Όνειρα στη βροχή

Image

Τι μέρα θα ’ναι αυτή; Σήμερα θα στρωθώ να γράψω. Έτσι είναι, δεν πρέπει να βιάζεις τη σκέψη σου, αλλιώς καταλήγεις να γράφεις μαλακίες. Αν είσαι καλά, χαρούμενος, κάτι θα σε αποσπάσει. Ο έρωτας είναι ο φονιάς της τέχνης. Μια κίνηση των γοφών της καθώς φτιάχνει τον καφέ σου στον πάγκο της κουζίνας, ένα χάδι της καθώς στον σερβίρει. Κάτι τέλος πάντων. Βγαίνω από το σπίτι της και τρέχω για το δικό μου. Η διαδικασία πρέπει να είναι μοναχική. Το ίδιο κι η δοκιμασία.

Ο Νίκος τέτοια ώρα θα ξυπνάει στο δωμάτιο του σε κάποιο ξενοδοχείο. Η απεργία και τα μποφόρ τον έχουν καθηλώσει σε ένα νησί των Σποράδων. «Ευτυχώς όλα τα έξοδα τα πληρώνει η γαμημένη η εταιρεία» σκέφτεται καθώς συνεχίζει να στριφογυρνά κάτω από τις κουβέρτες.

Η Μαρία και ο Αντώνης τώρα θα περνούν την Κατάρα πάνω στη βέσπα τους. Το μικρό σιδερένιο κατασκεύασμα αγκομαχά στην ανηφόρα, φορτωμένο δυο ανθρώπους που με τη σειρά τους είναι φορτωμένοι με όλα τους τα υπάρχοντα κι όλα τους τα όνειρα. Ταξιδεύουν για την πανευρωπαϊκή συνάντηση φίλων της βέσπας, σε μια κορυφή των ιταλικών Άλπεων.

Ανοίγουν οι ουρανοί, τρώω βροχή με το τσουβάλι. Πρέπει να είμαι ο μοναδικός τρελός εδώ γύρω που πάει με τα πόδια. Οι ομπρέλες είναι για τους μαλάκες. Στέκομαι κάτω από ένα δέντρο να σώσω ότι μπορώ. Η βροχή είναι σκούρα καφέ. Αφρικανική σκόνη. Θυμάμαι το Θανάση που όταν δεν επιθυμεί να μεταμορφωθεί σε σκουλήκι, ονειρεύεται τον εαυτό του να κάθεται με ανοιχτό στόμα κάτω από γενναιόδωρα σύννεφα που αδειάζουν σοκολατούχο γάλα. Ο Θανάσης δεν είναι καθόλου καλά. Τέσσερις μπάτσοι καβάλα στις μηχανές τους κόβουν βόλτες δίπλα μου ξανά και ξανά. Ούτε που τους περνά από το μυαλό να με σταματήσουν για εξακρίβωση και μάλιστα σε τέτοια γειτονιά. «Πάει χάλασα. Μήπως ενσωματώθηκα; Μπα έτσι θα ‘ναι. Άμα έχεις φλώρικο μαλλί και σιδερωμένο πουκάμισο δεν κινείς υποψίες.». Κοιτάζω ένα σύνθημα στον τοίχο μιας βίλας. «Ξεσηκωμός».  Ποιον κοροϊδεύουν;

Ο Νίκος ακυρώνει όλα τα ραντεβού του για σήμερα. Μιλά με την εταιρεία, πετά μια –δυο δικαιολογίες, είναι και η βροχή, τη σκαπουλάρει. Τραβά για το μοναδικό μπαρ που είναι χειμωνιάτικα ανοιχτό στο νησί. Όχι ακριβώς μπαρ. Ανοίγει από νωρίς το πρωί, κλείνει γύρω στα μεσάνυχτα. Σερβίρει πρωινό. Στριφτή τυρόπιτα, μαρμελάδες από έναν γυναικείο συνεταιρισμό, ζεστό καφέ. Το μαγαζί επίσης  πουλά όλες τις εφημερίδες και τα περιοδικά στο νησί, όταν το μοναδικό καράβι καταφέρνει να πιάσει λιμάνι. Οι εφημερίδες είναι πάντα της προηγούμενης μέρας. Μπαγιάτικα τα νέα. Ευτυχώς στους καιρούς μας υπάρχει το ίντερνετ. Ο Νίκος πίνει καφέ και ανοίγει τον φορητό υπολογιστή που του έχει παραχωρήσει η εταιρεία. Η κυβέρνηση αύριο θα επιστρατεύσει  τους απεργούς αλλά ακόμα κι έτσι το δελτίο καιρού πληροφορεί πως τίποτα δεν θα κουνηθεί. Απαγορευτικό.

Η καταιγίδα πιάνει τη Μαρία και τον Αντώνη στην κατηφόρα. Μια πινακίδα τους ενημερώνει πως σε πέντε χιλιόμετρα θα βρουν βενζινάδικο. Λίγες ώρες μένουν μόνο για την Ηγουμενίτσα. Ο Αντώνης, με έναν χειρισμό έμπειρου μοτοσικλετιστή, στρίβει το φορτωμένο βεσπάκι δεξιά και μπαίνει με ταχύτητα κάτω από το υπόστεγο του βενζινάδικου. Η Μαρία κάνει έναν γρήγορο έλεγχο να τσεκάρει μήπως κι έχει βραχεί τίποτε σημαντικό. Τρέχουν κι οι δυο μέσα, φτιάχνοντας τέντες με τα μπουφάν τους πάνω από τα κεφάλια τους. Ο Αντώνης βρίσκει δυο κέρματα, τα ρίχνει στον αυτόματο πωλητή και παίρνει καφέ και για τους δυο να ζεσταθούν. Της δίνει ένα φιλί και της λέει «Αν είμαστε τυχεροί και λήξει η απεργία, μεθαύριο τέτοια ώρα θα πίνεις τον καλύτερο εσπρέσο της ζωής σου».

Με τα πολλά καταφέρνω να φτάσω στη στάση του λεωφορείου. Ακριβά αυτοκίνητα που τα οδηγούν πενηντάρες με σώμα και πρόσωπο που θα ζήλευαν και μικρές κοπέλες, περνούν δίπλα μου και αλαζονικά, υπεροπτικά, πατούν τις λακκούβες, εκτοξεύοντας πάνω μου λασπόνερα. Παρατηρώ τη γειτονιά. «Τι κάνω εδώ;» Σπίτια με κήπους και γκαράζ που κοιτάν θάλασσα, φαρδιά πεζοδρόμια, πράσινο παντού.  Πριν μια βδομάδα χάλασε ένας σωλήνας στο σπίτι της. Κάλεσε τον υδραυλικό. Ο υδραυλικός ήταν Βέλγος. Έβαλα τα γέλια. Το βράδυ παραγγείλαμε σουβλάκια. «Έχεις αναρωτηθεί που μένουν τα παιδιά που δουλεύουν στο σουβλατζίδικο;» τη ρώτησα. «Φαντάζομαι ο κοντινότερος σε καμιά Αργυρούπολη. Λες να μένει κανείς σε βίλα  κι από χόμπι να μας φέρνει το φαγητό μας μες στο κρύο;» μου απάντησε καταπιέζοντας ένα ρέψιμο πριν συνεχίσει να τρώει. Η ανατροφή των κοριτσιών της τάξης της δεν επιτρέπει το ρέψιμο, ειδικά μπροστά στο γκόμενο.

Ένα θλιμμένο κορίτσι με ωραία χείλη και η ηλικιωμένη μητέρα της κάθονται δίπλα στο Νίκο. Ήρθαν στο μαγαζί να πιουν καφέ και να διαβάσουν. Αυτή είναι η μόνη διασκέδαση σε ένα νησί το χειμώνα. Το κορίτσι πήρε ένα περιοδικό ποικίλης ύλης και άρχισε να διαβάζει τα ζώδια. Η ηλικιωμένη διαβάζει ένα χριστιανικό περιοδικό. «Ο απελπισμένος από έρωτα καταφεύγει στα ζώδια. Ο απελπισμένος από τη ζωή στη Βίβλο.» σκέφτηκε ο Νίκος και συνέχισε να σερφάρει στο διαδίκτυο. Διαβάζει τα έκτακτα δελτία επιδείνωσης του καιρού. Έπειτα το πολιτικό ρεπορτάζ. Η κυβέρνηση στέλνει τα ματ στα λιμάνια. Ανοίγει μια εικόνα. Εκατοντάδες σηκωμένα χέρια παρακαλάν για μια σακούλα πορτοκάλια. «Αυτά είναι τα χρυσά μήλα των Εσπερίδων που μας τάξανε. Ανήκουμε στην Εσπερία. Τα χέρια που πεινάνε δεν παρακαλάνε. Τα χέρια που πεινάνε πρέπει με δύναμη να ξεριζώνουν το φρούτο απ’ το κλαδί!». Ο Νίκος τρελαίνεται, δεν έχει με ποιον να μοιραστεί τις σκέψεις του. Πληρώνει, κλείνει τον υπολογιστή και ξεκινά για το ξενοδοχείο. «Θα κοιμηθώ μέχρι να τελειώσουν όλα». 

Είναι ξημερώματα κι η Μαρία με τον Αντώνη φτάνουν στο λιμάνι της Ηγουμενίτσας. Επικρατεί αναβρασμός. Οδηγοί φορτηγών, λιμενικό και απεργοί. Παρατάνε τη βέσπα ανάμεσα στις νταλίκες. Περπατούν κι αρχίζουν να ρωτάνε. Ψάχνουν κάποιον  να τους ενημερώσει υπεύθυνα και με ασφάλεια αν θα μπορέσουν να ταξιδέψουν. Μαθαίνουν πως η απεργία θα σπάσει. Επιστρέφουν στο μηχανάκι για έναν τελευταίο έλεγχο μέχρι να σαλπάρουν. Ο Αντώνης σκύβει να τσεκάρει τα λάστιχα της βέσπας. Το μάτι του πέφτει σε μια πελώρια ρόδα της παρακείμενης νταλίκας. Ένας ρακένδυτος ανθρωπάκος βρίσκεται κουλουριασμένος και γαντζωμένος πάνω από τη ρόδα. Κάνει νόημα στη Μαρία να μην τρομάξει. Κι οι δυο με τον τρόπο τους δείχνουν στον άνθρωπο ότι δεν θα τον μαρτυρήσουν. Τον καθησυχάζουν. Του δίνουν ψωμί και νερό που τους περισσεύει. Απομακρύνονται προβληματισμένοι. «Μαρία έχουμε όνειρο τούτο το ταξίδι στις Άλπεις. Μα τα πιο απλά όνειρα κάποιων ανθρώπων, είναι τα πιο σπουδαία.».

Βρίσκομαι πλέον μέσα στο λεωφορείο. Είναι από αυτά τα διπλά, αρθρωτά λεωφορεία. Κάθομαι όρθιος στη φυσούνα πασχίζοντας να στεγνώσω. Διασχίζουμε όλη τη λεωφόρο Ποσειδώνος προς Πειραιά. Στα μισά της διαδρομής στήνω αυτί. Κάποιοι επιβάτες έχουν ανοίξει συζήτηση για την απεργία. Μαθαίνω πως ξεκίνησε η επίταξη. «Καλά τους κάνουν τους κηφήνες» φωνάζει κάποιος γέρος. Δεν βρίσκεται κανείς να του απαντήσει. Ακόμα κι εγώ δειλιάζω, λέω μέσα μου «Στο διάβολο το γράψιμο για σήμερα, θα κατέβω στο λιμάνι!». Τέτοιος είμαι. Το βράδυ πηδάω κόρες εφοπλιστών και το πρωί είμαι στους καταπέλτες με τους ναυτεργάτες. Δεν είμαι κι ο καλύτερος, κάνω όμως ό,τι μπορώ. Που θα πάει … θα βρέξει κι όνειρα!

Advertisements

7 Σχόλια

Filed under Uncategorized

7 responses to “Όνειρα στη βροχή

  1. εεεεε, τα λεφτά μας πίσω. πού είναι η σύγκλιση των τριών ιστοριών; καλά, καλά, ίσως φταίω εγώ, βλέπω δρόμους μόνο όπου είναι στρωμένοι με χώμα και άσφαλτο.

  2. Μακάρι να βρέξει όνειρα.. Ελπίζω να είσαι και τότε προνοητικός και να μην έχεις -όπως, άλλωστε, συνηθίζεις- ομπρέλα… * Μα τα πιο απλά όνειρα κάποιων ανθρώπων, είναι τα πιο σπουδαία

  3. Παράθεμα: S For Summer

  4. Carlos Marighella

    Για παρέα… Rainy Day, Dream Away – Jimi Hendrix

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s