Monthly Archives: Σεπτεμβρίου 2012

25 Σεπτέμβρη

Image

25 Σεπτέβρη. Οσίας Ευφροσύνης. Φρόσω, Φροσάκι, ο φίλος μου,  ο χαζός μου και άλλα. H αγάπη δεν κοιτά ημερολόγια. Γιορτάζει κάθε μέρα. Ο έρωτας να δεις, αυτός ο τρελός! Κάθε μέρα, οποιαδήποτε μέρα, Κυριακή, σχόλη, καθημερινή, σαν τότε που γυρνούσες σπίτι, κοντοστάθηκες στο ανθοπωλείο, είπες ένα «γιατί όχι;» και μπούκαρες σήκωσες τον πρώτο άσχημο κάκτο που είδες κι ένα μπουκέτο κόκκινα τριαντάφυλλα. Ο κάκτος να υπενθυμίζει όλα τα στραβά που μπορεί να έρθουν. Και ήρθαν. Αυτό είναι σίγουρο! Τα κόκκινα τριαντάφυλλα να επιμένουν. Όσα στραβά αγκάθια κι αν έρθουν και χωθούν εκείνα να επιμένουν.

Και το Hennessy να κάνει δάκρυα στο ποτήρι. Στο σωστό ποτήρι, του κονιάκ το κωνικό. «Καλό μαγαζί» να λες, «έχουν το σωστό ποτήρι» κι η ώρα να είναι 12 παρά λίγο. Το λίγο να σου φαίνεται πολύ. Αιώνες. Όπως αιώνες μοιάζουν οι μέρες κι οι βδομάδες κι οι μήνες που έχεις να τη δεις. Να κοιτάς το ρολόι τσέπης του παππού σου στην εσωτερική τσέπη απ’ το σακάκι και να ντρέπεσαι. Δεν είναι καιροί για παλιομοδίτες. Ο κόσμος χλευάζει. Σαν τότε που σε είχε δει  ο κόσμος  να καπνίζεις την πίπα σου, ξέρεις εκείνη με το όνομά της χαραγμένο στο ξύλο. Δικό της δώρο.

Τι έλεγα; Ναι! Να κοιτάς λοιπόν το ρολόι και να λες να πάρω να μην πάρω. Να θες να είσαι ο πρώτος. Ο πρώτος που θα της ευχηθεί. Ήσουν ο πρώτος, πάντα θα είσαι. Και την πήρες και «τι κάνεις» κι όλα αυτά που πρέπει να ειπωθούν. Δουλειές, γονείς, μεταπτυχιακά. Ανάσα βαριά, δικιά σου ανάσα, μια σπιθαμή απόσταση το «τι κάνουν οι γονείς σου;» ως το «μ’ αγαπάς ακόμη;». Να μην σε χωρά ο τόπος. Κι αυτή να νομίζει πως ξέφυγε, λες και το Βερολίνο, το Άμστερνταμ, η Πράγα είναι μακριά. Κι όσες Σκύλες και Χάρυβδες να στήνει μπρος η οικονομική σου κατάσταση να λες «θα πάω!», ένα ταξίδι είναι, να τη δεις, σιγά το πράμα. Ενωμένη Ευρώπη. Ακόμα …

Μα είσαι πια μαντράχαλος αλλά το κινητό με κάρτα. Πώς να βγεις; Όποτε έχεις βάζεις. Εντάξει ποτέ δεν τα πήγαινες καλά με την επικοινωνία. Ίσως τώρα που το σκέφτεσαι αυτός να ήταν ο λόγος που σε παράτησε. Όχι η κάρτα ρε. Η επικοινωνία! Να μιλάς από μέσα σου καθώς εκείνη σου περιγράφει τη νέα της ζωή και να λες «μου φτάνει ο χρόνος ομιλίας;».

Κι ύστερα πάλι εκείνος ο άτιμος ο Μουράτ. Μουσικός του δρόμου, κάτι τέτοιο. Την γοήτευσε. Λογικό. Κι όσο τον μισείς να λες «μακάρι να την αγαπά!». Κι όσο υπεράνω νιώθεις που το σκέφτεσαι άλλο τόσο να νιώθεις μαλάκας. Σου λέει αυτή «γυρίζω απ ‘την Πόλη». Πρώτη σκέψη σου «για όποιον ή με όποιον πας, η Πόλη θα είναι πάντα δική μας!». Βρίσκεις το θάρρος και της το λες. Επιτέλους ρε!

Κλείνεις σε λίγο ευγενικά, πρέπει να μπεις στο μπαρ. Οι φίλοι περιμένουν. Καλοί φίλοι. Όπως περιμένει το κονιάκ. Κουνάς το ποτήρι και βλέπεις τα δάκρυα στα τοιχώματά του. Δεν είναι τα μόνα. Ο μπάρμαν σκουπίζει, αδειάζει τασάκια, πετά μασημένες φέτες πορτοκάλι. Οι φίλοι πίνανε τεκίλα κίτρινη σφηνάκι. Ο Screamin’ Jay Hawkins ουρλιάζει. Ζητάς άκυρη αλλαγή. «Τελευταίο τραγούδι να φεύγουμε» … Κόκκινο φεγγάρι, θάλασσες τεκίλα. Παραγγέλνεις μια απ’ τα ίδια. Ότι πίνουν οι φίλοι. Ξέρεις θα πιουν μαζί σου. Το πρόβλημα δεν είναι η παρέα στο πιοτό. Παρέα βρίσκεται. Το πρόβλημα είναι ότι μόνος σου θα την δεις πάλι απόψε. Όνειρο. Όπως προχτές που τάχα μου σε ήθελε ακόμη και σε πήρε αγκαζέ.

Σου λένε οι φίλοι για συνέχεια σε κωλόμπαρο. Κι εσύ να ξερνάς στην θύμηση της φτηνής κολόνιας, της ψεκασμένης ανάμεσα στα βυζιά κάποιας Ιρίνα που σε είχαν πάει να παρηγορηθείς, πρώτος καιρός του χωρισμού σας. Άτιμη αίσθηση η όσφρηση. Ξυπνά μνήμες. Κι εσύ να προσπαθείς να θυμηθείς τη μυρωδιά Εκείνης. Πανηγυρίζεις, χαζογελάς γιατί καταφέρνεις και τη θυμάσαι.  Λες μια δικαιολογία «νομίζω έχω δέκατα», πληρώνεις και φεύγεις. Κωλόμπαρα και μαλακίες. Βιάζεσαι να πας σπίτι να γράψεις γρήγορα ότι βγει από μέσα σου χωρίς διαγραφή και διορθώσεις, κι ας ξέρεις πως η μπενζεντρίνη είναι μυθική ουσία, ανύπαρκτη. Εσύ έτσι θα γράψεις! Βασανίζοντας το πληκτρολόγιο για να μη βασανίζεις άλλο εσένα.

Σημείωση : Αυτό το ποστ προέκυψε …

4 Σχόλια

Filed under Uncategorized

Ο αόρατος άνδρας

Image

Λοιπόν έχω ένα θέμα. Ζήτημα, πρόβλημα κάτι τέτοιο. Φοβάμαι το σκοτάδι. Θα μου πεις ένα ξερό «οκ αυτό το έχουν πολλοί άνθρωποι», θα προσποιηθείς πως ενδιαφέρεσαι να με ακούσεις για λίγα λεπτά. Ίσως να κουνάς το κεφάλι σου και να χαμογελάς κάνοντας πως με ακούς κι αν σε αιφνιδιάσω και σε ρωτήσω «τι είπα μόλις τώρα;» να ντροπιαστείς.

Το δικό μου όμως ζήτημα είναι διαφορετικό γιατί φοβάμαι την απουσία φωτός μόνο όταν κοιμάμαι μόνος. Με τις γυναίκες είναι αλλιώς γιατί όταν κοιμάμαι μαζί τους, το σώμα ή έστω η ανάσα τους, μια υποψία ροχαλητού, αντικαθιστά τον ρόλο που παίζει το φως. Κουρνιάζω μέσα στην ασφάλεια μιας γυναικείας ανάσας. Τι ντροπιαστικό!

Έχω εδώ και καιρό κάνει μια συμφωνία με τον εαυτό μου. Έξι μήνες του χρόνου ζω με γυναίκα κι έξι μήνες μόνος. Έγινα μια αρσενική Περσεφόνη. Έτσι αναγκάζομαι για πολλούς μήνες να μένω ξάγρυπνος τις νύχτες και να κοιμάμαι τη μέρα. Οι νύχτες όμως πάντα φαίνονται μεγάλες, μεγαλύτερες και πρέπει κάπως να γεμίζουν.

Έχω σκαρφιστεί διάφορα τεχνάσματα για να μη φοβάμαι. Πότε το λαμπάκι του αποροφητήρα, τώρα τελευταία η ανοιχτή τηλεόραση, χωρίς φωνή, δίχως εικόνα μιας και δεν έχω αποκωδικοποιητή καρδιά μου. Μόνο χιόνια στην οθόνη της που όμως κάνουν τη δουλειά τους. Φωτίζουν. Όπως φωτίζουν τα αληθινά χιόνια και σπάνε τη βαρεμάρα του χειμώνα της βροχής, γιατί εδώ στην Ελλάδα πέφτουν μια στο τόσο και εμείς χαιρόμαστε.

Όταν είχα τηλεόραση η ώρα μου περνούσε αδιάφορα, χαζά. Λύτρωση! Τώρα αναγκαστικά σκέφτομαι και θυμάμαι. Η σκέψη και η μνήμη, μόνες τους καθεμιά αντέχονται. Μαζί είναι που γίνονται ανυπόφορες. Εξομολογούμαι. Έβλεπα ώρες ατέλειωτες προϊόντα τηλε-πωλήσεων. Ελβετικές τεχνολογίες, φουσκωτά στρώματα για να φιλοξενείς κόσμο – λες κι έρχεται κανείς να με δει – ατσάλινα επικίνδυνα μαχαίρια ακόμα και για το βούτυρο. Ξεκίνησα να τηλεφωνώ και να αγοράζω ότι έβλεπα.  Κι ας ήξερα πως δεν χρειαζόμουν  τίποτα από όλα αυτά τα μαραφέτια. Το μόνο που χρειαζόμουν ήταν να περάσουν οι ώρες, να δω το πρώτο φως της μέρας και να πέσω εξαντλημένος μα ήσυχος να κοιμηθώ.

Τώρα πια και ντρέπομαι που το λέω, διαβάζω lifestyle περιοδικά και free press φυλλάδες. Αγαπημένες μου στήλες είναι αυτές που κάποιος ή κάποια αναζητεί κάποιον ή κάποια που είδε στο δρόμο, σε ένα μπαρ, οπουδήποτε … Νιώθω αόρατος άνδρας. Να πεις ότι δεν βγαίνω; Του δίνω και καταλαβαίνει κι ας μην έχω μία. Πότε στα πεζούλια στη θάλασσα με μια μπύρα, πότε καλεσμένος σε βαρετά πάρτι. Κυκλοφορώ. Κι όμως κανείς δεν δείχνει να με αναζητά. Έστω για να περάσουμε μαζί έξι καλούς μήνες.

Καλά είναι κι έτσι. Αόρατος στο χαρτί των εφημερίδων, αόρατος και στην κανονική ζωή. Η μοναξιά είναι φαινόμενο. Σαν τον καιρό. Σαν τον κρύο καιρό. Να λες : «κάνει μοναξιά !».

Σχολιάστε

Filed under Uncategorized

Ο κήπος των απολαύσεων – Guilty Pleasures

Image

Ήμουν ένας από τους καλεσμένους της Νικόλ.  Ήταν η καλύτερη αντεργκράουντ ποιήτρια της πόλης και είχε τα ωραιότερα πόδια που είχα δει ποτέ. Είχε οργανώσει τα πάντα  για την συγκέντρωσή μας. Έμενε σε μια υπέροχη μονοκατοικία κάπου στα βόρεια προάστια μαζί με τη μάνα της και το γάτο τους. Η μάνα της έλειπε σε ταξίδι. Όχι τίποτα νορμάλ. Νεπάλ, Θιβέτ, Βιετνάμ. Ότι κάνει μια πλούσια πενηντάρα σε κλιμακτήριο για να σκοτώσει την ώρα της αφού δεν μπορεί να σκοτώσει τον πρώην άντρα της.

Είχε διαμορφώσει έναν κήπο έτσι όπως μόνο μια αντεργκράουντ ποιήτρια θα μπορούσε. Η Νικόλ και άλλοι περίεργοι είχαν «ιδρύσει» μια ιδιότυπη συντροφιά, ένα σύλλογο που τον ονόμασαν «Αρίστιππο», προς τιμή του μεγάλου ηδονιστή φιλοσόφου. Έτρωγαν, έπιναν, γνωρίζονταν μεταξύ τους και συζητούσαν. Οι τυχεροί ερωτοτροπούσαν στο τέλος της βραδιάς.

Βγήκα στον κήπο της όπου βρίσκονταν συγκεντρωμένοι οι υπόλοιποι καλεσμένοι. Η Νικόλ διάβασε ένα ποίημα της που λίγο κατάλαβα και μας καλωσόρισε. Η βραδιά μας είχε κανόνες. Αυστηρούς. Ούτε συζητήσεις για το φασισμό, τίποτα για την κρίση. Καθόλου αναφορές στο κίνημα. Μόνο μπόλικη, γλυκιά, εγωιστική απόλαυση. Καθένας μας έπρεπε να πάρει το λόγο μόλις νιώσει έτοιμος και να εκμυστηρευτεί τη δική του προσωπική ένοχη απόλαυση. Άνθρωποι μεθυσμένοι για ηδονές στον κήπο της Νικόλ που απόψε θα έμοιαζε με τον «Κήπο των επίγειων απολαύσεων» του Ιερώνυμου Μπος.

Πρώτος μίλησε ο Μανού. Ποδοσφαιριστής με χρόνια στην Ελλάδα στα πρωταθλήματα Β΄ και Γ΄ κατηγορίας. Ήταν εδώ και καιρό τραυματισμένος, σκεφτόταν να τα παρατήσει και το είχε ρίξει στο αλκοόλ. Ένα ανθρωπάκι αυτοκαταστροφικό που δεν θα πίστευες πως μέχρι πριν λίγους μήνες είχε σχέση με τον αθλητισμό.

«Παίζω με πάθος. Στην αρχή στοιχημάτιζα σε αγώνες ποδοσφαίρου. Έτσι για πλάκα. Ήξερα και το άθλημα, έβγαζα ένα χαρτζιλίκι. Στη συνέχεια έμπλεξα για συμμετοχή σε στημένα ματς. Επαρχία, παράγοντες, άνθρωποι της νύχτας. Χαίρομαι την αγωνία. Η αβέβαιη έκβαση είναι το αφροδισιακό μου. Θα έδινα τα πάντα για να στοιχηματίσουμε τώρα τι χρώμα μπορεί να είναι το βρακάκι της Νικόλ

Όλοι στο τραπέζι γέλασαν κι η Νικόλ είπε «Πάψε Μανού αφού ξέρεις πως εδώ και καιρό δεν φοράω τίποτα από μέσα». Τότε ξεκίνησα να κοιτάζω τα πόδια της με μεγαλύτερη επιμονή.

Το καλαμπούρι σταμάτησε και το λόγο πήρε ο Μάριος. Οι φίλοι του τον φώναζαν Κλαρκ Κεντ. Το πρωί νέος δικηγόρος, το βράδυ τραγουδιστής σε μια death metal μπάντα. Το όνομα του συγκροτήματος μου διαφεύγει αλλά μάλλον θα ήθελα να περιέχει μέσα τη λέξη οργασμός. Ο Μάριος απολάμβανε κάτι τόσο περίεργο. Έκανε σεξ μόνο με τις κοπέλες που είχε κατά καιρούς. Όλες τις άλλες γυναίκες τις έγλειφε. Μόνο! Ήθελε να τον θυμούνται οι γυναίκες και δεν τον ένοιαζε το πώς. Έλεγε και ξανάλεγε «Η διείσδυση μπορεί να γίνει με κάθε άντρα. Εγώ κάνω χάδια, δίνω φιλιά εκεί κάτω. Τις βλέπω να σπάνε, να κυλιούνται, να σφίγγουν στις γροθιές τους τα σεντόνια. Το αγαπώ αυτό. Έπειτα σηκώνομαι και φεύγω. Άλλες με ευχαριστούν εξουθενωμένες. Άλλες με βρίζουν που δεν μπαίνω μέσα τους. Μία μου είχε πετάξει τα παπούτσια της καθώς έφευγα.» 

«Εγώ θα σε σκότωνα» είπε η Νικόλ της οποίας είχε έρθει η σειρά για να εξομολογηθεί. «Θέλω να καταρρίψω ένα μύθο. Εμείς οι γυναίκες και κλάνουμε και χέζουμε. Εγώ αυτό απολαμβάνω. Κάθομαι με τις ώρες εκεί μέσα και διαβάζω. Καπνίζω τσιγάρα. Με το μυαλό μου φτιάχνω φατσούλες με τα σχέδια του μωσαϊκού στο πάτωμα. Οι καλύτερες ιδέες μου έχουν γεννηθεί στην τουαλέτα. Γελάω. Γελάω γιατί διαβάζω υπερβολικές κριτικές, καλές κριτικές για τα ποιήματά μου στο διαδίκτυο. Αχ και να ήξεραν πόσα από αυτά έχουν γραφτεί καθώς χέζω!»

Μου γέμισε το ποτήρι και με στρίμωξε. Είχε έρθει η σειρά μου. «Κοίτα Νικόλ εγώ το μόνο που γουστάρω να κάνω είναι να σκάω τις φυσαλίδες από κείνο το νάυλον στις συσκευασίες. Πολλές φορές μου έχει σηκωθεί μόνο με αυτό. Αλλά απόψε θα ήθελα πάρα πολύ να μυρίσω και να φιλήσω τα πόδια σου τα οποία κοιτώ όλο το βράδυ, κάτι που σίγουρα έχεις καταλάβει!»

Το ξυπνητήρι του κινητού χτύπαγε διαολεμένα. Κάποιος στην άλλη άκρη της γραμμής, μου υπενθύμιζε πως έπρεπε να σηκωθώ. Είχα πρωινές δουλειές μετά από καιρό. Υποχρεώσεις. Αποτυχημένοι ποδοσφαιριστές, σούπερ ήρωες και ποιήτριες με υπέροχα πόδια δεν υπήρχαν. Είναι εύκολο να φορτώνεις σε άλλους, κατασκευασμένους, επινοημένους ανθρώπους, τις μικρές σου ένοχες απολαύσεις. Η τηλεόραση ήταν ξεχασμένη ανοιχτή. Έδειχνε μια διαδήλωση. Κατούρησα, ντύθηκα και βγήκα έξω.

Σημείωση : Η σημερινή ανάρτησή μου είναι το κείμενο με το οποίο συμμετέχω στο αφιέρωμα με θέμα Guilty Pleasures. Άλλες συμμετοχές :

Ελιές Καλαμών LuxΠρόβατοΤσαλαπετεινόςΒιβλιοθηκάριοςSlackerbludΤο ιστολόγιο του ερυθρού καγκουρόΤα Χαμένα Επεισόδια Silentcrossing

14 Σχόλια

Filed under Uncategorized

ΠΟΤΕ ΞΑΝΑ Μαουτχάουζεν !

Image

«- Την τελευταία ομάδα τη φέρανε απόγευμα, λίγο πριν να σκολάσουμε. Κι ήταν μια γυναίκα μαζί που είχε ένα μικρό παιδί στην αγκαλιά, ένα μωρό. Τις βάλανε στη γραμμή έτσι, μισοξαπλωτά πάνω στο πλευρό της τάφρου. Τ’άλλα παιδιά κλαίγανε. Μόνο το μωρό δεν έκλαιγε. Η μάνα του είχε το βυζί έξω, το μωρό βύζαινε με μια πείνα … Ο υπαξιωματικός πήγε και το πήρε απ’ τα χέρια της. Το γαργάλησε λίγο, του γέλασε και το μωρό άρχισε να παίζει, να τραβά τα κουμπιά που γυαλίζανε, το καπέλο. Η μάνα νόμιζε πως το μωρό γλίτωσε. Γονάτισε και φώναζε κλαίγοντας : «Γκράτσια, γκράτσια» … Τα πολυβόλα αρχίσανε … Να ‘βλεπες πως σπαράζανε οι γυναίκες, τα παιδιά … Πως μουγκρίζανε, πως τρώγανε το χώμα …

– Και το μωρό;

– Η μάνα του μωρού είχε πέσει μονόπαντα, να, έτσι … Ο υπαξιωματικός την έσπρωξε με το πόδι του, τη γύρισε ανάσκελα. Έπιασε το φουστάνι της απ’ το λαιμό και το ‘σκισε … Το τράβηξε κάτω, ως τη μέση, κι έβαλε το μωρό να βυζάξει. Το μωρό βρήκε πιο εύκολα το αίμα απ’το γάλα κι έγλειφε αίμα …»

Ιάκωβος Καμπανέλλης, Μάουτχάουζεν.

Υ.Γ. Σκέφτηκα να βάλω μια πιο ωμή φωτογραφία στην κεφαλή του ποστ αλλά δεν άντεξα. Το νταμάρι που βλέπετε είναι η «σκάλα», το «λατομείο των θρήνων» εκεί όπου ο ηρωικός Αντώνης αντιμετώπισε την θηριωδία του ναζισμού κι έγινε τραγούδι-ύμνος από τους Καμπανέλλη-Θεοδωράκη http://www.youtube.com/watch?v=EvkcI1TgrlU

Σχολιάστε

Filed under Uncategorized

Το κορίτσι στο ταμείο

Image

 Γεννήθηκε και της έδωσαν το όνομα Μαρία. Μια γυναίκα τόσο συνηθισμένη με ένα τόσο συνηθισμένο όνομα. Απολύθηκε. Πριν από λίγες ώρες. Και τώρα; Τώρα κάθεται εκεί, πάνω από την κατσαρόλα, μαγειρεύει μπάμιες, σκουπίζει μύξες και δάκρυα. Περιμένει τον Σωτήρη να γυρίσει από τη δουλειά, να του βάλει να φάει. Εντάξει, αυτό το κάνει κάθε μέρα. Χρόνια τώρα. Αλλά το άλλο; Πως θα καταφέρει να του ξεστομίσει πως τη διώξανε. Κι εντάξει να τη διώξουν, αλλά αν μάθει το πως και το γιατί; Κι όμως πριν από λίγο, όταν άκουσε το μαλάκα το Σταματιάδη να ουρλιάζει, ανακοινώνοντας την απόλυσή της ένιωσε μεγάλη περηφάνια. Ο Σταματιάδης είναι ο προϊστάμενος της στο σούπερ μάρκετ. Ρουφιάνος.

Σεπτέμβρης ήταν, όταν φέρανε στο κατάστημα τα σχολικά είδη. Είχε πάρει ένα από κείνα τα μπλε τα τετράδια και τον ζωγράφιζε. Από μικρή της άρεσε το σχέδιο. Αν και δεν κατάφερε ποτέ να παρακολουθήσει μαθήματα, σκίτσαρε αρκετά καλά. Μόνο που δεν μπορούσε να αποδώσει πιστά τα πρόσωπα. Ποτέ δεν της άρεσαν τα πρόσωπα. Έτσι στη θέση της ηλίθιας μάπας του Σταματιάδη έβαζε μια κουκούλα. Κάτι που ταίριαζε γάντι στην ιδιότητά του. Αυτή του ρουφιάνου.

Στη δουλειά ξεκίνησε όταν αποκτήσαν το δεύτερο παιδί τους, τον Παναγιώτη της. Δυσκολευόντουσαν αρκετά. Τα έξοδα έτρεχαν. Είχαν κόψει και στο Σωτήρη δυο μισθούς. Στην αρχή γκρίνια και καυγάδες. Μετά τα έβαλαν κάτω και τα μιλήσανε, τα συμφωνήσανε. Έπρεπε να ξεκινήσει πάλι να βοηθάει. Δούλευε και παλιότερα σε μια βιοτεχνία, αλλά σταμάτησε για να ασχοληθεί με την φροντίδα των παιδιών. Πήρε μια εφημερίδα κι άρχισε να αναζητά. Οι εφημερίδες γίνανε δυο και τρεις κι αμέτρητες. Έψαχνε για βδομάδες. Δουλειά πουθενά. Η υπομονή της απέφερε καρπούς κι έτσι ήρθε εκείνη η θέση στο ταμείο. Γνωστή αλυσίδα καταστημάτων σούπερ μάρκετ. Τη βόλεψε γιατί ήταν κοντά και στο σπίτι, ώστε να επιστρέφει γρήγορα να διαβάζει τα παιδιά.

Οι πρώτοι δυο μήνες στη δουλειά ήταν άχαροι, βασανιστικοί. Όλη της η μέρα ένας μονότονος ήχος. «ΜΠΙΠ. ΝΤΟΥΚΟΥ ΝΤΟΥΚΟΥ. ΓΚΡΑΝΖΖΖ.» Η ψυχωτική «μουσουκή» μιας ταμιακής μηχανής. «Μουσουκή» κι όχι μουσική είναι ο ήχος που βγάζουν τα μηχανήματα. Είναι ο ήχος που παίζουν τα ηχεία των καταναλωτικών μνημειακών κατασκευών. Ακούστε, χαλαρώστε, καταναλώστε. “Wind of Change” και “Born In the USA”, τραγούδια της αλλαγής και της ελεύθερης οικονομίας. Και τα καρότσια γεμάτα πράματα να τσουλάνε υπό αυτούς τους ήχους διάδρομο το διάδρομο σε ένα φρενήρες καταναλωτικό βαλς.

Σκυμμένο κεφάλι. Ψεύτικο χαμόγελο. Ψεύτικο «καλημέρα», ψεύτικο «καλησπέρα» στα μιλιούνια των πελατών. Ύστερα, ήρθε η Κάτια. Μια εντυπωσιακή τριανταπεντάρα. Χωρισμένη με ένα κοριτσάκι. Ταμείο 6 το Μαράκι, ταμείο 7 η Κάτια. Γίνανε κολλητές. Ξεθάρρεψε σαν της μίλησε. Αν δεν έκανε την αρχή, ακόμα με το κεφάλι σκυμμένο θα ήταν να χτυπάει στη μηχανή σερβιέτες και πατατάκια. «Έχω κι εγώ το μαλακομαγνήτη» η πρώτη κουβέντα της Κάτιας. Το είπε σαν άκουσε τη Μαρία να καυγαδίζει στο τηλέφωνο με το Σωτήρη για πολλοστή φορά. Θίχτηκε. Βάλθηκε να της εξηγήσει πως ήταν ο άντρας της. Πως είναι λογικό να τσακώνονται σαν όλα τα ζευγάρια και άλλα πολλά κλισέ. Μέρα με τη μέρα τα κορίτσια γνωρίζονταν καλύτερα. Όταν δεν πήζανε στη δουλειά ξεκινούσε το κους-κους. Στα διαλείμματα τσιγάρο έξω, στο πάρκινγκ. Η Κάτια είχε όντως το μαλακομαγνήτη. Ο πρώην άντρας της τη χτυπούσε. Τώρα τραβιόταν με έναν κηφήνα. Της έτρωγε το μισό μηνιάτικο και της έταζε γάμους κι ιστορίες, ότι τάχα μου θέλει αυτήν και το παιδί της.

Περνούσε ο καιρός κι εκείνη στα ίδια. Είχε φτάσει σε σημείο να βλέπει εφιάλτες. Ένα βράδυ ξύπνησε ιδρωμένη. Ο Σωτήρης δίπλα της κοιμόταν του καλού καιρού. Ροχάλιζε. Είδε λέει πως προσπαθούσε να μπει στο σπίτι τους και δεν μπορούσε. Έβαζε το κλειδί στην τρύπα και δεν άνοιγε η πόρτα. Ενώ την ίδια στιγμή αντίκριζε το γραμματοκιβώτιο ξεχειλισμένο από τους λογαριασμούς. «Αυτό ήταν!» είπε «Πουτάνες τράπεζες. Θα μας το πάρουν το σπιτάκι μας». Τα πίστευε τα όνειρα. Την είχε μάθει να τα πιστεύει η γιαγιά της που ήταν Σμυρνιά.

Λίγες μέρες έμεναν για τις γιορτές. Ο Σταματιάδης έκανε μίτινγκ όλου του προσωπικού. Τους ανακοίνωσαν πως θα δουλεύουν μέχρι τις 10 το βράδυ. Εορταστικό ωράριο και καλά. Η Λένα, μια κοπέλα που είχε έρθει πρόσφατα στη δουλειά, δεν ήρθε στο μίτινγκ. Μάθανε πως την έδιωξε ο Σταματιάδης. Ήταν έγκυος. Τις απολύουν τις έγκυες. Δεν συμφέρουν. Το λένε όλα τα καλά βιβλία μάνατζμεντ όλων των καλών Πανεπιστημίων.

Πήρε αμέσως το Σωτήρη να του πει πως θα αργήσει. Να του ζητήσει αν μπορεί να ετοιμάσει τίποτα να φάνε. «Μαγειρεύεις;» τη ρώτησε η Κάτια και πριν προλάβει να απαντήσει συνέχισε «όλοι μαγειρεύουν σήμερα, μόδα είναι θα περάσει. Ανοίγεις το χαζοκούτι και παντού κατσαρόλες και κουτάλες. Κι ο κοσμάκης χαζεμένος παρακολουθεί με τα σάλια να τρέχουν. Σα να πηδάνε οι μυρωδιές απ’ την οθόνη και να ορμάνε μέσα στο σαλόνι του».

Είχαν ξεθεωθεί. Ο κόσμος έκανε τα τελευταία του ψώνια για τις γιορτές. Λίγα είναι η αλήθεια. Δούλευε κάμποσα χρόνια και με μια πρόχειρη σύγκριση, τα προηγούμενα χρόνια ο κόσμος ψώνιζε περισσότερο. Κάθε πέρσι και καλύτερα που λένε. Η κούραση πάλευε με τη βαρεμάρα. Ώσπου έγινε κάτι αναπάντεχο, κάτι αληθινά συναρπαστικό. Ξαφνικά μια ομάδα νεαρών, θα ήταν σαράντα – πενήντα άτομα περίπου, αγόρια και κοπέλες, μπούκαραν στο κατάστημα με ιαχές. Άρχισαν να τρέχουν στους διαδρόμους ρίχνοντας μέσα σε μεγάλες μαύρες σακούλες σκουπιδιών κάθε λογής τρόφιμα κι όπως γρήγορα μπήκαν έτσι γρήγορα έγιναν καπνός. Πριν την έξοδο πέταξαν δεκάδες τρικ που έγραφαν : «Η ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ ΕΙΝΑΙ ΚΛΟΠΗ – ΡΟΜΠΕΝ ΤΩΝ ΣΟΥΠΕΡ ΜΑΡΚΕΤ – ΚΑΛΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ !!!».

Η Κάτια της ψιθύρισε στο αφτί ότι πάνε και μοιράζουν τα τρόφιμα στις πλατείες σε άστεγους και σε χαμηλοσυνταξιούχους. Οι τσιρίδες του Σταματιάδη την επανέφεραν στην πραγματικότητα. Φώναζε γιατί δεν τους είχαν εμποδίσει. Λες και ήταν δουλειά τους. Η Μαρία χαμογέλασε με ικανοποίηση. Ίσως για τους ανθρώπους που θα έβρισκαν κάτι να φάνε. Ίσως για κάτι πιο απλό και ρηχό, όπως το ότι ο Σταματιάδης είχε βγει από τα ρούχα του.

Οι μέρες περνούσαν και οι γιορτές φεύγανε. Τι είναι οι γιορτές; Όλο το χρόνο τις προσμένεις με λαχτάρα κι αυτές έρχονται και περνούν δίπλα σου τόσο γρήγορα δίχως να σε αγγίξουν. Η Μαρία εκεί «απίκο». Χωρίς ανάσα. Όταν είχε χρόνο να σκεφτεί, στο μυαλό της ερχόταν συνεχώς η εικόνα εκείνων των παιδιών. Τους θαύμαζε. «Έχει έρθει η ώρα να κάνω κάτι πια κι εγώ» έλεγε. «Κάτι επαναστατικό. Κι ας έχω πατήσει τα σαράντα». Θα ζούσε επιτέλους την καθυστερημένη της εφηβεία. Όλη της τη ζωή υπάκουη. Στον πατέρα της το συγχωρεμένο που ήταν αυστηρός. Αυτός ήταν κι ένας λόγος για να παντρευτεί τόσο μικρή, να ξεφύγει από το σπίτι να κάνει τη ζωή της. Έτσι τουλάχιστον νόμιζε, γιατί και με το Σωτήρη τον ίδιο ρόλο. Το ρόλο της σωστής. Μέχρι και στον προϊστάμενο τουμπεκί έκανε. Όλη της τη ζωή σκυφτή. Πατέρας, σύζυγος, εργοδότης. Κι αυτή να πασχίζει να φανεί καλή. Καλή κόρη, καλή σύζυγος, καλή υπάλληλος.

Θυμήθηκε πέρσι τέτοια εποχή. Η εταιρεία θα βράβευε τον καλύτερο υπάλληλο κάθε καταστήματος. Η Μαρία είχε βαλθεί να βγει πρώτη. Δεν τα κατάφερε αλλά χάρηκε που άκουσε δυο καλές κουβέντες από τα χείλη του Σταματιάδη. Ο Μωυσής, ο πρώτος μάρκετινγκ μάνατζερ, θα κατέβαζε σήμερα από το βουνό έντεκα εντολές. «Τίμα τον εργοδότη σου ίνα μην πεινάσεις». Χιλιάδες οι πιστοί σε τούτη τη θρησκεία. Χωρίς ιεραπόστολους. Δίχως σταυροφορίες.

Μια μέρα έστειλαν τη Μαρία στο τμήμα μαναβικής να τοποθετήσει τα φρέσκα προϊόντα. Καθώς στοίβαζε τα λαχανάκια Βρυξελλών άρχισε να κάνει περίεργες σκέψεις. «Γιατί τα λένε Βρυξελλών; Απορία το’ χω. Πώς να είναι άραγε οι Βρυξέλλες; Μουντές και βροχερές μου κάνουν. Τόσα χρόνια με το Σωτήρη δεν αξιωθήκαμε ένα ταξίδι στο εξωτερικό. Κάθε καλοκαίρι Σαλαμίνα στο εξοχικό. Να είναι άραγε οι Βρυξέλλες η Πομπηία των καιρών μας;».

Νωρίτερα σήμερα, η Μαρία είδε μια γνώριμη γυναίκα. Ήταν η κυρία Κούλα. Μια ηλικιωμένη γειτόνισσα που έμοιαζε να τα έχει χαμένα, σερνόταν δω κι εκεί με το πιο παρακατιανό, άδειο καλαθάκι. Η κυρία Κούλα είχε έναν γιο, ρατσιστή ιδεολόγο. Τόσο ιδεολόγο που πέταξε τη μάνα του σε ένα υπόγειο κι έβαλε μια Βουλγάρα να την ξεσκατίζει. Και πατρίς και οικογένεια. Όσο για τη θρησκεία, κάθε φορά που η κυρά Κούλα ζητούσε λίγη συντροφιά από το γιό της αυτός της ανταπέδιδε βλαστήμιες. Η Μαρία που είχε φαγωθεί να βρει κάτι να κάνει, κάτι σαν μικρή προσωπική επανάσταση, άρπαξε την ευκαιρία της. Έπιασε την κυρία Κούλα από το μπράτσο και με ένα «σουτ μη μιλάς» της γέμισε το άδειο καλάθι. Την βοήθησε να φτάσει στο ταμείο. Δίχως να χτυπήσει τίποτα στην ταμειακή την οδήγησε στην πόρτα και της είπε «Φύγε, βιάσου, εγώ είμαι εδώ!».

Ήταν τόσο πρωτόγνωρη η ικανοποίησή της που δεν είχε αντιληφθεί πως ο Σταματιάδης είχε παρακολουθήσει όλη τη σκηνή. Εκείνος έβραζε και ούρλιαξε τη λέξη που έτρεμε η Μαρία μέχρι χτες και συνεχίζουν να τρέμουν οι Μαρίες όπου γης. «Απολύεσαι!». Εκείνη πέταξε την ποδιά με τα χρώματα και την επωνυμία της εταιρείας, φούσκωσε τα στήθη της και με ένα χαμόγελο πέρασε τις αυτόματες πόρτες της εξόδου. Μέχρι τώρα νομίζει πως πριν βγει άκουσε χειροκροτήματα. Μπορεί και όχι. «Δεν γαμιέται;».

6 Σχόλια

Filed under Uncategorized