Το στέκι του Αρτέμη

Image

Ο μεγαλύτερος φόβος μου είναι μην χάσω τα δόντια μου. Δεν ξέρω τι λάθος κάνω, πάντα τα φρόντιζα. Μάλλον ο μεγαλύτερος φόβος μου είναι μην χάσω τους ανθρώπους μου. Κι αυτούς τους φρόντιζα. Μόλις έπλυνα τη φάτσα μου και βούρτσισα τα δόντια μου, κοιτάζοντας τον καθρέφτη, βλέποντας το πρόσωπό μου, φιλοσοφώντας πάνω στον φόβο. Γιατί ετοιμάζομαι; «Θέλω να σε πάω κάπου. Θα δεις!» είπε στο τηλέφωνο ο φίλος μου, ο Μάκης, σολίστ κλασσικής κιθάρας. Μια στοίβα πτυχία ωδείων, ώρες ατέλειωτες, ώρες χαμένες. Δεν έχει να πάρει τσιγάρα.

Ο Μάκης κορνάρει. Κατεβαίνω και επιβιβάζομαι. Στη διαδρομή δεν μιλάμε πολύ. Πιάνουμε ένα σταθμό με κρητικά και κοιτάμε μπροστά το οδόστρωμα αμίλητοι. Τον εμπιστεύομαι. Σήμερα είναι να βρεθώ και με εκείνη. Δεν έχω άλλα λεφτά. Θα της πω ότι έχω πονοκέφαλο. Είναι μεγαλύτερή μου. Τι πόσο;  Δεν ξέρω, δεν τα ρωτάν αυτά. «Θα με αφήσεις κάποια μέρα» μου λέει «θα γεράσω». Εγώ τη φιλώ και τη μαλώνω. Την καθησυχάζω. Είναι η καλύτερη ποιήτρια που γνωρίζω. Αληθινή ποιήτρια, ζωντανή. Όχι σαν αυτές στα βιβλία. Πηδιόμαστε στο σπίτι της. Μεγάλο σπίτι, ζεστό σπίτι. Είμαστε προνομιούχοι. Θέρμανση, κρασί και πήδημα κάπου στα νότια προάστια.

Πίσω στο αυτοκίνητο πιάνουμε λιμάνι. Ψάχνουμε να παρκάρουμε πίσω απ’ τον Πύργο. Ένα κουφάρι από σίδερο, γυαλί και τσιμέντο μας κρύβει τον ήλιο, μπορεί και να βρέξει. Στην κεντρική αγορά βρίσκεται η έκπληξη του φίλου μου. Διαβάζω την ταμπέλα : «Το στέκι του Αρτέμη». Μπαίνουμε μέσα, καθόμαστε, ανυπομονώ.

Παραγγέλνουμε φάβα, μπακαλιάρο και κρασί. Μοιραζόμαστε τα τσιγάρα, αρχίζω να παρατηρώ. Είμαστε οι πιο νέοι εκεί μέσα. Μονάχα άντρες σκληροί μα με καλοσυνάτα μάτια. Μια τοιχογραφία με ένα τραμ και μια ημερομηνία «23 Μαρτίου 1977 – Το τραμ το τελευταίο». Πληροφορούμαι πως τούτοι οι τοίχοι έχουν 80 χρόνια ζωής. Ένα πρόχειρο μπαρ γεμάτο μπουκάλια σπέσιαλ ουίσκι.  Πλάι σε ένα γραμμόφωνο ένα σύγχρονο ηχείο, πάνω απ’ τα ξύλινα βαρέλια ένα αυτόματο αποσμητικό χώρου. Εδώ μέσα συναντιέται το παλιό με το μοντέρνο.

Ένα σκαμπό, ένα τρίχορδο μπουζούκι κι ένα μικρόφωνο βρίσκονται μπροστά μας. Δίπλα στο μπουζούκι πεταμένο το «ΦΩΣ των Σπορ». Ένας ηλικιωμένος κύριος ξεκινά να παίζει και να τραγουδά. «Στίχοι μουσική δικά μου» :

«Πες πως έγινε ένα λάθος

Και μην σκέφτεσαι αυτή»

Σημειώνω βιαστικά στο μπλοκάκι μου ό,τι προλαβαίνω απ’ τα λόγια. Χειροκροτούμε με πάθος. Στο διάλειμμα του ο μπουζουξής κατεβαίνει και κάθεται μαζί μας. Μας κερνά μπύρες. Πιάνουμε κουβέντα για την λαϊκή τέχνη. «Έχω γράψει ζεϊμπέκικο για τον Παλαιοκώστα» λέει περήφανος. Το πρόγραμμα συνεχίζεται με κασέτες. «Έχω έναν καφενέ στου λιμανιού την άκρη». Ένας γεροδεμένος καράφλας που τον φωνάζουν Ποπάυ μας στέλνει κι άλλες μπύρες. Ένας ηλικιωμένος με γιλέκο και κουστούμι, ντυμένος σαν τον Μπάροουζ, δίνει 20 ευρώ στον οργανοπαίχτη. «Παραγγελιά. Το καθήκον!» μας λέει και ξαναπιάνει το μπουζούκι.

«Χρόνια στα καράβια
Χρόνια ταξιδεύω
Μες στις μαύρες θάλασσες
Το σώμα μου παιδεύω

Εμείς οι ναυτικοί
Σπίτι δεν μας βλέπει
Ούτε εδώ και κει
Εμείς οι ναυτικοί»

Ο παππούς «Μπάροουζ» χορεύει κι όλοι στέκονται προσοχή. Συνταξιούχοι ναυτικοί οι περισσότεροι κοιτούν τα ποτήρια τους. Σιωπή.

Μπαινοβγαίνουν διάφοροι, κόσμος και ντουνιάς. Λαχειοπώλες και τσιγγάνοι που πουλούν ρολόγια. Γυναίκα πουθενά. Μου κάνει εντύπωση ένας μαύρος. Έχει μια άνεση, τους ξέρει όλους, χαιρετά, πάει πίσω από το μπαρ και ψαχουλεύει κάτι. Τον παρατηρώ. «Κοιτάς ε;» μου λέει ο σερβιτόρος και συνεχίζει «Δυο φορές τον πήγαμε στο Τζάνειο κι άλλη μια στο Κρατικό της Νίκαιας. Τον δέρνουν, τον μαχαιρώνουν, του κλέβουν την πραμάτεια. Εεε βαρεθήκαμε κι εμείς και του λέμε άμα νυχτώνει να έρχεσαι εδώ. Φτωχοί εμείς πιο φτωχός εσύ, ένα πιάτο φαί θα το’ χεις!».

Αργά τη νύχτα φεύγουμε ζαλισμένοι κι ευχαριστημένοι. Σπίτι σκέφτομαι τους φίλους μου. Η μία με πτυχίο φτιάχνει κάθε βράδυ σάντουιτς στους μεθυσμένους. Ο άλλος κουβαλάει σίδερα. Μέσα σε δέκα χρόνια δουλειάς απέκτησε ένα αμάξι, μια μηχανή και μια σακατεμένη μέση. Θα γεράσουμε και θα γίνουμε σαν τους θαμώνες του Αρτέμη; Δεν ξέρω. Ξέρω όμως ότι δεν θα αφήσουμε τη φτώχεια να μας κάνει καθάρματα.

Advertisements

10 Σχόλια

Filed under Uncategorized

10 responses to “Το στέκι του Αρτέμη

  1. Δημήτρης

    Φίλε μου πολύ ωραία τα πράγματα εδώ. Τόσο όσο δεν φανταζόμουνα όταν μπήκα από σπόντα στη σελίδα. Ωραία!

  2. Ρε μάστορα! Τί ωραία που ζυγίζεις και μοιράζεις, τα φωτάκια στο μαύρο και τις ανάσες εκεί που πάει να πνιγεί ο άλλος !

  3. Η τελευταία πρόταση: τόσο ξέρη, τόσο πιστευτή.

  4. Raggedy, Sun Coater και Τσαλαπετεινέ να είστε καλά , σας διαβάζω !

  5. «Είναι η καλύτερη ποιήτρια που γνωρίζω. Αληθινή ποιήτρια, ζωντανή. Όχι σαν αυτές στα βιβλία». Μαγική φράση. Ζήλεψα

  6. Μπράβο Κωστή! Καιρό έκανες να μας δείξεις τι έγραφες, μα άξιζε τον κόπο! Νομίζω αυτό είναι το τρίτο αγαπημένο μου. Αν και τι έχουν οι θαμώνες του Αρτέμη? Έτσι όπως τους περιγράφεις μου φαίνονται ακέραιοι θαλασσοδαρμένοι γνήσιοι άνδρες, με αξιοπρέπεια, παλμό και πολλές ιστορίες να διηγηθούν. Οι ναυτικοί είναι δυνατοί άνθρωποι, με εμπειρίες που όσο Καββαδία κ αν διαβάσουμε δε θα τις φανταστούμε, και υπομονή ιώβεια. ΧΧΧ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s