Βοήθεια ρε!

Image

 

Στέκομαι στη στάση του λεωφορείου.  Πάω για τη δουλειά. Δίπλα ακριβώς βρίσκεται ένας κάδος καλυμμένος μέχρι απάνω με σκουπίδια. Οι εργαζόμενοι στην καθαριότητα του Δήμου έχουν απεργία περίπου μια βδομάδα. Ένα μικρό ποντίκι βγαίνει κάθε τόσο από το μισοβουλωμένο φρεάτιο και τρέχει προς το σωρό με τις σακούλες. Σκέφτομαι πως το ποντίκι αυτό θα μπορούσε να είναι φίλος μου. Ίσως ακόμα να είχε και ένα όνομα. Να του έδινα εγώ ένα όνομα. Αν ήμουν φυλακισμένος, γεροντοκόρη, ετοιμοθάνατος. Να διέθετα κάποιο είδος απελπισίας τέλος πάντων. Θα βάφτιζα το μικρό μου ποντικάκι Γιώργο. Είναι της μόδας τα ανθρώπινα ονόματα. Δεν είχα ποτέ φίλο Γιώργο. Για στάσου ένα λεπτό! Τώρα που το σκέφτομαι ίσως και να ‘χα κάποιον διπλανό με αυτό το όνομα στο σχολείο που τώρα μπορεί να έχει γίνει μπάτσος, τραβεστί, επαναστάτης ή μη χειρότερα υπάλληλος, πατέρας, τηλεθεατής.

Δεν εργάζομαι σταθερά βράδια. Όποτε γίνεται κάτι μου τηλεφωνούν και κάνω κανένα μεροκάματο. Γιορτές, γενέθλια, αργίες. Είμαι ο άνθρωπος τζουκ-μποξ. Ό,τι θέλει ο λαός. «Ο λαός τραγούδι θέλει, φτάνουν τα προβλήματα». Δύσκολοι καιροί και το αφεντικό κάνει σκόντο από το στυλ που επιχειρεί να χτίσει. Παίζουμε τα πάντα. Μια παρέα γκόμενες, τόσο φτιασιδωμένες που δείχνουν μεγαλύτερες από όσο είναι, ζητούν λάτιν. Σκέφτομαι πως η λάτιν μουσική είναι σαν την πούτσα. Δηλαδή; Δηλαδή δεν έχω γνωρίσει ως τώρα γυναίκα που να μην της αρέσει. Φαίνεται πως είναι η εικόνα που έχουν στο μυαλό τους για τη Λατινική Αμερική. Δροσιστικά ποτά, παραλίες και ημίγυμνοι μελαμψοί χορευτές να τους ψιθυρίζουν γλυκόλογα στο αυτί. Πραξικοπήματα τέλος. Ούτε φαβέλες, μήτε πείνα και πουτανιά. Οι γυναίκες είναι πλάσματα φτιαγμένα για την καλοπέραση. 

Η χειρότερη δουλειά που ‘χω κάνει είναι Dj σε στρηπτιτζάδικο. Όχι κακοπληρωμένη, ούτε δύσκολη. Απλά η χειρότερη. Κάποιοι λένε πως τα κορίτσια αγαπούν τον DJ, του κάνουν τα γλυκά μάτια να τις προσέξει, να τους βάλει το αγαπημένο τους κομμάτι κατά τη διάρκεια της ελεεινής τους χορογραφίας γύρω απ’ τον στύλο. Μπούρδες! Θα μπορούσες να με ρωτήσεις που εργαζόμουν, σε ποιο μαγαζί. Κάπου στη Νίκαια ή στη Λεωφόρο Συγγρού ή πίσω από το Χίλτον. Δεν έχει σημασία. Σκόρπιες γνώσεις μουσικής. Περισσότερες εγκυκλοπαιδικές γνώσεις ώστε να ντύνουν την εισαγωγή και την παρουσίαση των κοριτσιών με γελοίες ατάκες όπως «Ζαΐρα το διαμάντι της Αφρικής» και «Σβετλάνα το λουλούδι των Ουραλίων». Τέτοιες ατάκες αρέσουν στους πελάτες … σπάνε πλάκα καθώς συνεχίζουν να τρώνε τα μεταχειρισμένα φιστίκια τους που’ ναι γεμάτα ίχνη ούρων και σπέρματος. 

Διαβάζω το «Θάνατο του Μπάνι Μανρό» του Νικ Κέιβ που μου πήρε δώρο ένα κορίτσι. Σκέφτομαι πως θα ήταν να έχω γκόμενα την Κάιλι Μινόνγκ αλλά δεν το λέω στο κορίτσι. Θα θυμώσει και θα πάρει το βιβλίο πίσω πριν το τελειώσω κι ας είναι δώρο. Κάπως έτσι εγώ συνεχίζω να γράφω από την Αθήνα κι ο Κέιβ να γράφει για την Αθήνα. Η πόλη είναι το μόνο κοινό που θα μπορούσαμε να έχουμε ποτέ οι δυο μας … Οι γυναίκες ακόμα και οι «κοινές» δεν είναι ποτέ κοινές, δεν είναι μάλλον κανενός, είναι ολότελα ιδιοκτησία του εαυτού τους … 

Πώς να πάρω τη ζωή μου στα σοβαρά; Οι περισσότεροι από εμάς οφείλουμε την ύπαρξή μας σε μια στιγμή καύλας, σε ένα «σε χύνω καριόλα μου» που προηγείται από ένα «να φτιάξω τίποτα να φάμε;». Έτσι ζω, με σαράντα ευρώ νυχτοκάματο απαλλαγμένος από σκέψεις για υποχρεώσεις του μήνα ή φιλόδοξα σχέδια για ταξίδια του χρόνου το Μάη. Αύριο δεν πάω στο μαγαζί, θα απεργήσω, στα κομμάτια τα ευρώ. 

Πριν την πορεία θα στηθώ σε μια ουρά να πάρω καφέ σε πλαστικό ποτήρι. Δίπλα μου θα’ ναι δυο καλοχτενισμένοι τύποι με αστραφτερά χαμόγελα παρέα με μια ξανθιά. Θα ανοίξουν συζήτηση. «Να πας εκεί που σου είπα. Στο Υπουργείο. Είναι φίλος του θείου μου. Κάνε τα χαρτιά σου θα μιλήσω, με λίγο σπρώξιμο θα σε πάρουν.» Οι ίδιοι τύποι το βράδυ θα μπουν στο διαδίκτυο. Θα γράψουν, θα βρίσουν, θα λοιδορήσουν. Θα φωνάζουν για δίκαιο κράτος, για Ευρώπη και μαλακίες. Εγώ θα κοιμηθώ και θα ονειρευτώ πως είμαι σούπερ ήρωας. Πως τάχα μου θα ρίξω μπουνιές στα αστραφτερά τους δόντια και θα φύγω κλέβοντας την ξανθιά συντροφιά τους. Ποντίκια με το όνομα Γιώργος δεν θα κόβουν βόλτες στα σκουπίδια και περιστέρια με διάφορα ανθρώπινα ονόματα δεν θα τρώνε χημικά στη μούρη. Κι αν δεν γίνει έτσι και με ξυπνήσει καμιά βροντή, θα’ ναι παρήγορο που θα γράφονται ακόμη τραγούδια για όλα αυτά. Θα ‘ναι μια βοήθεια. Βοήθεια ρε!

Advertisements

4 Σχόλια

Filed under Uncategorized

4 responses to “Βοήθεια ρε!

  1. Περίεργη ράτσα οι DJ. Σε μόνιμη ασυμφωνία μεταξύ προσωπικού και επαγγελματικού γούστου.
    Το «σε χύνω καριόλα μου» λίγο δύσπεπτο. Ίσως όχι τόσο, όμως, όσο οι φωνές των βολεμένων της τελ. παραγράφου.

  2. τραγούδια που σιγοψιθυρίζουμε πηγαίνοντας στη δουλειά, βλέποντας τους αδέσποτους φίλους μας, ξενυχτώντας, παλεύοντας θα είναι πάντα εδώ, εκεί, στα όνειρά μας και θα μας βοηθάνε

  3. Τόσο συνεκτικό, τόσο αληθινό, τόσο προσωπικό. Τόσο πολλά να σε απασχολούν. Άραγε, τι λύσεις φαντάζεσαι εκτός από υπερηρωικές πράξεις στα όνειρά σου; Κ αν εισακουστούν οι φωνές για βοήθεια, ποιος λες να σπεύσει; Αν και υπάρχουν και εδώ »σούπερ ήρωες». Γι’ αυτό αξίζει να ζει κανείς, είτε για να γίνει ένας από αυτούς, είτε για να δεχτεί την βοήθειά τους. Θα προτιμούσα να είμαι κ εγώ μία. Κ όχι τις απόκριες.

  4. stavri

    Έγραψες πάλι ρε Παντι με τον παραλληλισμό της πούτσας…να σαι καλα, μ έκανες κ γέλασα όπως παλιά!!!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s