Στη σοφίτα

Image

Όλα ξεκίνησαν τότε που πήγε η τρελή να με κάψει. Ρούφηξα παθιασμένα ένα από τα Gauloises blondes μου, δήθεν ατάραχος στις βρισιές και τις φωνές που άκουγα. Αυτό την εξόργισε περισσότερο. Γράπωσε την λακ των μαλλιών απ’ το μπάνιο και την ώρα που η καύτρα του τσιγάρου φούντωνε μου ψέκασε το πρόσωπο. Η φλόγα δυνάμωσε χωρίς να προκαλέσει κάποια ζημιά. Σηκώθηκα αγριεμένος. Έκανα ένα βήμα μπρος, προς την πλευρά της, έτοιμος να τη χτυπήσω. Σταμάτησα. Την κοίταξα για λίγο, επέστρεψα στην κατάσταση ηρεμίας μου. Περπάτησα ως την πόρτα, άνοιξα και βγήκα. Δεν γύρισα να κοιτάξω. Στο δρόμο στριμωγμένος μέσα στο παλτό μου, μπορούσα να ακούω κατάρες και χυδαιότητες. Κάποιοι γείτονες κοιτούσαν σαν χαζοί. Ο περιπτεράς γελούσε. Εκείνη στο μπαλκόνι συνέχιζε, σχίζοντας και πετώντας στο πεζοδρόμιο όλα μου τα ρούχα. Συνέχισα χωρίς να γυρίσω πίσω μου να δω. Ποτέ μην προσποιείσαι τον ήρεμο σε μια γυναίκα που θέλει καυγά.

Όλα μου τα υπάρχοντα αυτά που φορούσα, οχτώ ευρώ, μια τηλεκάρτα, το κινητό μου κι ό,τι απέμεινε απ’ τα Gauloises. Περπάτησα ως την πλατεία κι έβαλα τη φαντασία μου να δουλέψει. Έπρεπε να βρω κάπου να κοιμηθώ. Για εκείνη τη νύχτα, για δυο βδομάδες, ίσως ακόμα και για τρεις μήνες. Τα οχτώ ευρώ έκαναν φτερά. Τσιγάρα, δυο σουβλάκια και τα υπόλοιπα σε ένα κορίτσι που ζητιάνευε. Όταν δεν έχεις τίποτα καλό είναι να δίνεις, δεν θα σου λείψουν, θα φαγωθούν σύντομα έτσι κι αλλιώς. Έκανα, και δεν ξέρω γιατί, κάτι που έκαναν μερικά πρεζάκια που έρχονταν στο μπαρ.  Έκλεισα το κινητό και άρχισα να χρησιμοποιώ μόνο το καρτοτηλέφωνο. «Όσο με πάρουν οι μονάδες» είπα κι άρχισα να τηλεφωνώ πρώτα στους πιο κοντινούς. Όλοι αρνήθηκαν να με υποδεχτούν. Ύστερα ήρθε ο Παναγιωτάκης!  Περίεργο, φίλος φίλου, πιτσιρικάς, καθόλου κοντινός κι όμως για έναν περίεργο λόγο με αγαπούσε και με θαύμαζε. Ποιον; Εμένα!

«Πάρε τα κλειδιά και μείνε όσο θες, θα λείψω στους γονείς μου για δυο μήνες» είπε και τον κοιτούσα σαστισμένος μα αμίλητος, με ένα «ευχαριστώ» ή ένα «πως θα στο ξεπληρώσω;» να είναι έτοιμο να βγει απ’ το στόμα μου. Εκείνος το κατάλαβε και με πρόλαβε «Θα πατσίσουμε όταν γυρίσω. Θα βγαίνουμε και θα φέρνεις γυναίκες στο τραπέζι μας!». Όμορφος και νέος, μα ντροπαλός. Κάπως έτσι βρέθηκα στη σοφίτα που νοίκιαζε. Εφτά πατώματα πάνω απ ‘τη γη και τριάντα πόντους κάτω απ ‘τον αέρα.  Ολομόναχος και φτωχός κλείστηκα εκεί μέσα. Αποφάσισα να περιορίσω κάθε επαφή με τους ανθρώπους που δεν είναι αναγκαία. Ο κύριος καθηγητής, ένας από τους λίγους ανθρώπους που αναγκαζόμουν να βλέπω ώστε να συζητάμε τις ιδέες μου, είπε πως πάσχω από ντολορισμό και μιζεραμπιλισμό. Έψαξα τα λεξικά μου, αναζήτησα στο διαδίκτυο.

«Ντολορισμός : Η αγάπη του πόνου ως μέσου εξιλέωσης για τις αμαρτίες μας». «Μιζεραμπιλισμός : Η κατάσταση εμφανούς απόλαυσης της φτώχειας και της δυστυχίας.»

Ζούσα κάτω απ ‘τα ξύλα και τα κεραμίδια τρομοκρατημένος από τον κόσμο μας που άλλαζε συνεχώς. Ήμουν φτωχός και δεν απολάμβανα τη φτώχεια μου. Είχα χάσει δεκαπέντε κιλά. Έβαζα στην άκρη ένα ευρώ την ημέρα για να φτιάχνω φακές. Η Γώγου τις πατάτες της κι εγώ τις φακές μου! Κάθε μέρα φακές. Με κρατούσαν, με χόρταιναν. Ό,τι απέμενε πήγαινε σε τσιγάρα, χύμα ρετσίνα, ψωμί μέρα παρά μέρα. Εκείνες τις νύχτες παρέα μου ήταν μεταμεσονύκτιες εκπομπές στο «Δεύτερο» με Έλληνες από όλο τον κόσμο να τηλεφωνούν. Εργάτες στο Βανκούβερ, επιχειρηματίες στο Μοντεβιδέο, ναυτικοί στα ανοιχτά της Σαγκάης είχαν γίνει οι «φίλοι» μου. Άλλοτε πάλι έβαζα τη δισκογραφία του Δεληβοριά στην επανάληψη και χόρευα μπόσα νόβα μόνος μου στα λίγα τετραγωνικά της σοφίτας, προσέχοντας μην πατήσω μέσα σε μια λεκάνη που είχα για να μαζεύει βρόχινο νερό που έτρεχε μέσα απ’ τη στέγη.

Οι άνθρωποι που έβλεπα; Μα φυσικά ο κύριος καθηγητής. Μου πρότεινε να πάω σε εκείνο το συνέδριο στο Βόλο, να παρουσιάσω την εργασία μου. Τον είχε ενθουσιάσει. «Θα αρέσει και στους αξιότιμους σύνεδρους, πίστεψέ με, πίστεψε σε σένα!» είπε κι εγώ σκέφτηκα πως θα μου έκανε καλό ένα ταξίδι στο Βόλο. Θα μου έκανε καλό να ξετρυπώσω μέσα απ’ τη σοφίτα. Να πάω να κοιμηθώ πάλι στο Hotel Ιάσων, όπως τότε που είχα πάει εκείνη, που πλαγιάσαμε μαζί. Είχαμε μοιράσει τα χιλιόμετρα. Τρακόσια εγώ, τρακόσια κι εκείνη. «Γιατί όχι;» σκέφτηκα. Θα έπινα τα τσίπουρα μου κι ίσως να έβλεπα το Γιάννη και τη Νατάσα. Δεν πήγα ποτέ !

Έβλεπα ακόμα τον ταξιτζή που με πήγαινε και με έφερνε στο Πανεπιστήμιο. Χρησιμοποιούσα μόνο ταξί. Από τη σοφίτα κατευθείαν στο πίσω κάθισμα κι από εκεί πάλι στη σοφίτα. Μια αηδία για τον καθαρό αέρα, τρέμουλο για τον κόσμο, αγοραφοβία. Ο ταξιτζής λεγόταν Δημήτρης. Νομίζω. Φαινόταν τίμιος, δουλευταράς. Είχα τόση ανάγκη για κουβέντα με οποιονδήποτε που στα δέκα λεπτά της διαδρομής συζητούσαμε για τη δουλειά του, για την κρίση, για γκόμενες.

Τα βράδια στο σπίτι πίεζα το σώμα μου να κοιμηθεί. «Όσο πιο πολύ κοιμάσαι τόσο λιγότερο πεινάς, τόσο περισσότερο θα αντέξεις μόνος σου εδώ μέσα» φώναζα με δυνατή φωνή μέσα στο κεφάλι μου. Τα κορίτσια στον έκτο έκαναν πάρτι συχνά. Με αναστάτωναν. Φωνές, γελάκια, μουσικές. Η ακοή μου ερεθισμένη, το πέος μου σκληρό. Πόσες φορές σκέφτηκα να πάω να τους χτυπήσω και δείλιασα! Ευτυχώς ερχόταν στη σοφίτα η Τίνα. Δεν είχε απαιτήσεις. Κατανοούσε γιατί είχα αποτραβηχτεί από όλα. Καταλάβαινε γιατί τα κεραμίδια της σοφίτας είχαν γίνει η μπούρκα μου που με κάλυπτε από τους ανθρώπους. Δεν της άρεσε βέβαια, αλλά καταλάβαινε! Ερχόταν, κάναμε έρωτα για ώρες στον καναπέ, ποτέ στο κρεβάτι κι ύστερα ντυνόταν κι έφευγε δίχως να με ρωτήσει τίποτα. Καταλάβαινε …

Έτσι πέρασαν δυο μήνες. Δύσκολα, αλλά ωραία. Είπαμε ντολορισμός και μιζεραμπιλισμός. Γιατί στα λέω όλα αυτά; Έλα να σου πω μια ιστορία! Καίνε διεμφυλικούς, προτρέπουν τους ανθρώπους να πεινάνε κομψά και τους το βουλώνουν άκομψα. Στα σχολικά θρανία δεν γράφονται πια οι στίχοι του Άλκη Αλκαίου, μόνο σβάστικες ζωγραφίζονται από εφηβικά χεράκια. Οι βασανιστές ζωντανεύουν και διεκδικούν να περνιούνται για ανθρωπιστές. Υγρά μπαταρίας ρέουν μέσα σε παιδικές φλέβες. «Θα είσαι με μπαταρία να εκτελείς εργασία» … Σίσα το λένε κι ας μην το ξέρεις ακόμα. Όπως κι αν είναι τα πράγματα εκεί έξω εγώ δεν θα φυλακιστώ ξανά. Τούτη τη φορά θα γκρεμίσω όσες σοφίτες κι αν χτιστούν για να με κλείσουν μέσα!

Advertisements

6 Σχόλια

Filed under Uncategorized

6 responses to “Στη σοφίτα

  1. ανωνυμος

    κομοτηνη ε?

  2. -Η δυστυχία ως πηγή έμπνευσης. Γιατί μόνο αυτή;
    -Ο έρωτας ως κίνητρο δημιουργίας; Χι. Η απογοήτευση ως καύσιμο ρήξης.
    -αυτές οι Τίνες!!!!!
    -ο ταξιτζής θα σου επέβαλλε να μιλήσεις ακόμα και μουγγός να ήσουν.

  3. 2bliss

    «Όταν δεν έχεις τίποτα καλό είναι να δίνεις, δεν θα σου λείψουν»… Βαθειά ανθρωπιά κρύβουν αυτές οι λέξεις.

  4. Ανεστης

    Κάτι τέτοιες ώρες είσαι η καλυτερη παρέα.Εστω κι από δω.Χαιρετισμούς.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s