Οι κίτρινες πλάκες

Image

 

Λοιπόν το πρόβλημα με τη ζωή είναι ότι κανείς δεν παίρνει την άδειά μάς για να μας φέρει σε αυτήν. Και πως θα μπορούσε άλλωστε, αφού για να το επιτύχει θα πρέπει να διατελέσει μια πράξη κατά την οποία δεν είμαστε παρόντες αλλά ούτε κι απόντες.

 Έτσι σήμερα δήλωσε την παρουσία του στη ζωή από νωρίς. Εδώ πάνω πρέπει να τα ξεκινά όλα νωρίς. Μια απλή βόλτα θέλει σχεδιασμό. Δεν έχουνε μετρό και τέτοια. Τίποτα που να θυμίζει μητροπόλεις, στριμωγμένους γιάπηδες να τρίβονται σε φοιτήτριες φρικιά, κλασσική μουσική στα ηχεία των σταθμών, χαλάρωση, διαλογισμό, φωτεινό πίνακα με χρόνο αναμονής, μοντέρνα τέχνη. Όχι Νέα Υόρκη αλλά ούτε καν Σταθμός Νομισματοκοπείο. 

Τον ξύπνησε η μάνα του με κίνηση της που βούλιαξε τον καναπέ. Κάθισε να πιει το άσπρο γάλα της, ζέστανε τις άσπρες γάμπες της στο σομπάκι. Όλα άσπρα τα ’χει αυτή η γυναίκα. Να μόνο το μαλλί βάφει λίγο κάθε τόσο που βγαίνει ρίζα. Γιατί κοιμάται στον καναπέ; Μα για να βλέπει τηλεόραση. Ρηχός είναι μέσα του σαν ασήμαντος ξερός χείμαρρος καλοκαιριάτικα στην Αττική. Μην κοιτάς που πετάει δέκα λέξεις στη σειρά. Σιγά! Είναι που ‘μαθε τούτη τη δουλειά στην μικρή τοπική εφημερίδα. Ποτέ του δεν πήρε στα σοβαρά ανθρώπους που λένε πως δεν βλέπουν τηλεόραση. Όσοι το κάνουν δεν το λένε. Να θυμηθεί να γράψει ένα γνωμικό με τηλεοράσεις, μετριοφροσύνη και τα λοιπά. Ναι βλέπει τηλεόραση. Ναι μένει με τη μάνα του.

Κάτω στο δρόμο έπεσε πάνω στο Βασίλη, γείτονα και ταξιτζή. Έχει το κακό συνήθειο να του πιάνει την κουβέντα πάνω που βιάζεται. «Πως σου φαίνεται; Σκέφτομαι να το βγάλω». Του ‘δειχνε με το δάχτυλο ένα ελληνικό σημαιάκι στην κεραία του ταξί. «Θα πάρω καμιά κούρσα για πουθενά και θα μου σπάσουν το αμάξι!».Έκανε να τον προσπεράσει, το ξανασκέφτηκε, κοντοστάθηκε και του ‘πε « Αν στο σπάσουν είναι μεγάλοι μαλάκες. Δεν νομίζω πάντως να γίνει τίποτα … αλλά στην κεραία; Είναι σοβαρά πράματα αυτά; Βιάζομαι τώρα, καλημέρα!».

Στην εφημερίδα όλα κυλούσαν αργά. Τα ίδια βαρετά θέματα, η ύλη που πρέπει να βγει. Στην επαρχία δεν συμβαίνει ποτέ τίποτε το συνταρακτικό. «Συνελήφθησαν δύο ημεδαποί με μικροποσότητα κατεργασμένης κάνναβης» και «Σε εκδήλωση του Πανεπιστημίου με θέμα την προσέλκυση Ρώσων τουριστών στην πόλη μας μίλησε ο κύριος δήμαρχος». Η Σύλβια είναι η αρχισυντάκτρια. Μια καυτή 35άρα με σαρκώδη χείλη, λαχταριστά σαν κόκκινο κρέας να τρέχουν τα σάλια κάθε σαρκοφάγου, μικρά στήθη αγάλματος και σφιχτά μπούτια ποδηλάτισσας. Του πρότεινε να αναλάβει μια νέα στήλη για τη σεξουαλική υγεία. Στάθηκε πάνω από το γραφείο του βάζοντας το λεπτό χέρι της στον ώμο του και είπε «να μια καλή ιδέα είναι να ξεκινήσεις με τη στυτική δυσλειτουργία. Θα βρεις πολλά στο ίντερνετ και έρευνες από ξένα Πανεπιστήμια». Εκείνος κούνησε καταφατικά το κεφάλι και αμίλητος όπως ήταν σκέφτηκε να γράψει κάποια στιγμή ένα ποίημα για όλα τα αγόρια που δεν τους σηκώνεται.

Το βράδυ γύρισε σπίτι. Η μάνα του έλειπε. «Για καφέ με την κυρία Τασία» ή κάτι τέτοιο, του το ‘πε το πρωί αλλά δεν της έδωσε σημασία. Τον έπιασε πονοκέφαλος και μοναξιά. Κούμπωσε δυο παυσίπονα, άναψε το θερμοσίφωνα να πλυθεί, γδύθηκε και περίμενε να ζεσταθεί το νερό. Τον πιάσανε καύλες. Τον πιάσανε φόβοι. Εδώ και καιρό σκεφτόταν τα μπούτια της Σύλβιας. Εδώ και καιρό περίμενε τα αποτελέσματα κάποιων εξετάσεων. Πίστεψε πως οι καύλες του οφείλονταν στον φόβο που ένιωθε για την υγεία του κάτι που τον ερέθισε περισσότερο. Ένας αγώνας ταχύτητας με δρομείς την καύλα, τον φόβο και την αηδία τέλειωσε χωρίς νικητή. Μόνο ουρλιαχτά ευχαρίστησης, εκτοξευμένο σπέρμα, λεκέδες παντού! Χτύπησε το κουδούνι κι έκανε γρήγορα να ντυθεί. Μπορεί να είναι η μάνα του. «Βλακείες, η μάνα μου έχει κλειδιά!» είπε. Σπασμωδικές κινήσεις, ταραχή κι εφηβική ντροπή τον δυσκόλεψαν να βρει το βρακί του. Μίλησε στο θυροτηλέφωνο. Ένας ντελιβεράς είχε κάνει λάθος το όνομα της παραγγελίας. Ηρέμησε κι άναψε τσιγάρο. Κάπνισε. Έπειτα μπήκε στο μπάνιο. Πλύθηκε.

Την επομένη ζήτησε από τη Σύλβια άδεια. Το είχε ανάγκη. Βγήκε να περπατήσει. Ήταν Μάρτης και οι μέρες είχαν ζεστάνει, ο κόσμος γυρόφερνε στις πλατείες, οι καφέδες ήταν η μόνη διασκέδαση που ‘χε απομείνει. Στις 15 του μήνα θα έβγαιναν τα αποτελέσματα των εξετάσεων όπως τον είχε ενημερώσει ο γιατρός του. «Φοβού τις ειδούς του Μαρτίου» ψέλλισε μέσα απ ’τα δόντια του, που είχαν γεύση ξινή από τη νικοτίνη και την απλυσιά, καθώς έσερνε τη γλώσσα του πάνω τους. Τρομοκρατήθηκε. Οι πονοκέφαλοι επέστρεψαν. Το κεφάλι του έτριζε σαν πάλλευκο ψυγείο, από κείνα τα παλιά, που βουίζουν τις ζεστές ανοιξιάτικες νύχτες μέσα σε έρημα σπίτια. Κινδύνευε.

Όποιος ήταν τυχερός σε τούτη την ερημιά κατέφευγε για θέματα υγείας στην πρωτεύουσα. Κανείς δεν εμπιστευόταν το μικρό επαρχιακό νοσοκομείο και διάφορες ιστορίες είχαν ακουστεί για ιατρικά λάθη, παράλογες γνωματεύσεις, ελλείψεις σε προσωπικό και υλικό. Σκέφτηκε πως αν ήταν στην Αθήνα θα έμπαινε στο τραμ για μια βόλτα. Αν ένιωθε τον ίδιο κίνδυνο όπως τώρα θα σήκωνε τα μάτια και θα διάβαζε την επιγραφή : 

Σε περίπτωση κινδύνου σύρετε το μοχλό κατά τη φορά του βέλους.

Άσκοπη χρήση διώκεται από το νόμο.

Θα σταματούσε το τραμ και θα πηδούσε έξω αδιαφορώντας για το νόμο. Θα περπατούσε πάνω στην αποβάθρα. Πάνω στη λωρίδα από κίτρινες πλάκες για τους τυφλούς. Θα περπατούσε σαν τους τυφλούς συνεχίζοντας σε όλα τα πεζοδρόμια της πόλης περιμένοντας κάτι να τον φωτίσει όπως περιμένουν οι χριστιανοί το Πάσχα. Το βράδυ θα έμπαινε σε κάποιο από τα εναλλακτικά μπαρ του Κέντρου να πιει. Κάποια στιγμή τα παιδιά που δουλεύουν στην ασφάλεια του μαγαζιού θα πετούσαν έξω, δήθεν ευγενικά, έναν Πακιστανό ανθοπώλη. Οι πελάτες θα συνέχιζαν πίνοντας, μασουλώντας, χαμογελώντας, κοιτώντας κώλους και βυζιά, μέσα στα μοντέρνα ρούχα τους, βουτηγμένοι μέχρι το μεδούλι στην ψευδαίσθησή τους, πως είναι τάχα διαφορετικοί από την πλέμπα και το σωρό. 

Στις 15 του μήνα πήρε στα χέρια του το φάκελο με τις εξετάσεις. Πήρε ένα ταξί που τον άφησε σε ένα δάσος στα όρια της μικρής πόλης, πλάι σε έναν έρημο αρχαιολογικό χώρο. Σκέφτηκε να διαβάσει τα αποτελέσματα, όποια κι αν ήταν αυτά, μέσα στην ομορφιά. Οι ανασκαφές στο αρχαίο θέατρο είχαν μείνει στη μέση εξαιτίας της έλλειψης χρηματοδότησης. Η κρίση χτύπησε τους αρχαιολόγος χειρότερα κι απ’ την ηλίαση. Ωστόσο ένα προκάτ περίπτερο λειτουργούσε ακόμα για τους λιγοστούς επισκέπτες. Ένας ανθρωπάκος κρυβόταν μέσα του, προσφέροντας καφέ, τοστ, νερά και ενημερωτικά φυλλάδια για τα αρχαιολογικά ευρήματα. Προμηθεύτηκε καφέ κι άρπαξε ένα από τα φυλλάδια. Κάθισε σε μια πέτρα κι έσκισε το φάκελο με τα αποτελέσματα των εξετάσεων, διάβασε προσεκτικά από μέσα του. « Όλα καλά!» φώναξε ανακουφισμένος. Ρούφηξε δυο γουλιές καφέ κι άνοιξε το φυλλάδιο τυχαία στην τρίτη σελίδα. Διάβασε ξανά :

«Ίσμαρος. Όνομα ενός νέου πρίγκιπα της Θράκης. Σύμφωνα με τη μυθολογία ο Ίσμαρος πέθανε πολύ νέος έπειτα από τον γάμο του με την κόρη του βασιλιά Τεγύριου.»

«Κάποιος δεν είχε τη δική μου τύχη» σκέφτηκε χαμογελώντας. Ύστερα χτύπησε το τηλέφωνο. Η φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής μίλησε. «Να ‘ρθεις ρε τώρα που ‘ναι Μάρτης, να κάτσουμε σε έναν καφενέ να ακούσουμε το Σου μι τζου, να σου μιλώ για φίλους και για γλάρους και για κείνη την κοπέλα που ερωτεύτηκα κι είναι στα ξένα. Να βάζω εγώ τα ούζα. Να κάνω το σερβιτόρο, να κάνεις τον ακροατή!». ‘Ηταν ο Μίμης, ο μοναδικός του φίλος. 

Advertisements

2 Σχόλια

Filed under Uncategorized

2 responses to “Οι κίτρινες πλάκες

  1. …γιατί σε τελική ανάλυση οι φίλοι (πάλι) θα μας σώσουν…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s