τα λούσα μας. Ψωνίζαμε στα βιολογικά, μαγειρεύαμε, αγοράσαμε ποδήλατα, ανακυκλώναμε. Κάναμε οποιαδήποτε δηθενιά. Τα βράδια με καλό καιρό τρώγαμε και πίναμε στο μπαλκόνι. Από κάτω περνούσαν κουρελήδες. Ψάχνανε στα σκουπίδια. Εμείς συνεχίζαμε το φαγητό. Πρώτος καιρός της κρίσης. Δεν μας είχε χτυπήσει την πόρτα. Αναίσθητοι σαν όλους. 

Γυρνούσαμε ξημερώματα. Μποέμικη ζωή. Ο κόσμος ο κανονικός, ο κόσμος της δουλειάς, οι άνθρωποι του ξυπνητηριού των 7.00 π.μ. μας κοιτούσαν και κουνούσαν το κεφάλι. Κοντοστεκόμουν στις κολώνες και διάβαζα τα κηδειόχαρτα. Πάντα διάβαζα ότι έπεφτε στα μάτια και στα χέρια μου. Κουτσομπολίστικα περιοδικά, αγγελίες, προσπέκτους πολυκαταστημάτων, ενοικιαστήρια. «Είσαι της λέω;» και με κοίταξε απορημένη. Δίχως να τη νοιάζει για περισσότερες πληροφορίες απάντησε «μέσα!». Πήραμε σβάρνα τις κηδείες και τα μνημόσυνα για λίγο τζάμπα κονιάκ. Έτσι για να’ χουμε να το λέμε. Παιδάκια. Και μάλιστα ερωτευμένα.

Όλα ήταν κανονισμένα. Θα γυρνούσα από το μπαρ και θα την ξυπνούσα με ένα φιλί στα μαλλιά. Εκείνη θα είχε ετοιμάσει τα σακίδια μας. Εγώ θα είχα σχεδιάσει και οργανώσει την εκδρομή. Ξενοδοχείο, μουσεία, αξιοθέατα.  Λίγο πριν τις τρεις τα ξημερώματα βγήκαμε και περπατήσαμε ως την πλατεία. Πηδήξαμε στο λεωφορείο κι από κει γραμμή για την Ισταμπούλ. 

Σκέφτομαι το Μουσταφά. Νεαρός φοιτητής. Τον γνωρίσαμε σε ένα καφέ, θυμάσαι; Είχε ένα μεγάλο σημάδι από λοστό στο κεφάλι. Ήταν κουρεμένος γουλί. Το σημάδι κάλυπτε όλο το κρανίο. Γκρίζοι λύκοι. Λέγαμε «μα καλά γίνονται αυτά;» κι εκείνος έκλαιγε παρόλο που δεν μας ήξερε. Μας χάρισε μια φανέλα. Έγραφε «Turkiye Komunist Partisi». Εμείς του είπαμε πως αν βρεθεί ποτέ στην Ελλάδα να περάσει από το δυαράκι μας. Θα υπήρχε χώρος. Ανταλλάξαμε στοιχεία και τον κεράσαμε τσάι.

Τι θέλω και τα σκαλίζω; Γιατί η μοναξιά είναι η μεγάλη αδερφή της δημιουργίας. Στην Αθήνα οι κουρελήδες που ψάχνουν στα σκουπίδια φοράνε πλέον τα καλά τους κι είναι χιλιάδες. Εκατοντάδες οι ανυπεράσπιστοι Μουσταφά. Κι οι λύκοι είναι γείτονες, γνωστοί μας, συγγενείς. Δεν είναι γκρίζοι αλλά μαύροι. Όπως και να’ χει ουρλιάζουν!

Μου έρχεται στο νου το τραμ της πλατείας Ταξίμ. Όμορφο και κατακόκκινο. Πάνω του γαντζωμένοι τουρίστες. Εμείς μέσα σε ένα εστιατόριο κι αυτό πάνω κάτω, πάνω κάτω τον πεζόδρομο. Είχε τρακάρει σε ένα κολωνάκι κι ήθελες να το βγάλεις φωτογραφία. «Ευκαιρία!» φώναξες και σου’ πα «άστο και φίλα με, θα είναι κολλημένο εκεί για ώρες».

Δεν πρόλαβες. Το τραμ αποκολλήθηκε και τράβηξε μπροστά. Μόνο μπροστά. Όπως και η ζωή!

Advertisements

2 Σχόλια

Filed under Uncategorized

2 responses to “Το τραμ της πλατείας Ταξίμ

  1. Όλο και καλύτερο σε βρίσκω, kospanti.
    (Τα κείμενά σου είναι από αυτά που δεν σχολιάζονται και πολύ εύκολα, να ξέρεις.) 😉

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s