Monthly Archives: Ιανουαρίου 2013

Η νύχτα της Βίκυς

Image

Οι μισοί μου φίλοι είναι δικηγόροι. Οι άλλοι μισοί ρεμάλια. Καμιά φορά το ένα δεν αποκλείει το άλλο. Οι υπόλοιποι που δεν τα καταφέραμε τόσο καλά, που δεν καταφέραμε να γίνουμε επαναστάτες, γίναμε καλλιτέχνες. Ξεπηδήσαμε απελπισμένοι μέσα από το μαντρί μας. Έτσι ένας γρατζουνάει, άλλος γράφει δυο αράδες, μια κινηματογραφεί, δυο-τρεις γκαρίζουν σε ένα μικρόφωνο. Δημιουργούμε για τη νύχτα, με ή χωρίς κρίση, βίος πολλά βαρύς και όχι.

Μας ρωτούν γιατί μας αρέσουν τα μπαρ. Μα δεν είναι μόνο αυτά. Αγαπάμε οτιδήποτε διανυκτερεύει, οτιδήποτε έχει ζωή και φωτίζει τις νύχτες μας. Εστιατόρια στην εθνική οδό. Στυλίδα, Τέμπη, Ασπροβάλτα. Τα 24ωρα φαστφουντάδικα με τα κορίτσια τους τα βράδια. Άλλες χαμογελούν κι άλλες βαριούνται κι εμείς δεν μπαίνουμε στον κόπο να ρωτήσουμε τα ονόματά τους. Κοιτάμε το καρτελάκι στο στήθος τους και λέμε «Ευχαριστώ Κατερίνα, Ζωή, Γεωργία». Εδώ κοντά έχει ένα ανθοπωλείο που διανυκτερεύει. Ρωτώ : «Ποιος στα κομμάτια έχει ανάγκη να αγοράσει τριαντάφυλλα στις τρεις το ξημέρωμα;». Μαθαίνω. Άντρες κάθε ηλικίας από τα μπαρ της περιοχής αγοράζουν λουλούδια κάθε βράδυ για Ρωσίδες και Ρουμάνες. «Ανθοπωλείο; Αυτό είναι σωστό χρυσωρυχείο!».

Ο Σπύρος άνοιξε την πόρτα του άδειου διαμερίσματος του στην Αθήνα. Το έχει ξενοίκιαστο, δίχως έπιπλα, για να κάνει τις διακοπές του στην πρωτεύουσα. Έχει έρθει από τη μικρή επαρχιακή πόλη που μένει για να δει φίλους. Ο Σπύρος έχει μεθύσει πολύ αυτό το βράδυ. Μονάχα ένα στρώμα κείτεται στη μέση του σαλονιού. Πληρώνει μόνο ρεύμα και νερό.  Στο ντουλάπι δεν έχει καφέ. Το κεφάλι του θα εκραγεί, είναι γεμάτο το κεφάλι του. Γλιστράει μέχρι τον καμπινέ και ξερνάει. Τα μισά πέφτουν στο καπάκι της λεκάνης, λίγα στο μωσαϊκό. «Πρέπει να πιω έναν ελληνικό» λέει. Βγαίνει να πάρει ταξί μέχρι το πλησιέστερο 24ωρο φαστφουντάδικο.

Μάλλον είναι το τελευταίο μου μισάωρο για απόψε στη βραδινή δουλειά. Ο Μήτσος ήδη έχει βάλει το τελευταίο πλυντήριο. Το αφεντικό μετρά το ταμείο. Μια γκόμενα με κόκκινα χείλη και μοντέρνο φόρεμα κάθεται μπροστά μου. Άσχετες μεταξύ τους σκέψεις συναντιούνται στο μυαλό μου όπως «Μουνάρα. Πονάνε τα πόδια μου. Βυζάρες! Θα με πληρώσει απόψε;». Η γκόμενα φαίνεται καλή περίπτωση. Ανοίγει το στόμα της, «τραγούδι θα θέλει» σκέφτομαι. Μιλάει. «Πιστεύεις στην κακή ενέργεια; Το κακό υπάρχει παντού γύρω μας. Ο Σατανάς. Ο Χριστός ήταν ένας από εμάς και θυσιάστηκε για εμάς!». Βαρέα ανθυγιεινά … γελάω καθώς σκέφτομαι να της βάλω να ακούσει το «Τελευταίο ποτό με το Διάβολο».

Ο Σπύρος βρίσκεται ήδη στο πίσω κάθισμα ενός ταξί. Ο οδηγός του ακούει δυνατά καινούρια λαϊκά σουξέ. «Πήγαινέ με κάπου κοντά να φτιάχνουν καφέ!». Ο ταξιτζής χαμηλώνει το ραδιόφωνο. «Εδώ τριγύρω ξέρω μόνο ένα φούρνο αλλά τον έχουν Αλβανοί. Θα σε πάω παρακάτω». Ο Σπύρος έμπηξε της φωνές «Και Ζουλού να το έχουν εκεί να με πας!». Ο ταξιτζής έμπηξε τα κλάματα «Ότι πεις ρε φίλε. Συγνώμη αλλά δεν είμαι καλά απόψε, θέλω λίγη παρέα. Να σε κεράσω μια ρετσίνα; Θα σταματήσω στο περίπτερο, θα πιεις μαζί μου;».

Βγαίνω να πετάξω δυο βαριές μαύρες σακούλες με σκουπίδια. Ο ντι τζέι πετάει πάντα τα σκουπίδια. Με θυμάμαι στα δεκαοχτώ να κάνω το ίδιο. Με θυμάμαι να φαντάζομαι τον εαυτό μου. «Σε δέκα χρόνια θα είμαι όμορφος, γενναίος, καλλιεργημένος. Αυτός που θέλουν οι γυναίκες. Με δουλειά και μεταπτυχιακά. Σπίτι που να πληρώνω το νοίκι». Η θεούσα με τα βυζιά έχει φύγει. Ο Μήτσος ο μπάρμαν και το αφεντικό με καλούν να συνεχίσουμε σε κλαμπ της κακιάς ώρας και της τελευταίας υποστάθμης.

Ο Σπύρος δεν μπορεί να πιστέψει αυτό που του συμβαίνει. Με έντονο πονοκέφαλο και κάψα στο στόμα από τον εμετό βρίσκεται στο πίσω κάθισμα ενός τρελού. Ο ταξιτζής σταματά και ψωνίζει μια σακούλα ρετσίνες. Επιστρέφει, προσφέρει μια στο Σπύρο κι έπειτα ανοίγει τη δικιά του και αρχίζει να ρουφά με δίψα. Ξεσπά σε λυγμούς. «Βίκυ!» φωνάζει το γυναικείο όνομα ξανά και ξανά. «Βίκυ! Με παράτησε μετά από δεκαοχτώ χρόνια. Όπως παράτησα εγώ για χάρη της τα καράβια κι ανέβηκα στο τιμόνι τότε που τη γνώρισα. Με άφησε για έναν λογιστή. Τι είναι αυτός; Ένας λογιστάκος! Υπάλληλος, βάζει κάτω τα νούμερα και μετρά τα φράγκα των άλλων. Ενώ εγώ, εγώ σηκώνω κάθε μέρα τα βάρη των ανθρώπων. Ξέρεις τι έχω ακούσει τόσα χρόνια εδώ μέσα; Άκουγα τους πελάτες, τώρα ένας πελάτης θα ακούσει κι εμένα. Στην Ολυμπιάδα που γυρνούσα σπίτι με 250 ευρώ με ήθελε. Όταν την έβγαζα στα μπουζούκια με ήθελε. Της ψώνιζα στα καλά καταστήματα. Και τότε με ήθελε. Για χάρη της πήγα και νοίκιασα σπίτι να βλέπει θάλασσα. Τώρα τραβάει και πηδιέται με αυτόν. Θα τη σκοτώσω, καμιά εμπιστοσύνη, θα τη σκοτώσω και μετά θα πατήσω τέρμα το γκάζι να πέσω σε μια κολώνα να σκοτωθώ κι εγώ. Οι καριόλες το παντελόνι κοιτάνε πάντα. Ξέρεις φίλε γιατί; Γιατί στο παντελόνι μέσα είναι κι ο πούτσος και η τσέπη.Βίκυ!».

Μπαίνουμε στο κλαμπ. Μουσική στη διαπασών, σκυλάδικα, γύφτικα, αραβικά. Διακόσμηση κιτς αρχαιοελληνική, ταιριαστή με το όνομα του μαγαζιού.  Πιτσιρικάδες με αθλητικά παπούτσια, γελοίοι μπαρμπάδες μέσα στα νεανικά τους ρούχα, γκόμενες φτηνιάρες και «λαϊκές», έντονα βαμμένες, ντυμένες έτσι που δεν αφήνουν πολλά στη φαντασία των ανδρών. Το αφεντικό του κλαμπ έχει περίεργο σουλούπι. Πρώην γυμνασμένος, νυν χοντρός. Είναι ντυμένος στα λευκά. Μας περνά για νέους πελάτες. Θέλει να μας καλοπιάσει. Κάνει νεύμα σε έναν πιτσιρικά με κόκκινα μάγουλα. Ο πιτσιρικάς εμφανίζεται γρήγορα μπροστά μας με ένα δίσκο σφηνάκια. «Από το αφεντικό» μας λέει, πίνουμε όλοι μαζί, ο πρώην γυμνασμένος, νυν χοντρός μας χαμογελά από μακριά και υψώνει το ποτήρι του. Σκέφτομαι τον πιτσιρικά  που μας σέρβιρε «Να πονάν τα πόδια του όπως και τα δικά μου; Του αρέσει που δουλεύει σε αυτό το κωλοχανείο;». Πνίγομαι εκεί μέσα. Τα πόδια μου με πεθαίνουν ακόμα. Χαιρετώ τους άλλους και κάνω να φύγω. Βγαίνω κι έχει ξημερώσει.

Το ταξί βρίσκεται παρκαρισμένο σε ένα ήρεμο στενό κάπου στο Φάληρο. Ο οδηγός συνεχίζει να εξομολογείται στον Σπύρο. Κι οι δυο συνεχίζουν να πίνουν τις ρετσίνες. Κοντεύουν να τις τελειώσουν. Ο πονοκέφαλος του Σπύρου δεν έχει υποχωρήσει λεπτό. Κάθε τόσο ανοίγει την πίσω πόρτα του αμαξιού και ξερνά στο πεζοδρόμιο και στο χώμα γύρω από μια νεραντζιά. Ξερνά και συνεχίζει. «Έτσι που εγκλωβίστηκα ας πιω» λέει. «Έτσι κι αλλιώς έχω αρχίσει να συμπονώ αυτόν τον άγνωστο άνδρα». Γιατί δεν φεύγει; Του αρέσει να πίνει; Θυμάται κι αυτός τη γυναίκα που δεν θα ξαναδεί; Ο Σπύρος λιποθυμάει, κοιμάται στο κάθισμα του ταξί. Ξημέρωσε.

Περπατώ κάτω από τις θύρες του γηπέδου Καραϊσκάκη. Τοίχοι γεμάτοι συνθήματα. «Νίκαια Μόνο Εμείς» και «Άλιμος Θύρα 7» είναι ότι βλέπεις γύρω σου. Κάπου-κάπου συναντώ άνδρες και γυναίκες που τραβούν για τις δουλειές τους. Ντρέπομαι που γυρίζω απ’ τη νύχτα. Στο Νέο Φάληρο θα πάρω τον Ηλεκτρικό. Τα πόδια μου με πεθαίνουν. Μέσα στο σταθμό δυο κύριοι περιμένουν το τρένο. Ο ένας μιλά στο τηλέφωνο «Θα γίνει η δουλειά μην ανησυχείς. Τους έπεισα. Και κάτι άλλο! Το παιδί που σου έλεγα να το λύσεις το θέμα. Πρέπει να το πάρουμε στην εταιρεία. Είναι γιος φίλου μου. Δεν με νοιάζει! Να απολύσεις τον Τάκη. Έγινε; Γεια!». Ο άλλος κύριος  μερικά μέτρα πιο πέρα διαβάζει «Ριζοσπάστη». Είναι κι οι δυο καλοντυμένοι. Δύσκολα θα ξεχώριζες ποιος είναι το αφεντικό και ποιος ο εργάτης. Ευτυχώς κρυφακούω. Ευτυχώς παρατηρώ. Σκέφτομαι πως πάντα υπήρχαν δυο Ελλάδες. Ξεκινά να βρέχει. Όποτε συναντιόμαστε με τη Χριστίνα βρέχει. «Γάμα την κούραση, γάμα το τρένο, θα πάρω ταξί! Θα πάω να κοιμηθώ στη Χριστίνα …».

Ο ταξιτζής προσπαθεί και τελικά ξυπνά το Σπύρο. «Πρέπει να δουλέψω, να πάρω καμιά κούρσα. Σε ευχαριστώ, είσαι φίλος!». Κάνω σήμα από μακριά σε ένα ταξί να σταματήσει. Το ταξί σταματά μπροστά μου και κατεβαίνει ένας τύπος που βρωμά αλκοόλ. Ο οδηγός του φωνάζει μέσα απ ‘ το παράθυρο «Έ φίλε πως σε λένε τελικά; Δεν μου’ πες!» Ο τύπος που βρωμά φωνάζει. «Σπύρο! Σπύρο με λένε!». Μπαίνω μέσα. Το πίσω κάθισμα βρωμά κρασί ή κάτι τέτοιο. «Καλημέρα. Γλυφάδα.»

Advertisements

2 Σχόλια

Filed under Uncategorized

Το στέκι του Αρτέμη

Image

Ο μεγαλύτερος φόβος μου είναι μην χάσω τα δόντια μου. Δεν ξέρω τι λάθος κάνω, πάντα τα φρόντιζα. Μάλλον ο μεγαλύτερος φόβος μου είναι μην χάσω τους ανθρώπους μου. Κι αυτούς τους φρόντιζα. Μόλις έπλυνα τη φάτσα μου και βούρτσισα τα δόντια μου, κοιτάζοντας τον καθρέφτη, βλέποντας το πρόσωπό μου, φιλοσοφώντας πάνω στον φόβο. Γιατί ετοιμάζομαι; «Θέλω να σε πάω κάπου. Θα δεις!» είπε στο τηλέφωνο ο φίλος μου, ο Μάκης, σολίστ κλασσικής κιθάρας. Μια στοίβα πτυχία ωδείων, ώρες ατέλειωτες, ώρες χαμένες. Δεν έχει να πάρει τσιγάρα.

Ο Μάκης κορνάρει. Κατεβαίνω και επιβιβάζομαι. Στη διαδρομή δεν μιλάμε πολύ. Πιάνουμε ένα σταθμό με κρητικά και κοιτάμε μπροστά το οδόστρωμα αμίλητοι. Τον εμπιστεύομαι. Σήμερα είναι να βρεθώ και με εκείνη. Δεν έχω άλλα λεφτά. Θα της πω ότι έχω πονοκέφαλο. Είναι μεγαλύτερή μου. Τι πόσο;  Δεν ξέρω, δεν τα ρωτάν αυτά. «Θα με αφήσεις κάποια μέρα» μου λέει «θα γεράσω». Εγώ τη φιλώ και τη μαλώνω. Την καθησυχάζω. Είναι η καλύτερη ποιήτρια που γνωρίζω. Αληθινή ποιήτρια, ζωντανή. Όχι σαν αυτές στα βιβλία. Πηδιόμαστε στο σπίτι της. Μεγάλο σπίτι, ζεστό σπίτι. Είμαστε προνομιούχοι. Θέρμανση, κρασί και πήδημα κάπου στα νότια προάστια.

Πίσω στο αυτοκίνητο πιάνουμε λιμάνι. Ψάχνουμε να παρκάρουμε πίσω απ’ τον Πύργο. Ένα κουφάρι από σίδερο, γυαλί και τσιμέντο μας κρύβει τον ήλιο, μπορεί και να βρέξει. Στην κεντρική αγορά βρίσκεται η έκπληξη του φίλου μου. Διαβάζω την ταμπέλα : «Το στέκι του Αρτέμη». Μπαίνουμε μέσα, καθόμαστε, ανυπομονώ.

Παραγγέλνουμε φάβα, μπακαλιάρο και κρασί. Μοιραζόμαστε τα τσιγάρα, αρχίζω να παρατηρώ. Είμαστε οι πιο νέοι εκεί μέσα. Μονάχα άντρες σκληροί μα με καλοσυνάτα μάτια. Μια τοιχογραφία με ένα τραμ και μια ημερομηνία «23 Μαρτίου 1977 – Το τραμ το τελευταίο». Πληροφορούμαι πως τούτοι οι τοίχοι έχουν 80 χρόνια ζωής. Ένα πρόχειρο μπαρ γεμάτο μπουκάλια σπέσιαλ ουίσκι.  Πλάι σε ένα γραμμόφωνο ένα σύγχρονο ηχείο, πάνω απ’ τα ξύλινα βαρέλια ένα αυτόματο αποσμητικό χώρου. Εδώ μέσα συναντιέται το παλιό με το μοντέρνο.

Ένα σκαμπό, ένα τρίχορδο μπουζούκι κι ένα μικρόφωνο βρίσκονται μπροστά μας. Δίπλα στο μπουζούκι πεταμένο το «ΦΩΣ των Σπορ». Ένας ηλικιωμένος κύριος ξεκινά να παίζει και να τραγουδά. «Στίχοι μουσική δικά μου» :

«Πες πως έγινε ένα λάθος

Και μην σκέφτεσαι αυτή»

Σημειώνω βιαστικά στο μπλοκάκι μου ό,τι προλαβαίνω απ’ τα λόγια. Χειροκροτούμε με πάθος. Στο διάλειμμα του ο μπουζουξής κατεβαίνει και κάθεται μαζί μας. Μας κερνά μπύρες. Πιάνουμε κουβέντα για την λαϊκή τέχνη. «Έχω γράψει ζεϊμπέκικο για τον Παλαιοκώστα» λέει περήφανος. Το πρόγραμμα συνεχίζεται με κασέτες. «Έχω έναν καφενέ στου λιμανιού την άκρη». Ένας γεροδεμένος καράφλας που τον φωνάζουν Ποπάυ μας στέλνει κι άλλες μπύρες. Ένας ηλικιωμένος με γιλέκο και κουστούμι, ντυμένος σαν τον Μπάροουζ, δίνει 20 ευρώ στον οργανοπαίχτη. «Παραγγελιά. Το καθήκον!» μας λέει και ξαναπιάνει το μπουζούκι.

«Χρόνια στα καράβια
Χρόνια ταξιδεύω
Μες στις μαύρες θάλασσες
Το σώμα μου παιδεύω

Εμείς οι ναυτικοί
Σπίτι δεν μας βλέπει
Ούτε εδώ και κει
Εμείς οι ναυτικοί»

Ο παππούς «Μπάροουζ» χορεύει κι όλοι στέκονται προσοχή. Συνταξιούχοι ναυτικοί οι περισσότεροι κοιτούν τα ποτήρια τους. Σιωπή.

Μπαινοβγαίνουν διάφοροι, κόσμος και ντουνιάς. Λαχειοπώλες και τσιγγάνοι που πουλούν ρολόγια. Γυναίκα πουθενά. Μου κάνει εντύπωση ένας μαύρος. Έχει μια άνεση, τους ξέρει όλους, χαιρετά, πάει πίσω από το μπαρ και ψαχουλεύει κάτι. Τον παρατηρώ. «Κοιτάς ε;» μου λέει ο σερβιτόρος και συνεχίζει «Δυο φορές τον πήγαμε στο Τζάνειο κι άλλη μια στο Κρατικό της Νίκαιας. Τον δέρνουν, τον μαχαιρώνουν, του κλέβουν την πραμάτεια. Εεε βαρεθήκαμε κι εμείς και του λέμε άμα νυχτώνει να έρχεσαι εδώ. Φτωχοί εμείς πιο φτωχός εσύ, ένα πιάτο φαί θα το’ χεις!».

Αργά τη νύχτα φεύγουμε ζαλισμένοι κι ευχαριστημένοι. Σπίτι σκέφτομαι τους φίλους μου. Η μία με πτυχίο φτιάχνει κάθε βράδυ σάντουιτς στους μεθυσμένους. Ο άλλος κουβαλάει σίδερα. Μέσα σε δέκα χρόνια δουλειάς απέκτησε ένα αμάξι, μια μηχανή και μια σακατεμένη μέση. Θα γεράσουμε και θα γίνουμε σαν τους θαμώνες του Αρτέμη; Δεν ξέρω. Ξέρω όμως ότι δεν θα αφήσουμε τη φτώχεια να μας κάνει καθάρματα.

10 Σχόλια

Filed under Uncategorized