Monthly Archives: Νοέμβριος 2012

Τρένα και τακούνια

Image

Σταθμός Αγίου Διονυσίου. Ο λεγόμενος και «δακρύβρεχτος σταθμός της ξενιτιάς» παραλία λιμένος. Κρεμμυδαρού, ξεχασμένο τοπωνύμιο. Η «γέφυρα του ρεμπέτη» λίγο πιο πάνω. Λένε πως αν ήθελες να γίνεις ρεμπέτης έπρεπε να περάσεις μοναχός σου τη γέφυρα βράδυ. Τότε ξύλινη, τώρα ασφάλτινη. Περνούν πάνω της χιλιάδες Ι.Χ.  αγορασμένα με ευρώ, εξοφλημένα με δόσεις. Αλλάξαμε! Το πολύ εκατό μέτρα παρακάτω αναχωρούν τα βαπόρια για Κρήτη. Τα προτιμώ τα πλοία, ειδικά αν δεν κουνάνε. Πρέπει να είμαι ο μοναδικός εδώ τριγύρω που ταξιδεύω με τρένο. Τα τρένα με εγκλωβίζουν κι είναι κι αυτή η απαγόρευση του καπνίσματος … 14 ώρες ταξίδι ατσίγαρος γίνεται;

Νιώθω μια κίνηση στην κωλότσεπη. Συμπεραίνω πως ο πατέρας μου σπρώχνει μέσα της μερικά τυλιγμένα χαρτονομίσματα. Χαιρετώ και σκαρφαλώνω, τρυπώνω μέσα του, βρίσκω τη θέση μου, τακτοποιώ βαλίτσες. Ξεκινήσαμε να τσουλάμε, περνάμε τώρα κάτω από τη «γέφυρα του ρεμπέτη». Να θυμηθώ να ακούσω ρεμπέτικα στα ακουστικά όταν βαρεθώ, κάπου στο Πλατύ Ημαθίας δηλαδή.

Μετά από τόσα χρόνια πάνω-κάτω έχω μάθει όλη τη διαδικασία. Στο Σταθμό Λαρίσης, θα ορμήσει μέσα λαός. Αρκετοί βιαστικοί θα σέρνουν πελώριες αποσκευές που θα χτυπάνε δω κι εκεί. Κάμποσοι αγχωμένοι να τακτοποιηθούν. Ένας δυο θα αρπαχτούν … «Αυτή είναι η θέση μου» – «Δεν νομίζω κυρία μου δείτε πάλι το εισιτήριό σας – «Θα φωνάξω τον ελεγκτή», οι υπόλοιποι θα τους κοιτάμε, κάποιος με τον ρόλο του κλασσικού καλού άγνωστου σπασαρχίδα θα επέμβει σαν ειρηνοποιός. Οι ενδιάμεσοι σταθμοί αδιάφοροι. Αρκετοί είναι αυτοί που θα αποβιβαστούν στη Λάρισα. Θεσσαλονίκη αναδιάταξη δυνάμεων. Αδειάζουμε, γεμίζουμε ξανά. Ελάχιστοι συνεχίζουμε ως την άκρη της γραμμής.

Ένας μεσήλικος κύριος κάθεται δίπλα μου. Του προσφέρω τη θέση στο παράθυρο. Αρχίζω και κοκκινίζω, ζεσταίνομαι, σκέφτομαι αν μυρίζει η ανάσα μου. Πιάνουμε κουβέντα. Σπουδές, δουλειές, οικογένειες. Αρχίζει και μου αρέσει. Στο τρένο μπορείς να πεις τα πάντα, όπως στο ταξί, όπως στον ψυχολόγο. Κάθε τόσο ο μεσήλικος κύριος επισκέπτεται το μπαρ στο τρίτο βαγόνι και επιστρέφει με μπουκαλάκια μινιατούρες με ουίσκι. Με κερνάει. Κάθε μισάωρο μια όμορφη μελαχρινή που δουλεύει στο μπαρ διασχίζει τα βαγόνια σέρνοντας ένα καρότσι με καφέδες και σάντουιτς. Ο διάδρομος είναι τόσο στενός, ώστε κάθε φορά που περνά δίπλα μου τρίβει το μπούτι της στο μπράτσο μου. Μου αρέσει αυτή η μελαχρινή. Πεινάω μα είναι ακριβά, χρειάζομαι όλα μου τα χρήματα. Ο ειρηνοποιός σπασαρχίδας έχει ανοίξει συζήτηση με όλους τους επιβάτες. Έχει μαζί του μια σακούλα γεμάτη σνακ απ’ το σπίτι. Μου προσφέρει ένα κράκερ. Το παίρνω, τον ευχαριστώ, το καταβροχθίζω γρήγορα.

Θέλω να κατουρήσω. Στην τουαλέτα συναντώ το Λουκά, τραβάει κι αυτός για πάνω. Είναι με δυο φαντάρους από Δράμα που μόλις γνώρισε. Πίνουν ένα τσιγάρο. Εγώ, πάντα χέστης με ότι φοράει στολή, ακόμα και με τους υπάλληλους του ΟΣΕ, τους χαιρετώ και περπατώ στην επόμενη τουαλέτα ένα βαγόνι μπροστά.

Γέρνω στο κάθισμα και κοιμάμαι, ξυπνώ λίγο μετά τις Σέρρες. Τώρα μπροστά μου κάθονται δυο ενοχλητικοί νεαροί. Από αυτούς που κάνουν δήθεν πως συζητούν μεταξύ τους αλλά φωνάζουν για να σοκάρουν ή για να εντυπωσιάσουν τους υπόλοιπους και κυρίως τις γκόμενες. Εφετζήδες! Λέει ο ένας «Το να γαμάς με καπότα είναι σαν να πλένεις τα πόδια σου φορώντας κάλτσες!», κάποιοι γελάνε, πολλοί αηδιάζουν, εγώ παρακαλώ να βρεθεί ένας γέρος να τους πει να βγάλουν το σκασμό.

Το μεγαλύτερο τμήμα του δικτύου χωρίς ενδιάμεσο σταθμό βρίσκεται από Δράμα έως Ξάνθη. Κάθε φορά που περνώ από δω μου έρχεται στο νου η συμβουλή του Φοίβου … «Να μην κοιμάσαι ποτέ όταν το τρένο σέρνεται στην κοιλάδα του Νέστου. Ποταμός και αμαξοστοιχία παραβγαίνουν δίπλα -δίπλα στο τρέξιμο!». Είναι πράγματι μία από τις ομορφότερες διαδρομές στην Ευρώπη, έτσι λένε. Κάποιοι βαρεμένοι σκαρφαλώνουν στα κατσάβραχα και περιμένουν με τις ώρες να αποθανατίσουν το τρένο όταν αυτό «γεννιέται» ξανά μέσα απ’ την τρύπα του τούνελ. Ξημερώνει.

Είναι η ώρα μου να αποβιβαστώ. Μειώνουμε ταχύτητα, σταματάμε. Φορτώνομαι σαν το γαϊδούρι και βγαίνω. Παγετός! Παίρνω ταξί και γρήγορα για το σπίτι της. Βάζω το κλειδί στην πόρτα μα εκείνη με προλαβαίνει κι ανοίγει. Έχει μείνει ξάγρυπνη όλο το βράδυ. Με περιμένει. Έχω να τη δω δυο μήνες. Φοράει μόνο τακούνια … τα χάνω! Η ομορφιά ως προορισμός αξίζει κάθε ταξίδι. Θα κάνουμε έρωτα. Όταν ξυπνήσουμε, αργά το μεσημέρι, θα της προτείνω να δούμε το «Gegen die Wand». Θα την έχω αγκαλιά.

Advertisements

5 Σχόλια

Filed under Uncategorized

Κατερίνα απ’ το Halley μας πήρες το μυαλό

Image

Θα έπρεπε να αναρρώνω. Θα ήταν σωστό να ακολουθώ τις υποδείξεις των γιατρών. Ίσως ακόμα και τις υποδείξεις της εργοδοσίας. Ένα σακατεμένο χέρι, απλήρωτη δουλειά. Κοιτάν να μου φάνε αυτά που δικαιούμαι. 300 ευρώ όλα κι όλα. Το ένα εκατοστό της ημερήσιας είσπραξης ενός και μόνο μικρού καταστήματος της μεγάλης αλυσίδας που δουλεύω. Τόσα θα ξοδεύουν για μια πόρνη πολυτελείας, για μια ώρα συντροφιάς, τα χούφταλα του διοικητικού συμβουλίου.

Είναι μέρες σαν κι αυτή που κοιτώ την οθόνη του υπολογιστή με τις ώρες. Μέρες που η έμπνευση δεν είναι εντάξει στα ραντεβού της. Τέτοιες μέρες βγαίνω να περπατήσω. Παρατηρώ, καταγράφω. Άλλοι με την πόλη που ζουν κάνουν συναρπαστικά πράγματα. Εγώ απλά περπατώ τη μισή πόλη.

Ψάχνω κάτι να με ερεθίσει. Κοντοστέκομαι στα περίπτερα. Κάνω τάχα πως διαβάζω τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων, ενώ αυτό που πραγματικά θέλω είναι να κρυφακούσω τι συζητούν οι άνθρωποι. Παλιότερα διάβαζαν μόνο τις αθλητικές. Τώρα οι περισσότεροι δίπλα μου διαβάζουν τις πολιτικές. Έγινε  μόδα. Που πας ξυπόλητος χωρίς να ξέρεις τι είναι κούρεμα και επιμήκυνση; Κάποτε προπονητές, τώρα οικονομολόγοι. Μνημονιακοί και Αντιμνημονιακοί. Δυο μεγάλες εξαπατημένες μάζες κι εγώ πιο κει, παραπέρα, μονάχος μου, με μπανταρισμένο χέρι και ανήσυχο αυτί, εξαπατημένος, απατημένος, πατημένος, απ’ όλα!

Κάμποσοι συνταξιούχοι, δυο με εργατικές φόρμες, ένας γιάπης με γυαλιά, κοστούμι και χαρτοφύλακα. Κρυφακούω. «Λαμόγια φυλακή» και «Κρεμάλα» κι ακόμα «Καλά μας κάνουνε». Έχουν γίνει μαλάκες, φταίνε δεν φταίνε. Αποχωρώ.

Τραβάω με τα πόδια για τα μέρη που ζει ο αληθινός πόνος. Σταθμοί τρένων, πρακτορεία λεωφορείων, νοσοκομεία. Σε αυτά τα μέρη οι άνθρωποι αγκαλιάζονται ακόμα. Αποχαιρετισμοί, αποχωρισμοί για πάντα ή για λίγο. Στο νοσοκομείο μου αλλάζουν τις γάζες. Στους σταθμούς και στα πρακτορεία πίνω καφέδες, καπνίζω. Νιώθω τυχερός, νιώθω και τύψεις που πονώ λιγότερο απ’ τους άλλους. Να θυμηθώ να γράψω για αυτούς που πονούν πολύ.

Περπατώ για το σπίτι. Οδός Πέτρου Ράλλη. Κάποιος έχει γράψει κάτι σε μια πεζογέφυρα. Πάντα αναρωτιόμουν πως καταφέρνουν και γράφουν στα πιο απίθανα σημεία, πως σκαρφαλώνουν, πως κάνουν καλά γράμματα. Πλησιάζω. Διαβάζω. «Κατερίνα απ’ το Halley μας πήρες το μυαλό». Χιλιάδες οδηγοί και πεζοί διαβάζουν καθημερινά το ερωτικό μήνυμα προς την Κατερίνα. Ποιος Halley; Ο κομήτης; Ποια Κατερίνα; Ίσως κάποια εξωγήινη γυναίκα. Από αυτές που περνούν απ’ τη ζωή μας μια φορά κάθε 75 χρόνια. Σαν τον κομήτη, κι αν δεν τις πείσεις να μείνουν μαζί σου αυτό ήταν … δεν έχεις άλλη ευκαιρία. Αύριο γιορτάζουν οι Κατερίνες. «Ίσως να φιληθούμε ίσως και κάτι πιο πολύ»*. Αλλιώς ευτυχισμένο το 2061 !

* Στίχος Θ. Παπακωνσταντίνου.  http://www.youtube.com/watch?v=q04QLbOvleI

4 Σχόλια

Filed under Uncategorized

Σφηνάκι Campari

Image

Διανόηση. Το κοινωνικό στρώμα που ασχολείται με την πνευματική εργασία, με την ανάπτυξη και διάδοση του πολιτισμού. Η διανόηση είναι ανομοιογενής στη σύνθεσή της και ανήκει είτε τάσσεται με το μέρος διάφορων κοινωνικών τάξεων που τα συμφέροντά τους κατανοεί, εκφράζει και υπηρετεί.

Αγαπάς τον Καμύ, διαβάζεις τον Λαπαθιώτη. Γνωρίζεις τόσα. Παρόλα αυτά το πρωί κόβεις τυριά, σερβίρεις ποτά το βράδυ … δεκαεφτά ώρες ορθοστασία. Το έχεις ξαναπεί : «Κάνε οποιαδήποτε χαμαλοδουλειά βρεθεί. Οι κανονικές δουλειές κάνουν τους κανονικούς ανθρώπους». Πως θα σου φαινόταν κάθε πρωί και για χρόνια να βλέπεις τα ίδια χαρτιά, τα ίδια μελάνια, την ίδια οθόνη; Οι φίλοι σε καθησυχάζουν. Σου λεν πως κι άλλοι που έγραφαν ή έστω προσπαθούσαν να γράψουν όπως εσύ, επιβίωναν όπως μπορούσαν. Τυπογράφοι, ναυτεργάτες και χαμάληδες. Κάποιοι λίγοι αστοί, γόνοι εφοπλιστικών οικογενειών. Πολλοί άλλοι ασκούσαν το επάγγελμα του δημοσιογράφου. Προλεταριακή διανόηση. Αστική διανόηση. Πότε στρατευμένες και πότε όχι.

Πλησιάζει μια γυναίκα που σέρνει μαζί της ένα κοριτσάκι με σχολική τσάντα, θα ‘ναι δεν θα ‘ναι 8 χρονών. Η γυναίκα σκύβει το κεφάλι, το βλέμμα στο πάτωμα και χαμηλόφωνα σου ζητά ένα ευρώ τυρί φέτα. Ένα ευρώ! Ντρέπεται μην την ακούσουν άλλες πελάτισσες. Εσύ κοιτάς το κορίτσι. Θυμάσαι ένα άρθρο που διάβασες. Ίσως λες μέσα σου θα ‘ναι από τα παιδιά που πάνε δυο και τρεις μέρες νηστικά στο σχολείο. Μπήγεις το μαχαίρι στο βαρέλι και καρφώνεις μια μεγάλη μπουκιά φέτα. «Δεν θα θέλατε να δοκιμάσετε πρώτα;» τους λες και δίνεις το κομμάτι στο παιδί. Κείνο το μασουλά με λαχτάρα σαν σοκολάτα!

Φεύγεις από τη δουλειά και περπατάς ως τη στάση. Μια κυρία έχει βγάλει το σκύλο της βόλτα. Ο σκύλος είναι όμορφος, χαριτωμένος. Ο σκύλος αφήνει παντού σκυλοσκατά. «Καταραμένο τετράποδο πατσαβούρι, το φαί σου κοστίζει πιο πολύ απ’ το δικό μου!» λες και μπαίνεις στο λεωφορείο. Στο σπίτι ανοίγεις τον υπολογιστή. Άγνωστοι και φίλοι σου έχουν στείλει μέηλ για αυτά που δημοσιεύεις. «Υπέροχο» και «Μου άρεσε» και «Γράφεις καλά» και «Συνέχισε έτσι». Κάποιοι επιθυμούν να σε γνωρίσουν καλύτερα, ίσως κι από κοντά. Κάποιοι πέφτουν από τα σύννεφα με την τιποτένια δουλειά που αναγκάζεσαι να κάνεις για να ζήσεις.

Σου λένε πως πρέπει να έχεις μια γραφομηχανή, έτσι να υπάρχει. Ή να γράφεις όπου βρίσκεις … πακέτα τσιγάρων, χαρτοπετσέτες, περιοδικά. Να είσαι βουτηγμένος ως τα μπούνια στις παρέες της αριστερής ιντελιγκέντσιας, στις συγκεντρώσεις της, σε εκδηλώσεις. Αξιοθρήνητο! Μούσι … ναι σίγουρα μούσι κι ίσως μια πίπα. Θυμάσαι μια γκόμενα που είχες. Σου είχε πάρει δώρο μια πίπα. Κάπνισες μια δυο φορές έτσι από υποχρέωση, δώρο ήταν! Ύστερα μπούχτισες και το γύρισες πάλι στη μάρκα σου προτιμώντας τις άλλες πίπες που σου έπαιρνε όχι για δώρο αλλά για απόλαυση. Σκέφτεσαι πως ο κόσμος είναι γεμάτος από δυστυχισμένους άντρες που αναγκάζονται να χρησιμοποιούν τα δώρα των γυναικών τους. Στη δουλειά, στο λεωφορείο, στα μπαρ, άντρες εγκλωβισμένοι μέσα στα ροζ τους πουκάμισα.

Μια φίλη σου παλεύει να σώσει έναν μικρό χώρο τέχνης. Στη γλώσσα τους θέλουν να τον αξιοποιήσουν. Στη δική σου και δική της θέλουν να τον ξεπουλήσουν. Έχει να κάνει κι αυτή με διάφορους χορτασμένους, εξασφαλισμένους διανοητές με απαλά χέρια, άμαθα στη δουλειά. Της λένε για την «Επανάσταση» κι εκείνη που πεινά και επαναστατεί στη δουλειά της, στο χώρο της, στην τέχνη της, τους απαντά όπως στην ταινία : «Η επανάσταση γαμιέται!».

Σάββατο βράδυ στη δεύτερη δουλειά ξεδίνεις. Πίνεις όσο μπορείς να σβήσεις τη βδομάδα που πέρασε. Κάποιοι σε κερνάνε ένα σφηνάκι Campari. Ενώ τους βλέπεις όλους να χορεύουν εσύ σκέφτεσαι. Αποφασίζεις. Ξεκόβεις από την κουλτούρα. Το επόμενο κείμενό σου θα είναι για την κυρία Αθηνά. Εξηντάρα με εγγόνι που κόβει αλλαντικά δίπλα σου στην πρωινή σου δουλειά. Θες να γράψεις για τον άνθρωπο. Η κυρία Αθηνά θα έχει σπίτι με πίσω αυλή, μια γάτα κι ίσως  μια χελώνα. Έτσι φαντάζεσαι τους σύγχρονους ήρωες της εργατικής τάξης. Ανθρώπινους.

Ύστερα από αυτές τις σκέψεις ρουφάς το Campari και κάνεις γκριμάτσα. Είναι πικρό σαν να γλείφεις φρεσκοσαπουνισμένο μουνί. Σαν τη ζωή του καθενός. Κερασμένη, πικρή, μα με κάποιες απολαύσεις.

4 Σχόλια

Filed under Uncategorized