Monthly Archives: Φεβρουαρίου 2013

Βοήθεια ρε!

Image

 

Στέκομαι στη στάση του λεωφορείου.  Πάω για τη δουλειά. Δίπλα ακριβώς βρίσκεται ένας κάδος καλυμμένος μέχρι απάνω με σκουπίδια. Οι εργαζόμενοι στην καθαριότητα του Δήμου έχουν απεργία περίπου μια βδομάδα. Ένα μικρό ποντίκι βγαίνει κάθε τόσο από το μισοβουλωμένο φρεάτιο και τρέχει προς το σωρό με τις σακούλες. Σκέφτομαι πως το ποντίκι αυτό θα μπορούσε να είναι φίλος μου. Ίσως ακόμα να είχε και ένα όνομα. Να του έδινα εγώ ένα όνομα. Αν ήμουν φυλακισμένος, γεροντοκόρη, ετοιμοθάνατος. Να διέθετα κάποιο είδος απελπισίας τέλος πάντων. Θα βάφτιζα το μικρό μου ποντικάκι Γιώργο. Είναι της μόδας τα ανθρώπινα ονόματα. Δεν είχα ποτέ φίλο Γιώργο. Για στάσου ένα λεπτό! Τώρα που το σκέφτομαι ίσως και να ‘χα κάποιον διπλανό με αυτό το όνομα στο σχολείο που τώρα μπορεί να έχει γίνει μπάτσος, τραβεστί, επαναστάτης ή μη χειρότερα υπάλληλος, πατέρας, τηλεθεατής.

Δεν εργάζομαι σταθερά βράδια. Όποτε γίνεται κάτι μου τηλεφωνούν και κάνω κανένα μεροκάματο. Γιορτές, γενέθλια, αργίες. Είμαι ο άνθρωπος τζουκ-μποξ. Ό,τι θέλει ο λαός. «Ο λαός τραγούδι θέλει, φτάνουν τα προβλήματα». Δύσκολοι καιροί και το αφεντικό κάνει σκόντο από το στυλ που επιχειρεί να χτίσει. Παίζουμε τα πάντα. Μια παρέα γκόμενες, τόσο φτιασιδωμένες που δείχνουν μεγαλύτερες από όσο είναι, ζητούν λάτιν. Σκέφτομαι πως η λάτιν μουσική είναι σαν την πούτσα. Δηλαδή; Δηλαδή δεν έχω γνωρίσει ως τώρα γυναίκα που να μην της αρέσει. Φαίνεται πως είναι η εικόνα που έχουν στο μυαλό τους για τη Λατινική Αμερική. Δροσιστικά ποτά, παραλίες και ημίγυμνοι μελαμψοί χορευτές να τους ψιθυρίζουν γλυκόλογα στο αυτί. Πραξικοπήματα τέλος. Ούτε φαβέλες, μήτε πείνα και πουτανιά. Οι γυναίκες είναι πλάσματα φτιαγμένα για την καλοπέραση. 

Η χειρότερη δουλειά που ‘χω κάνει είναι Dj σε στρηπτιτζάδικο. Όχι κακοπληρωμένη, ούτε δύσκολη. Απλά η χειρότερη. Κάποιοι λένε πως τα κορίτσια αγαπούν τον DJ, του κάνουν τα γλυκά μάτια να τις προσέξει, να τους βάλει το αγαπημένο τους κομμάτι κατά τη διάρκεια της ελεεινής τους χορογραφίας γύρω απ’ τον στύλο. Μπούρδες! Θα μπορούσες να με ρωτήσεις που εργαζόμουν, σε ποιο μαγαζί. Κάπου στη Νίκαια ή στη Λεωφόρο Συγγρού ή πίσω από το Χίλτον. Δεν έχει σημασία. Σκόρπιες γνώσεις μουσικής. Περισσότερες εγκυκλοπαιδικές γνώσεις ώστε να ντύνουν την εισαγωγή και την παρουσίαση των κοριτσιών με γελοίες ατάκες όπως «Ζαΐρα το διαμάντι της Αφρικής» και «Σβετλάνα το λουλούδι των Ουραλίων». Τέτοιες ατάκες αρέσουν στους πελάτες … σπάνε πλάκα καθώς συνεχίζουν να τρώνε τα μεταχειρισμένα φιστίκια τους που’ ναι γεμάτα ίχνη ούρων και σπέρματος. 

Διαβάζω το «Θάνατο του Μπάνι Μανρό» του Νικ Κέιβ που μου πήρε δώρο ένα κορίτσι. Σκέφτομαι πως θα ήταν να έχω γκόμενα την Κάιλι Μινόνγκ αλλά δεν το λέω στο κορίτσι. Θα θυμώσει και θα πάρει το βιβλίο πίσω πριν το τελειώσω κι ας είναι δώρο. Κάπως έτσι εγώ συνεχίζω να γράφω από την Αθήνα κι ο Κέιβ να γράφει για την Αθήνα. Η πόλη είναι το μόνο κοινό που θα μπορούσαμε να έχουμε ποτέ οι δυο μας … Οι γυναίκες ακόμα και οι «κοινές» δεν είναι ποτέ κοινές, δεν είναι μάλλον κανενός, είναι ολότελα ιδιοκτησία του εαυτού τους … 

Πώς να πάρω τη ζωή μου στα σοβαρά; Οι περισσότεροι από εμάς οφείλουμε την ύπαρξή μας σε μια στιγμή καύλας, σε ένα «σε χύνω καριόλα μου» που προηγείται από ένα «να φτιάξω τίποτα να φάμε;». Έτσι ζω, με σαράντα ευρώ νυχτοκάματο απαλλαγμένος από σκέψεις για υποχρεώσεις του μήνα ή φιλόδοξα σχέδια για ταξίδια του χρόνου το Μάη. Αύριο δεν πάω στο μαγαζί, θα απεργήσω, στα κομμάτια τα ευρώ. 

Πριν την πορεία θα στηθώ σε μια ουρά να πάρω καφέ σε πλαστικό ποτήρι. Δίπλα μου θα’ ναι δυο καλοχτενισμένοι τύποι με αστραφτερά χαμόγελα παρέα με μια ξανθιά. Θα ανοίξουν συζήτηση. «Να πας εκεί που σου είπα. Στο Υπουργείο. Είναι φίλος του θείου μου. Κάνε τα χαρτιά σου θα μιλήσω, με λίγο σπρώξιμο θα σε πάρουν.» Οι ίδιοι τύποι το βράδυ θα μπουν στο διαδίκτυο. Θα γράψουν, θα βρίσουν, θα λοιδορήσουν. Θα φωνάζουν για δίκαιο κράτος, για Ευρώπη και μαλακίες. Εγώ θα κοιμηθώ και θα ονειρευτώ πως είμαι σούπερ ήρωας. Πως τάχα μου θα ρίξω μπουνιές στα αστραφτερά τους δόντια και θα φύγω κλέβοντας την ξανθιά συντροφιά τους. Ποντίκια με το όνομα Γιώργος δεν θα κόβουν βόλτες στα σκουπίδια και περιστέρια με διάφορα ανθρώπινα ονόματα δεν θα τρώνε χημικά στη μούρη. Κι αν δεν γίνει έτσι και με ξυπνήσει καμιά βροντή, θα’ ναι παρήγορο που θα γράφονται ακόμη τραγούδια για όλα αυτά. Θα ‘ναι μια βοήθεια. Βοήθεια ρε!

4 Σχόλια

Filed under Uncategorized

Όνειρα στη βροχή

Image

Τι μέρα θα ’ναι αυτή; Σήμερα θα στρωθώ να γράψω. Έτσι είναι, δεν πρέπει να βιάζεις τη σκέψη σου, αλλιώς καταλήγεις να γράφεις μαλακίες. Αν είσαι καλά, χαρούμενος, κάτι θα σε αποσπάσει. Ο έρωτας είναι ο φονιάς της τέχνης. Μια κίνηση των γοφών της καθώς φτιάχνει τον καφέ σου στον πάγκο της κουζίνας, ένα χάδι της καθώς στον σερβίρει. Κάτι τέλος πάντων. Βγαίνω από το σπίτι της και τρέχω για το δικό μου. Η διαδικασία πρέπει να είναι μοναχική. Το ίδιο κι η δοκιμασία.

Ο Νίκος τέτοια ώρα θα ξυπνάει στο δωμάτιο του σε κάποιο ξενοδοχείο. Η απεργία και τα μποφόρ τον έχουν καθηλώσει σε ένα νησί των Σποράδων. «Ευτυχώς όλα τα έξοδα τα πληρώνει η γαμημένη η εταιρεία» σκέφτεται καθώς συνεχίζει να στριφογυρνά κάτω από τις κουβέρτες.

Η Μαρία και ο Αντώνης τώρα θα περνούν την Κατάρα πάνω στη βέσπα τους. Το μικρό σιδερένιο κατασκεύασμα αγκομαχά στην ανηφόρα, φορτωμένο δυο ανθρώπους που με τη σειρά τους είναι φορτωμένοι με όλα τους τα υπάρχοντα κι όλα τους τα όνειρα. Ταξιδεύουν για την πανευρωπαϊκή συνάντηση φίλων της βέσπας, σε μια κορυφή των ιταλικών Άλπεων.

Ανοίγουν οι ουρανοί, τρώω βροχή με το τσουβάλι. Πρέπει να είμαι ο μοναδικός τρελός εδώ γύρω που πάει με τα πόδια. Οι ομπρέλες είναι για τους μαλάκες. Στέκομαι κάτω από ένα δέντρο να σώσω ότι μπορώ. Η βροχή είναι σκούρα καφέ. Αφρικανική σκόνη. Θυμάμαι το Θανάση που όταν δεν επιθυμεί να μεταμορφωθεί σε σκουλήκι, ονειρεύεται τον εαυτό του να κάθεται με ανοιχτό στόμα κάτω από γενναιόδωρα σύννεφα που αδειάζουν σοκολατούχο γάλα. Ο Θανάσης δεν είναι καθόλου καλά. Τέσσερις μπάτσοι καβάλα στις μηχανές τους κόβουν βόλτες δίπλα μου ξανά και ξανά. Ούτε που τους περνά από το μυαλό να με σταματήσουν για εξακρίβωση και μάλιστα σε τέτοια γειτονιά. «Πάει χάλασα. Μήπως ενσωματώθηκα; Μπα έτσι θα ‘ναι. Άμα έχεις φλώρικο μαλλί και σιδερωμένο πουκάμισο δεν κινείς υποψίες.». Κοιτάζω ένα σύνθημα στον τοίχο μιας βίλας. «Ξεσηκωμός».  Ποιον κοροϊδεύουν;

Ο Νίκος ακυρώνει όλα τα ραντεβού του για σήμερα. Μιλά με την εταιρεία, πετά μια –δυο δικαιολογίες, είναι και η βροχή, τη σκαπουλάρει. Τραβά για το μοναδικό μπαρ που είναι χειμωνιάτικα ανοιχτό στο νησί. Όχι ακριβώς μπαρ. Ανοίγει από νωρίς το πρωί, κλείνει γύρω στα μεσάνυχτα. Σερβίρει πρωινό. Στριφτή τυρόπιτα, μαρμελάδες από έναν γυναικείο συνεταιρισμό, ζεστό καφέ. Το μαγαζί επίσης  πουλά όλες τις εφημερίδες και τα περιοδικά στο νησί, όταν το μοναδικό καράβι καταφέρνει να πιάσει λιμάνι. Οι εφημερίδες είναι πάντα της προηγούμενης μέρας. Μπαγιάτικα τα νέα. Ευτυχώς στους καιρούς μας υπάρχει το ίντερνετ. Ο Νίκος πίνει καφέ και ανοίγει τον φορητό υπολογιστή που του έχει παραχωρήσει η εταιρεία. Η κυβέρνηση αύριο θα επιστρατεύσει  τους απεργούς αλλά ακόμα κι έτσι το δελτίο καιρού πληροφορεί πως τίποτα δεν θα κουνηθεί. Απαγορευτικό.

Η καταιγίδα πιάνει τη Μαρία και τον Αντώνη στην κατηφόρα. Μια πινακίδα τους ενημερώνει πως σε πέντε χιλιόμετρα θα βρουν βενζινάδικο. Λίγες ώρες μένουν μόνο για την Ηγουμενίτσα. Ο Αντώνης, με έναν χειρισμό έμπειρου μοτοσικλετιστή, στρίβει το φορτωμένο βεσπάκι δεξιά και μπαίνει με ταχύτητα κάτω από το υπόστεγο του βενζινάδικου. Η Μαρία κάνει έναν γρήγορο έλεγχο να τσεκάρει μήπως κι έχει βραχεί τίποτε σημαντικό. Τρέχουν κι οι δυο μέσα, φτιάχνοντας τέντες με τα μπουφάν τους πάνω από τα κεφάλια τους. Ο Αντώνης βρίσκει δυο κέρματα, τα ρίχνει στον αυτόματο πωλητή και παίρνει καφέ και για τους δυο να ζεσταθούν. Της δίνει ένα φιλί και της λέει «Αν είμαστε τυχεροί και λήξει η απεργία, μεθαύριο τέτοια ώρα θα πίνεις τον καλύτερο εσπρέσο της ζωής σου».

Με τα πολλά καταφέρνω να φτάσω στη στάση του λεωφορείου. Ακριβά αυτοκίνητα που τα οδηγούν πενηντάρες με σώμα και πρόσωπο που θα ζήλευαν και μικρές κοπέλες, περνούν δίπλα μου και αλαζονικά, υπεροπτικά, πατούν τις λακκούβες, εκτοξεύοντας πάνω μου λασπόνερα. Παρατηρώ τη γειτονιά. «Τι κάνω εδώ;» Σπίτια με κήπους και γκαράζ που κοιτάν θάλασσα, φαρδιά πεζοδρόμια, πράσινο παντού.  Πριν μια βδομάδα χάλασε ένας σωλήνας στο σπίτι της. Κάλεσε τον υδραυλικό. Ο υδραυλικός ήταν Βέλγος. Έβαλα τα γέλια. Το βράδυ παραγγείλαμε σουβλάκια. «Έχεις αναρωτηθεί που μένουν τα παιδιά που δουλεύουν στο σουβλατζίδικο;» τη ρώτησα. «Φαντάζομαι ο κοντινότερος σε καμιά Αργυρούπολη. Λες να μένει κανείς σε βίλα  κι από χόμπι να μας φέρνει το φαγητό μας μες στο κρύο;» μου απάντησε καταπιέζοντας ένα ρέψιμο πριν συνεχίσει να τρώει. Η ανατροφή των κοριτσιών της τάξης της δεν επιτρέπει το ρέψιμο, ειδικά μπροστά στο γκόμενο.

Ένα θλιμμένο κορίτσι με ωραία χείλη και η ηλικιωμένη μητέρα της κάθονται δίπλα στο Νίκο. Ήρθαν στο μαγαζί να πιουν καφέ και να διαβάσουν. Αυτή είναι η μόνη διασκέδαση σε ένα νησί το χειμώνα. Το κορίτσι πήρε ένα περιοδικό ποικίλης ύλης και άρχισε να διαβάζει τα ζώδια. Η ηλικιωμένη διαβάζει ένα χριστιανικό περιοδικό. «Ο απελπισμένος από έρωτα καταφεύγει στα ζώδια. Ο απελπισμένος από τη ζωή στη Βίβλο.» σκέφτηκε ο Νίκος και συνέχισε να σερφάρει στο διαδίκτυο. Διαβάζει τα έκτακτα δελτία επιδείνωσης του καιρού. Έπειτα το πολιτικό ρεπορτάζ. Η κυβέρνηση στέλνει τα ματ στα λιμάνια. Ανοίγει μια εικόνα. Εκατοντάδες σηκωμένα χέρια παρακαλάν για μια σακούλα πορτοκάλια. «Αυτά είναι τα χρυσά μήλα των Εσπερίδων που μας τάξανε. Ανήκουμε στην Εσπερία. Τα χέρια που πεινάνε δεν παρακαλάνε. Τα χέρια που πεινάνε πρέπει με δύναμη να ξεριζώνουν το φρούτο απ’ το κλαδί!». Ο Νίκος τρελαίνεται, δεν έχει με ποιον να μοιραστεί τις σκέψεις του. Πληρώνει, κλείνει τον υπολογιστή και ξεκινά για το ξενοδοχείο. «Θα κοιμηθώ μέχρι να τελειώσουν όλα». 

Είναι ξημερώματα κι η Μαρία με τον Αντώνη φτάνουν στο λιμάνι της Ηγουμενίτσας. Επικρατεί αναβρασμός. Οδηγοί φορτηγών, λιμενικό και απεργοί. Παρατάνε τη βέσπα ανάμεσα στις νταλίκες. Περπατούν κι αρχίζουν να ρωτάνε. Ψάχνουν κάποιον  να τους ενημερώσει υπεύθυνα και με ασφάλεια αν θα μπορέσουν να ταξιδέψουν. Μαθαίνουν πως η απεργία θα σπάσει. Επιστρέφουν στο μηχανάκι για έναν τελευταίο έλεγχο μέχρι να σαλπάρουν. Ο Αντώνης σκύβει να τσεκάρει τα λάστιχα της βέσπας. Το μάτι του πέφτει σε μια πελώρια ρόδα της παρακείμενης νταλίκας. Ένας ρακένδυτος ανθρωπάκος βρίσκεται κουλουριασμένος και γαντζωμένος πάνω από τη ρόδα. Κάνει νόημα στη Μαρία να μην τρομάξει. Κι οι δυο με τον τρόπο τους δείχνουν στον άνθρωπο ότι δεν θα τον μαρτυρήσουν. Τον καθησυχάζουν. Του δίνουν ψωμί και νερό που τους περισσεύει. Απομακρύνονται προβληματισμένοι. «Μαρία έχουμε όνειρο τούτο το ταξίδι στις Άλπεις. Μα τα πιο απλά όνειρα κάποιων ανθρώπων, είναι τα πιο σπουδαία.».

Βρίσκομαι πλέον μέσα στο λεωφορείο. Είναι από αυτά τα διπλά, αρθρωτά λεωφορεία. Κάθομαι όρθιος στη φυσούνα πασχίζοντας να στεγνώσω. Διασχίζουμε όλη τη λεωφόρο Ποσειδώνος προς Πειραιά. Στα μισά της διαδρομής στήνω αυτί. Κάποιοι επιβάτες έχουν ανοίξει συζήτηση για την απεργία. Μαθαίνω πως ξεκίνησε η επίταξη. «Καλά τους κάνουν τους κηφήνες» φωνάζει κάποιος γέρος. Δεν βρίσκεται κανείς να του απαντήσει. Ακόμα κι εγώ δειλιάζω, λέω μέσα μου «Στο διάβολο το γράψιμο για σήμερα, θα κατέβω στο λιμάνι!». Τέτοιος είμαι. Το βράδυ πηδάω κόρες εφοπλιστών και το πρωί είμαι στους καταπέλτες με τους ναυτεργάτες. Δεν είμαι κι ο καλύτερος, κάνω όμως ό,τι μπορώ. Που θα πάει … θα βρέξει κι όνειρα!

7 Σχόλια

Filed under Uncategorized