Monthly Archives: Δεκέμβριος 2012

Ο flaneur των λαϊκών προαστίων

Image

Γεια σου Περαία αθάνατε
της εργατιάς κολόνα
Πασαλιμάνι, Κοκκινιά
Καμίνια, Δραπετσώνα

Μιχάλης Γενίτσαρης 

Ήταν ένας flaneur των λαϊκών προαστίων και της εργατιάς. Περιπατητής, σουλατσαδόρος, ξάπλας και αργόσχολος. Κάθε μέρα πηδούσε στο «πράσινο» 843 γραμμή Πειραιάς-Πέραμα κι άρχιζε η βόλτα. Καθόταν πάντα μπροστά, όρθιος δίπλα στον οδηγό. Τόσα χρόνια οι οδηγοί τον είχαν μάθει, τον συμπαθούσαν, ήταν για αυτούς μια κάποια συντροφιά. Μπροστά του το πελώριο παρ-μπριζ σαν οθόνη σινεμά να τρέχουν πάνω της οι πιο ωραίες εικόνες. Κάθε φορά κατέβαινε και σ’ άλλη στάση, απεχθανόταν τη ρουτίνα. Έτσι είχε φτιάξει στο μυαλό του ένα περίεργο πρόγραμμα, έναν κώδικα, ώστε να εναλλάσσει τις στάσεις. Απ’ την αφετηρία στο τέλος, από το τέλος στην αφετηρία, ανά δυο στάσεις … σωστά μαθηματικά!

Ανατράφηκε στα χωμάτινα γήπεδα. Άρης Αμφιάλης, ΑΠΟ Κερατσίνι, τοπικά ντέρμπυ. Καθόταν στα τσιμέντα, εισέπνεε το χώμα. Νεότερος όταν έπαιζε λέρωνε στη λάσπη φανέλες, κάλτσες και σώβρακα. Χόρευε Edwin Starr στο «Αμερικάνικο» και Σωτηρία Μπέλλου στη μπακαλοταβέρνα το «Ειδικόν». Σε ένα καφενείο στη Λεωφόρο Σαλαμίνος δοκίμασε πρώτη φορά την τύχη του στη μπαρμπουτιέρα.

Γύριζε με τα πόδια από το Ικόνιο. Έβλεπε συνέχεια μια πουτάνα στο πεζοδρόμιο απέναντι από τον πελώριο «Σκλαβενίτη». Η πουτάνα τη δουλειά της ο Σκλαβενίτης τη δικιά του. Όλα εμπόρευμα.  Τράβαγε για την Ιχθυόσκαλα. Στεκόταν στο μνημείο για τη μάχη της Ηλεκτρικής. Σκεφτόταν για λίγο. Έπειτα έτρωγε με τα χέρια γαρίδες στο λιμανάκι. Τα δάχτυλα πορτοκαλί και κίτρινα. Γαρίδες και νικοτίνη.

Στην Τρούμπα δεν πατούσε ποτέ. Δεν του άρεσαν οι μύθοι. Ήξερε πως από καιρό φυτοζωούν κάποια μπαρ με πολύχρωμα φώτα. Κάποιες μεσόκοπες Φιλιππινέζες, αντράκια από τον Άγιο Δομίνικο. Με σουβλάκια στου «Καράμπαμπα» ξεγελούσε την πείνα του. Με την τρέλα του δεν τα κατάφερνε το ίδιο.

Μια μέρα στο ΙΚΑ στην Αγιά Σοφιά ένας τρελός του φίλησε τα χέρια. Του άρεσαν οι τρελοί. Όχι όπως τους προσεγγίζουν οι γκομενίτσες που διαβάζουν τον Λακάν. Δεν ενδιαφερόταν να βρει το βάθος και το νόημα στην ψύχωση. Έβλεπε την παράνοια στην επιφάνειά της. Καλλιτεχνικά. Εδώ είναι χωριό και κάθε χωριό έχει τους τρελούς του. Ήξερε το παγκάκι που πέθανε ο τρελο-Γρηγόρης και τις μπασκέτες που έβαζε τρίποντα με το σαλεμένο του κεφάλι ο Διαμαντής.

Στα μεζεδοπωλεία συναντούσε γνωστούς. Είπαμε χωριό. Δυο αξιωματικοί του στρατού. Ο ένας ήθελε να σπουδάσει ψυχολογία. Ο άλλος έφτιαχνε σκουλαρίκια. «Πουτάνα επαγγελματική αποκατάσταση μας παίρνεις τα καλύτερα παιδιά!» έλεγε. Στο λεωφορείο της επιστροφής έπεφτε πάνω σε πιτσιρικάδες, αδερφούς φίλων του. Ένας του λέει μια μέρα «Δουλεύω σε ένα φούρνο. Τώρα θα παίξω σε ριάλιτι σήριαλ. Εκατόν πενήντα ευρώ το γύρισμα. Αλλά θέλω να μπω στην Αστυνομία.» Εκείνος σκέφτηκε πως  σε τούτα τα μέρη τα όνειρα βάζουν χαμηλό ταβάνι.

Διάβαζε τα πάντα. Στις καφετέριες του Πειραιά, πάνω στο τραπέζι δίπλα-δίπλα το «Τεφλόν» και το «Ciao». Από τη μια άσημες ποιήτριες της Γαλλόφωνης Αφρικής από την άλλη διάσημες καλοντυμένες ξανθιές. Σε κάθε χώρα, σε κάθε φυλή, κάθε γυναίκα αξίζει τον έρωτα για τη ζωή και τον έρωτα σκέτο. Έπειτα άνοιγε το λάπτοπ, διάβαζε με τις ώρες. «Τι διαβάζετε αν επιτρέπεται;» ρώτησε ένας κύριος.

«Ποίηση».

«Μπα! Γράφουν οι ποιητές σε αυτά τα μαραφέτια;».

«Γράφουν. Ο μεγαλύτερος ποιητής του καιρού μας ζει στη Σαλαμίνα και γράφει εδώ μέσα.».

«Μακάρι! Η Κούλουρη έχει να δει σπουδαίο ποιητή από τον Σικελιανό! Εσείς με τι ασχολείστε αν επιτρέπεται;»

«Ο Ρόμπερτ Φροστ έλεγε πως ο κόσμος είναι γεμάτος πρόθυμους ανθρώπους : Μερικοί είναι πρόθυμοι να δουλέψουν, οι υπόλοιποι είναι πρόθυμοι να τους αφήσουν. Εγώ μάλλον ανήκω στη δεύτερη κατηγορία.»

«Καταλαβαίνω.»

«Εμένα δουλειά μου είναι να ξεχνάω. Πρέπει να ξεχνάω για να μπορώ να συνεχίζω. Υπάρχει μια μπάντα οι Celtic Frost που τραγουδούν για το χάδι στη λήθη. Μου αρέσει ο Φροστ, μου αρέσουν οι Frost. Μου αρέσει κάθε παγωνιά. Μόνο τους ανθρώπους no frost δεν μπορώ. Κάθε σχέση πρέπει να παγώσει για να αναθερμανθεί.»

«Καταλαβαίνω …»

8 Σχόλια

Filed under Uncategorized

Όχι πια βάρος.

Image

Μια μονοκατοικία στη Βάρη. Στο δρόμο μπροστά τρεις εργάτες της εταιρείας υδρεύσεως τρυπάνε την άσφαλτο με τα εργαλεία τους. Μερικά μέτρα πιο πάνω τα παιδιά παίζουν στη γειτονιά με μια μπάλα. Ένα τρίκυκλο περνά τούτο το δρομάκι κάθε βράδυ στις δέκα. Μαζεύει χαρτόκουτα και παλιοσίδερα από τους κάδους. Δεκέμβρης κι οι νεραντζιές λυγίζουν σε κάθε φύσημα του ανέμου.

Μέσα στη μονοκατοικία, στο σαλόνι, η τηλεόραση ανοιχτή. Ειδήσεις. Περιμένουν το αγαπημένο τους σήριαλ.  Εκείνος της δίνει τροφή στοργικά. Ένα γιαούρτι, ένα κουτάλι, δυο χαρτοπετσέτες. Τα χέρια του τρέμουν πολύ πλέον και τη λερώνει συχνά στη γαλάζια ρόμπα της. Νόσος του Πάρκινσον. Αυτή ξαπλωμένη τον κοιτά όλη την ώρα στα μάτια σαν ευχαριστώ.

Οι γιατροί ήταν ξεκάθαροι. Μετάσταση. Καρκίνος του στήθους. Τα αγαπούσε τα στήθη της. Ακόμα και τώρα που ήταν γερασμένα, ρυτιδωμένα. Θυμάται νέοι που τα άρπαζε μέσα στις χούφτες του και τα έφερνε κοντά στα χείλη του, στη μύτη του. Κι αυτός δεν ήταν πια ο νέος που εκείνη είχε αγαπήσει. Ο ψηλός νέος με τις φαρδιές πλάτες, τότε που κολυμπούσε τα καλοκαίρια μαζί με τους φίλους του στο Φάληρο. Παρέμενε ψηλός, ίσως με λίγη καμπούρα. Έτρεμε όλο του το κορμί, ξεχνούσε εδώ και χρόνια.

Είχε ένα κουτάκι με χωρίσματα για τα χάπια. Κάθε χώρισμα και μια μέρα της εβδομάδας. Κάθε μέρα της εβδομάδας κι ένα χάπι. Άσπρα χάπια, ροζ, κίτρινα, χαρούμενα σαν παιδικές καραμέλες, χρωματιστά για αυτούς που ξεχνάνε. Το σπίτι είχε χάσει την παλιά ζεστασιά του. Ο παλιός ξύλινος μπουφές, ένα ρολόι τοίχου με σταματημένους τους δείκτες εδώ και χρόνια στις 22.00 ακριβώς. Αραδιασμένα ολόγυρα ιατρικά είδη. Ένα πι, πιεσόμετρα, σακούλες φαρμακείων.

Οι γείτονες που έχουν χρόνια να τους επισκεφτούν αποκαλούν το σπίτι μεταξύ τους «μαυσωλείο». Μα και τα εγγόνια έχουν να πατήσουν χρόνια. Η μικρή γύρω στα είκοσι τρία βγαίνει εδώ και καιρό με αγόρια. Ο μικρός κοντά στα δεκαπέντε κολλημένος μπροστά σε μια οθόνη. Δεν έχουν χρόνο για τους παππούδες. Μικρά όταν ήταν πήγαιναν συχνά. Πάντα την πάταγαν με τον ίδιο τρόπο. Άνοιγαν το μεταλλικό στρογγυλό κουτί που είναι πάνω στο μπουφέ με λαχτάρα να βρουν μπισκότα με ζάχαρη και κανέλα. Απογοήτευση. Πάντα έβρισκαν μέσα τα σύνεργα ραπτικής της γιαγιάς.

Αλλά κι ο γιος. Ναι ο γιος τους … έχει κι αυτός τα δικά του. Διατηρεί ένα μικρό κατάστημα με υποδήματα στο κέντρο. Πνιγμένος στα χρέη εδώ και καιρό. Θα βάλει λουκέτο σύντομα. Πεσμένη κίνηση, ανταγωνισμός με τα «θηρία, φόροι, νοσήλια για τους γέρους γονείς.

Το παλιό Citroen DS «βάτραχος» είναι παρκαρισμένο στον κήπο τους. Δυο φορές τη βδομάδα την μεταφέρει προσεκτικά, την βάζει να κάτσει στο κάθισμα του συνοδηγού, κλείνει την πόρτα. Τα χέρια του τρέμουν πολύ. Δυσκολεύεται στην οδήγηση. Φοβάται το τιμόνι, τις ταχύτητες. Πρέπει να την πηγαίνει στο νοσοκομείο. Στο δρόμο της βάζει τραγούδια από μια παλιά ξεχασμένη κασέτα … «Πόσο λυπάμαι τα χρόνια που πήγαν χαμένα». Δεν μιλάνε στη διαδρομή. Στα φανάρια σφίγγεται να μην κλάψει. Θυμάται τις εκδρομές τους στη θάλασσα τότε που είχε αγοράσει το «βάτραχο».

Τα νέα από την κλινική είναι άσχημα. Γυρίζουν σπίτι. Εκείνος θα την αλλάξει όπως πάντα. Θα την πλύνει, θα της φορέσει καθαρή πάνα, θα της δώσει το γιαούρτι της όπως κάθε βράδυ. Θα περπατήσει ως τον ξύλινο παλιό μπουφέ. Θα ανοίξει το δεξί ντουλάπι. Θα πάρει στα χέρια του το παλιό γερμανικό Λούγκερ των 9 χιλιοστών. Εδώ παραδίπλα στη Βάρη είναι η Βάρκιζα. Αυτός δεν παρέδωσε ποτέ το όπλο του. Σαν να ήξερε πως κάποτε θα του χρειαστεί για κάτι άλλο, πάντως όχι για να σκοτώνει αγνώστους. Θα δουλέψει; Έχει να το χρησιμοποιήσει από τον πόλεμο. Γερμανικό μηχάνημα. Αξιόπιστο. Φτιάχτηκε για να σκοτώνει.

Ο κύριος ιατροδικαστής έφτασε. Το πόρισμά του πέραν πάσης αμφισβήτησης. Η πόρτα δεν είχε παραβιαστεί. Δεν υπήρχαν ίχνη ληστείας. Διπλή αυτοκτονία. Εκείνη διαμπερές τραύμα στο στήθος. Ο καρκίνος νικήθηκε. Εκείνος δίπλα της, αγκαλιά, με φονικό τραύμα στο κρανίο. Σημείωμα : «Όχι πια βάρος». Ώρα συμβάντος 22.00 … η ίδια με το χαλασμένο ρολόι.

Το αγγελτήριο θανάτου θυροκολλήθηκε. Αυτός, αυτή, ηλικίες. 90 ετών. 80 ετών. Ο υιός, τα εγγόνια, οι λοιποί συγγενείς. Οι εργάτες της εταιρείας υδρεύσεως θα συνεχίσουν να τρυπάνε το οδόστρωμα με τα εργαλεία τους ανυπόμονοι να σχολάσουν. Τα παιδιά χαρούμενα κι αθώα θα συνεχίσουν να παίζουν με τη μπάλα. Το τρίκυκλο θα περάσει κι απόψε για το μεροκάματο. Οι νεραντζιές που δεν μπορούν να μιλήσουν θα συνεχίσουν το χορό στον αέρα του Δεκέμβρη.

Το μόνο που μπορεί να αλλάξει είναι ότι ίσως βρεθεί κάποιος άσημος γραφιάς στην άλλη άκρη της πόλης που θα βρει να γράψει δυο λόγια για αυτούς.

3 Σχόλια

Filed under Uncategorized

Στη σοφίτα

Image

Όλα ξεκίνησαν τότε που πήγε η τρελή να με κάψει. Ρούφηξα παθιασμένα ένα από τα Gauloises blondes μου, δήθεν ατάραχος στις βρισιές και τις φωνές που άκουγα. Αυτό την εξόργισε περισσότερο. Γράπωσε την λακ των μαλλιών απ’ το μπάνιο και την ώρα που η καύτρα του τσιγάρου φούντωνε μου ψέκασε το πρόσωπο. Η φλόγα δυνάμωσε χωρίς να προκαλέσει κάποια ζημιά. Σηκώθηκα αγριεμένος. Έκανα ένα βήμα μπρος, προς την πλευρά της, έτοιμος να τη χτυπήσω. Σταμάτησα. Την κοίταξα για λίγο, επέστρεψα στην κατάσταση ηρεμίας μου. Περπάτησα ως την πόρτα, άνοιξα και βγήκα. Δεν γύρισα να κοιτάξω. Στο δρόμο στριμωγμένος μέσα στο παλτό μου, μπορούσα να ακούω κατάρες και χυδαιότητες. Κάποιοι γείτονες κοιτούσαν σαν χαζοί. Ο περιπτεράς γελούσε. Εκείνη στο μπαλκόνι συνέχιζε, σχίζοντας και πετώντας στο πεζοδρόμιο όλα μου τα ρούχα. Συνέχισα χωρίς να γυρίσω πίσω μου να δω. Ποτέ μην προσποιείσαι τον ήρεμο σε μια γυναίκα που θέλει καυγά.

Όλα μου τα υπάρχοντα αυτά που φορούσα, οχτώ ευρώ, μια τηλεκάρτα, το κινητό μου κι ό,τι απέμεινε απ’ τα Gauloises. Περπάτησα ως την πλατεία κι έβαλα τη φαντασία μου να δουλέψει. Έπρεπε να βρω κάπου να κοιμηθώ. Για εκείνη τη νύχτα, για δυο βδομάδες, ίσως ακόμα και για τρεις μήνες. Τα οχτώ ευρώ έκαναν φτερά. Τσιγάρα, δυο σουβλάκια και τα υπόλοιπα σε ένα κορίτσι που ζητιάνευε. Όταν δεν έχεις τίποτα καλό είναι να δίνεις, δεν θα σου λείψουν, θα φαγωθούν σύντομα έτσι κι αλλιώς. Έκανα, και δεν ξέρω γιατί, κάτι που έκαναν μερικά πρεζάκια που έρχονταν στο μπαρ.  Έκλεισα το κινητό και άρχισα να χρησιμοποιώ μόνο το καρτοτηλέφωνο. «Όσο με πάρουν οι μονάδες» είπα κι άρχισα να τηλεφωνώ πρώτα στους πιο κοντινούς. Όλοι αρνήθηκαν να με υποδεχτούν. Ύστερα ήρθε ο Παναγιωτάκης!  Περίεργο, φίλος φίλου, πιτσιρικάς, καθόλου κοντινός κι όμως για έναν περίεργο λόγο με αγαπούσε και με θαύμαζε. Ποιον; Εμένα!

«Πάρε τα κλειδιά και μείνε όσο θες, θα λείψω στους γονείς μου για δυο μήνες» είπε και τον κοιτούσα σαστισμένος μα αμίλητος, με ένα «ευχαριστώ» ή ένα «πως θα στο ξεπληρώσω;» να είναι έτοιμο να βγει απ’ το στόμα μου. Εκείνος το κατάλαβε και με πρόλαβε «Θα πατσίσουμε όταν γυρίσω. Θα βγαίνουμε και θα φέρνεις γυναίκες στο τραπέζι μας!». Όμορφος και νέος, μα ντροπαλός. Κάπως έτσι βρέθηκα στη σοφίτα που νοίκιαζε. Εφτά πατώματα πάνω απ ‘τη γη και τριάντα πόντους κάτω απ ‘τον αέρα.  Ολομόναχος και φτωχός κλείστηκα εκεί μέσα. Αποφάσισα να περιορίσω κάθε επαφή με τους ανθρώπους που δεν είναι αναγκαία. Ο κύριος καθηγητής, ένας από τους λίγους ανθρώπους που αναγκαζόμουν να βλέπω ώστε να συζητάμε τις ιδέες μου, είπε πως πάσχω από ντολορισμό και μιζεραμπιλισμό. Έψαξα τα λεξικά μου, αναζήτησα στο διαδίκτυο.

«Ντολορισμός : Η αγάπη του πόνου ως μέσου εξιλέωσης για τις αμαρτίες μας». «Μιζεραμπιλισμός : Η κατάσταση εμφανούς απόλαυσης της φτώχειας και της δυστυχίας.»

Ζούσα κάτω απ ‘τα ξύλα και τα κεραμίδια τρομοκρατημένος από τον κόσμο μας που άλλαζε συνεχώς. Ήμουν φτωχός και δεν απολάμβανα τη φτώχεια μου. Είχα χάσει δεκαπέντε κιλά. Έβαζα στην άκρη ένα ευρώ την ημέρα για να φτιάχνω φακές. Η Γώγου τις πατάτες της κι εγώ τις φακές μου! Κάθε μέρα φακές. Με κρατούσαν, με χόρταιναν. Ό,τι απέμενε πήγαινε σε τσιγάρα, χύμα ρετσίνα, ψωμί μέρα παρά μέρα. Εκείνες τις νύχτες παρέα μου ήταν μεταμεσονύκτιες εκπομπές στο «Δεύτερο» με Έλληνες από όλο τον κόσμο να τηλεφωνούν. Εργάτες στο Βανκούβερ, επιχειρηματίες στο Μοντεβιδέο, ναυτικοί στα ανοιχτά της Σαγκάης είχαν γίνει οι «φίλοι» μου. Άλλοτε πάλι έβαζα τη δισκογραφία του Δεληβοριά στην επανάληψη και χόρευα μπόσα νόβα μόνος μου στα λίγα τετραγωνικά της σοφίτας, προσέχοντας μην πατήσω μέσα σε μια λεκάνη που είχα για να μαζεύει βρόχινο νερό που έτρεχε μέσα απ’ τη στέγη.

Οι άνθρωποι που έβλεπα; Μα φυσικά ο κύριος καθηγητής. Μου πρότεινε να πάω σε εκείνο το συνέδριο στο Βόλο, να παρουσιάσω την εργασία μου. Τον είχε ενθουσιάσει. «Θα αρέσει και στους αξιότιμους σύνεδρους, πίστεψέ με, πίστεψε σε σένα!» είπε κι εγώ σκέφτηκα πως θα μου έκανε καλό ένα ταξίδι στο Βόλο. Θα μου έκανε καλό να ξετρυπώσω μέσα απ’ τη σοφίτα. Να πάω να κοιμηθώ πάλι στο Hotel Ιάσων, όπως τότε που είχα πάει εκείνη, που πλαγιάσαμε μαζί. Είχαμε μοιράσει τα χιλιόμετρα. Τρακόσια εγώ, τρακόσια κι εκείνη. «Γιατί όχι;» σκέφτηκα. Θα έπινα τα τσίπουρα μου κι ίσως να έβλεπα το Γιάννη και τη Νατάσα. Δεν πήγα ποτέ !

Έβλεπα ακόμα τον ταξιτζή που με πήγαινε και με έφερνε στο Πανεπιστήμιο. Χρησιμοποιούσα μόνο ταξί. Από τη σοφίτα κατευθείαν στο πίσω κάθισμα κι από εκεί πάλι στη σοφίτα. Μια αηδία για τον καθαρό αέρα, τρέμουλο για τον κόσμο, αγοραφοβία. Ο ταξιτζής λεγόταν Δημήτρης. Νομίζω. Φαινόταν τίμιος, δουλευταράς. Είχα τόση ανάγκη για κουβέντα με οποιονδήποτε που στα δέκα λεπτά της διαδρομής συζητούσαμε για τη δουλειά του, για την κρίση, για γκόμενες.

Τα βράδια στο σπίτι πίεζα το σώμα μου να κοιμηθεί. «Όσο πιο πολύ κοιμάσαι τόσο λιγότερο πεινάς, τόσο περισσότερο θα αντέξεις μόνος σου εδώ μέσα» φώναζα με δυνατή φωνή μέσα στο κεφάλι μου. Τα κορίτσια στον έκτο έκαναν πάρτι συχνά. Με αναστάτωναν. Φωνές, γελάκια, μουσικές. Η ακοή μου ερεθισμένη, το πέος μου σκληρό. Πόσες φορές σκέφτηκα να πάω να τους χτυπήσω και δείλιασα! Ευτυχώς ερχόταν στη σοφίτα η Τίνα. Δεν είχε απαιτήσεις. Κατανοούσε γιατί είχα αποτραβηχτεί από όλα. Καταλάβαινε γιατί τα κεραμίδια της σοφίτας είχαν γίνει η μπούρκα μου που με κάλυπτε από τους ανθρώπους. Δεν της άρεσε βέβαια, αλλά καταλάβαινε! Ερχόταν, κάναμε έρωτα για ώρες στον καναπέ, ποτέ στο κρεβάτι κι ύστερα ντυνόταν κι έφευγε δίχως να με ρωτήσει τίποτα. Καταλάβαινε …

Έτσι πέρασαν δυο μήνες. Δύσκολα, αλλά ωραία. Είπαμε ντολορισμός και μιζεραμπιλισμός. Γιατί στα λέω όλα αυτά; Έλα να σου πω μια ιστορία! Καίνε διεμφυλικούς, προτρέπουν τους ανθρώπους να πεινάνε κομψά και τους το βουλώνουν άκομψα. Στα σχολικά θρανία δεν γράφονται πια οι στίχοι του Άλκη Αλκαίου, μόνο σβάστικες ζωγραφίζονται από εφηβικά χεράκια. Οι βασανιστές ζωντανεύουν και διεκδικούν να περνιούνται για ανθρωπιστές. Υγρά μπαταρίας ρέουν μέσα σε παιδικές φλέβες. «Θα είσαι με μπαταρία να εκτελείς εργασία» … Σίσα το λένε κι ας μην το ξέρεις ακόμα. Όπως κι αν είναι τα πράγματα εκεί έξω εγώ δεν θα φυλακιστώ ξανά. Τούτη τη φορά θα γκρεμίσω όσες σοφίτες κι αν χτιστούν για να με κλείσουν μέσα!

6 Σχόλια

Filed under Uncategorized