Monthly Archives: Μαΐου 2013

Τα δύο άκρα του Κόλπου

Image

«Life’s really a chocolate box –
some do without – others have plenty.»

Martin Walkyier

Τούτη την εποχή, τούτη την ώρα, κάθε ζεστό απόγευμα, το όρος Αιγάλεω πλέκει γύρω απ’ το λαιμό του τις πορτοκαλιές γιρλάντες του ήλιου, τις αφήνει να ξετυλιχτούν πάνω στις άναρχες πολιτείες, να ξαπλώσουν πάνω τις τσιμεντένιες ταράτσες, ώσπου να φτάσουν στη θάλασσα να δροσιστούν. Είναι η αγαπημένη ώρα των χρυσόψαρων ανθρώπων, μικρή ώρα, λίγη. Μοιάζει με τζούρα τσιγάρου και καφέ σε μακρόστενο καλοκαιριάτικο μπαλκόνι. Η ώρα που η δύστυχη άσφαλτος καταφέρνει να ανασάνει μετά το πολύωρο μαρτύριό της, ώσπου να τη σκεπάσει η νύχτα, το σκοτάδι. Πίσσα πάνω στην πίσσα.

Η χαρά των φτωχών είναι το λιμάνι. Η διασκέδασή τους. Απλό και κυρίως δωρεάν. Όχι τζάμπα … δωρεάν! Με λίγη φαντασία το λιμάνι γίνεται θέατρο και σινεμά κι εστιατόριο αν το θελήσεις. Πατείς με πατώ σε κάθε απόγευμα στη μπούκα. Αμάξια, παπάκια και κακό! Κουβαλούν καρέκλες, σκαμνάκια και σαιζλόνγκ. Κάποιοι κάθονται σε φέτες φελιζόλ που τις πουλά ένας δόλιος κι άλλοι στις μπίντες που δένουν τα βαπόρια. Καράβι μπαίνει – καράβι βγαίνει και να σου οι επιδοκιμασίες και τα ζήτω για τους έξοχους χειρισμούς και ελιγμούς του καπετάνιου. Οι περισσότεροι μοιράζονται τα τελευταία τσιγάρα, οι περισσότεροι εδώ ψαρεύουν. Έχουν και σωματείο, άτυπο μεν αλλά με πρόεδρο, αντιπρόεδρο και το καταστατικό στα λόγια και στη μπέσα, προφορικό. «Πρόεδρός» του ο Σταμάτης, ο καλύτερος στο ψάρεμα με καλάμι, αμόρφωτος μα διαβασμένος. Έχει ρουφήξει στη ζωή του εγκυκλοπαίδειες και ντοκιμαντέρ. Ο Σταμάτης έχει ένα όνειρο. «Με τα λεφτά του εφάπαξ θα πάω στο Περού, θα πάρω και την κυρά μαζί. Στο Μάτσου Πίτσου και στο Κούσκο, την αρχαία πρωτεύουσα των Ίνκας!» Προς το παρόν ο Σταμάτης αντί για το Κούσκο πάει κάθε μέρα εργάτης στην COSCO.

Ο ήλιος δύει, τα τελευταία πλοία για Κρήτη και Κυκλάδες χάνονται απ’ τα μάτια. Στην οροφή ενός κτηρίου ναυτιλιακής έχει απομείνει ο σκουριασμένος σκελετός μιας διαφημιστικής πινακίδας, η αφίσα ξηλωμένη από καιρό, μονάχα μερικά πουλιά κάθονται κει πάνω σα να αποχαιρετούν τα πλοία και τη μέρα. Οι άνθρωποι αποχωρούν μέχρι το επόμενο ραντεβού. Πίσω τους το τεράστιο εγκαταλελειμμένο Σιλό του Πειραιά. Την όψη του κρύβει ένα παλιό, ξεθωριασμένο, γιγαντιαίο πανό του Οργανισμού Τουρισμού από την εποχή της Ολυμπιάδας. Το Σιλό όμως στέκει, είναι εκεί, κρύβεται όπως κάθε τι άσχημο στη ζωή τους που δεν μπορούν να θάψουν.

Στο άλλο άκρο του Σαρωνικού τα ίδια. Κακός χαμός! Ιδρωμένοι σερβιτόροι, το πουκάμισο μακρύ μανίκι κι ας είναι καλοκαίρι, τρέχουν να εξυπηρετήσουν τις ορδές των πελατών. Είναι η ώρα που αδειάζουν οι παραλίες. Είναι η ώρα που στρώνονται τα τραπέζια στα καφέ και στις ταβέρνες. Γαμάτοι μπαμπάδες, γαμάτες μαμάδες, γαμάτα παιδιά. Γαμάτα αυτοκίνητα, γαμάτα μαγιό, γαμάτα παιχνίδια. Το μέρος σφύζει από ζωή, ξεχειλίζει από ευτυχία. Ψεύτικη ή αληθινή, δεν μπορείς να ξέρεις την ευτυχία του καθενός, ξέρεις μονάχα πως ξεχειλίζει. Όπως ξεχειλίζουν οι σακούλες με τα ψώνια, οι πιατέλες με τα φαγητά, τα ποτήρια απ’ τα ποτά,  τα τασάκια απ’ τα τσιγάρα, τα πορτοφόλια απ’ τα λεφτά. Όλα ξέχειλα όπως και η εποχή μας. «Δεν υπάρχει αστική τάξη στην Ελλάδα!» θα ακουστεί δυνατά κι εκνευρισμένα σε κάποια λογομαχία, από κάποιο τραπέζι, από κάποιο στόμα που μόλις έφαγε.

Μα οι ποιητές δεν θα γράψουν ποτέ για την ομορφιά γιατί έχουν χρέος στην αλήθεια. Δεν θα εμπνευστούν από τις πλατειές λεωφόρους με το γκαζόν και τους φοίνικες στη διαχωριστική νησίδα, μήτε από τις χρυσαφένιες ακτές που πάνω τους κείτονται ανέμελα και γελαστά τα πότε άδολα και πότε πονηρά κορίτσια με τα χρυσαφένια τους μαλλιά. Θα βγουν και θα μιλήσουν για τα λιπάσματα και τα τσιμέντα και για κείνη τη μικρή νησίδα πιο πέρα από τη μπούκα του λιμανιού που όταν φυσά προς τα δω και κάνει ζέστη, όπως και τώρα, ζέχνει και βρωμά. Γιατί σε εκείνη τη νησίδα καταλήγουν τα σκατά όλων μας, και των αποδώ και των αποκεί. Και των δύο άκρων του Κόλπου … των μόνων άκρων που υπάρχουν. Πράξη, όχι θεωρία!

*Φωτογραφία Φοίβος Βουδούρης «Πειραιάς Λιμάνι, δύση»

2 Σχόλια

Filed under Uncategorized

Άτιτλο Ποίημα

Image

Κόντρα

στους πολλούς

αγαπούσε τα μικρά βυζιά.

Ήθελε να ζει υπήκοος

στην

Αυτοκρατορία του μικρού στήθους.

Τη μόνη

που ποτέ δεν θα πέσει !

Προτού να αποκτήσει

μαθητές

κι

οπαδούς

πριν τα κηρύγματα και τις επικίνδυνες διδασκαλίες

βρέθηκε σφαγμένος.

Ιατροδικαστής,

πληγές εξήντα,

αιχμηρό αντικείμενο,

πιθανόν  νυστέρι …

έτσι ξηγιέται η

 Ένωση Πλαστικών Χειρούργων.

Σχολιάστε

Filed under Uncategorized

Η σπονδυλωτή ανάγκη

Image

Στέκεται στη νησίδα απέναντι απ’ το Χίλτον. Στο πράσινο κάθεται στο μικρό πτυσσόμενο καρεκλάκι που’ χει μαζί του. Στο κόκκινο περπατά ανάμεσα στα αμάξια, χαμογελά, χαιρετά φέρνοντας την παλάμη του σε απόσταση δύο εκατοστών πριν το τζάμι. Στο άλλο χέρι κρατά μια σακούλα γιομάτη αναπτήρες, στυλό, πακέτα χαρτομάντιλα. Όταν οι διερχόμενοι οδηγοί δεν θέλουν ή δεν μπορούν να αγοράσουν κάτι ζητά τσιγάρο. Η καύτρα του καίει συχνά τα μακριά άσπρα μούσια του. Η μυρωδιά της καμένης τρίχας πνίγει τον αέρα. Είναι η πιο δύσοσμη μυρωδιά στην περιοχή του Χίλτον. Η πιο δύσοσμη μυρωδιά ανάμεσα στις κολόνιες των καλών κυριών και των φιλόδοξων δεσποινίδων. Ένα ζευγάρι που γυρίζει από διασκέδαση βρίσκεται μέσα στο πολυτελές του αυτοκίνητο. Ο άντρας κατεβάζει αργά το τζάμι, δίνει ένα ευρώ και λέει «Πάρε φίλε, αλλά δεν χρειάζομαι χαρτομάντιλα, κράτα τα!». Η γυναίκα του τον μαλώνει. «Μην το ξανακάνεις αυτό. Δουλεύει ο άνθρωπος, δεν ζητιανεύει! Κάτι πουλάει!». «Όλοι κάτι πουλάμε στη ζωή» θα πει ο άντρας σχηματίζοντας στα χείλη του ένα αλλόκοτο χαμόγελο, έχοντας την πεποίθηση πως μόλις ξεστόμισε κάτι σοφό ή έστω κάτι έξυπνο. Πριν το κέρμα βρεθεί στην τσέπη του παραλήπτη, το πράσινο έχει ανάψει, το αυτοκίνητο μαρσάρει, επιταχύνει, θα εξαφανιστεί στους φωτισμένους δρόμους της πόλης. Ο παραλήπτης του κέρματος θα χαμογελάσει ξανά, θα ανάψει μια γόπα καίγοντας ξανά τα μούσια του. Πάει καιρός που έχει να ντραπεί. Σταμάτησε να ντρέπεται όταν άρχισε να ξεχνά τις φάτσες των διερχόμενων οδηγών.

Στη γέφυρα απέναντι από το λιμάνι τα μαγαζάκια με τα είδη αλιείας έχουν κλείσει από καιρό. Στη θέση τους άνοιξαν μικρά γραφεία τουρισμού και πρακτορεία λεωφορείων. TIRANA – DURRES – TEPELENI. Ευκατάστατοι Αλβανοί συζητούν, καπνίζουν, διαβάζουν. Περιμένουν να φτάσει η ώρα της αναχώρησης. Κάποιοι φεύγουν για ολιγοήμερες διακοπές κι άλλοι επιστρέφουν στον τόπο τους για πάντα γεμάτοι κομπόδεμα. Ανάμεσα στις μπαγκαζιέρες των πούλμαν κινείται σκυφτός ένας ανθρωπάκος. Οι ταξιδιώτες τον φωνάζουν Σταν, του ‘χουν δώσει αυτό το όνομα, άλλοι για να τον κοροϊδέψουν κι άλλοι για δική τους ευκολία, καθώς ξεχνούν από ποια ασιατική χώρα με κατάληξη «–σταν» κατάγεται. Αυτός αθώος κι αγαθός όπως είναι, χαίρεται με το νέο, εύηχο όνομά του που ακούγεται πιο ευρωπαϊκό. Έχει μάλιστα αναγκάσει μερικούς από τους συμπατριώτες του να τον αποκαλούν έτσι. «Μια νέα ζωή θέλει κι έναν νέο όνομα» συνηθίζει να λέει. Η ώρα της αναχώρησης έχει φτάσει. Ο Σταν θα ανέβει τα τρία σκαλοπάτια του πούλμαν και θα βρεθεί στο στενό διάδρομο ανάμεσα στις θέσεις των ταξιδιωτών. Θα μιλήσει σε σπαστά ελληνικά «Είμαι άνθρωπος που βοηθάει βαλίτσες. Βγάζω ψωμί μου. Παρακαλώ χρήματα για κόπο μου. Ευχαριστώ!» Τα σπαστά ελληνικά είναι η εσπεράντο οποιουδήποτε μοχθεί σε αυτόν τον τόπο. Το λεωφορείο έχει ξεκινήσει το μακρύ του ταξίδι, ο Σταν συνεχίζει να κουβαλά φορτώνοντας νέα πούλμαν που καταφθάνουν συνεχώς. Καθώς κουβαλά έχει το βλέμμα στραμμένο στη γη … αχθοφόρος μα και άχθος αρούρης.

«Τα πτυχία μου» έλεγε και ξανάλεγε «τα χαρτιά μου» καθώς ανέβαινε στο κατάστρωμα του γρι-γρι, γραμμή για Λιβυκό πέλαγος. Αυτός, ένας Έλληνας ακόμα και τρεις Αιγύπτιοι αλιεργάτες όλο το πλήρωμα. Άδειες χειρισμού για κλαρκ, μπουλντόζες και γερανούς, επαγγελματικά διπλώματα όλων των κατηγοριών. Τούτα είναι τα μόνα «πτυχία» με κάποια αξία στον πυρηνικό χειμώνα της ανεργίας, αυτά ήταν τα χαρτιά του. Τρεις μήνες πριν πήρε στα χέρια του και το ναυτικό φυλλάδιο κάνοντας δεκαπέντε μέρες στον Ασπρόπυργο, σωστικά-πυροσβεστικά. Είχε στόχο να μπαρκάρει με κάποιο βαπόρι, προσωπικό ασφαλείας. Είχε ακούσει πως οι ναυτιλιακές πληρώνουν καλά πρώην έφεδρους αξιωματικούς για να φρουρούν τα πλοία από τους πειρατές στον Κόλπο του Άντεν και στην Ερυθρά. Κάπως έτσι βρέθηκε εδώ … ψαράς στο γρι-γρι, να κυνηγά γαρίδες αντί για πειρατές. Προσπάθησε και παλιότερα να χρησιμοποιήσει τη στρατιωτική του θητεία με κάποιο τρόπο. Δυο φορές απέτυχε στο διαγωνισμό για τους ειδικούς φρουρούς της Αστυνομίας. Του ‘λειπε μπόι, του περίσσευε μυωπία. «Ούτε κωλόμπατσος δεν μπόρεσες να γίνεις» του φώναξε σε έναν άγριο οικογενειακό καυγά ο μικρότερος, σπουδαγμένος αδερφός του, που ‘χει περάσει από καιρό με τη μεριά των εξεγερμένων. Την πρώτη βδομάδα πάνω στο αλιευτικό τον ταλαιπώρησε η ναυτία. Ξερνούσε απ’ τη φουσκοθαλασσιά, την ψαρίλα και τις άγριες ματιές των Αιγυπτίων. Το πρώτο βράδυ της δεύτερης βδομάδας χάθηκε στη θάλασσα.

Η Λίτσα απ’ τον Κορυδαλλό περπατά και τρίζουν οι πλάκες και τα πεζοδρόμια της Πλατείας Ελευθερίας. Τα αυτοκίνητα που κάνουν το γύρο της πλατείας σταματούν και κορνάρουν. Οι σερβιτόροι που πηγαινοέρχονται διασχίζοντας την απόσταση καφετέρια-τραπέζια πλατείας, σταματούν απότομα να τη θαυμάσουν. Δίσκοι πέφτουν, ποτήρια σπάνε, καφέδες και νερά τρέχουν στην κατηφόρα. Η Λίτσα έχει άνεργη κοντά μισό χρόνο. Θα μπορούσε να τα μασάει απ’ τους γκόμενους αλλά όσο όμορφη είναι άλλο τόσο είναι και σεμνή. Η κυρά-Τασία η μάνα της, γυναίκα της εκκλησίας την έχει δασκαλέψει «Πρόσεχε μωρή, μη σε βάλει η γειτονιά στο στόμα της ότι στα ακουμπάνε οι άντρες, μαύρη θα σε κάνω!». Ένα πρωί μια περίεργη αγγελία έπεσε στα χέρια της. «Ζητείται κοπέλα εξαιρετικής ομορφιάς, αυστηρά λαϊκής καταγωγής, για παραγωγή κινηματογραφικού, καλλιτεχνικού σποτ». Η Λίτσα θεώρησε πως έχει τα προσόντα και σχημάτισε τον αριθμό του τηλεφώνου. Δυο μέρες μετά βρέθηκε στο στούντιο ενός κινηματογραφιστή. Ρόλος της … να διαβάζει μπροστά στην κάμερα ένα βιβλίο παλπ λογοτεχνίας, την ώρα που ο βοηθός του σκηνοθέτη, κρυμμένος κάτω από το γραφείο, θα τοποθετεί ανάμεσα στα σκέλια της έναν δονητή. Με τις κατάλληλες ρυθμίσεις στην κάμερα, επιδέξιους χειρισμούς και κοντινά πλάνα στους μύες του προσώπου, ο κινηματογραφιστής κατέγραψε σταδιακά την τραυλή ανάγνωση από την ύπουλη και λάγνα δουλειά του ψεύτικου πλαστικού φαλλού, με κορύφωση μια πλημμυρίδα πνιχτών γέλιων και ηδονικών βλεμμάτων. Το βίντεο θα ανέβει σε Θεσσαλονίκη και Δράμα, θα ταξιδέψει, θα λάβει μέρος στα μεγάλα διεθνή φεστιβάλ του εξωτερικού. Οι κριτικοί θα το αγκαλιάσουν, θα το υποδεχτούν με διθυραμβικά σχόλια. Ο δημιουργός του θα στεφανωθεί με δόξα. Στην άσημη πρωταγωνίστρια Λίτσα, τη στάρλετ της μιας μέρας θα απομείνει μονάχα η αμοιβή της. Τριακόσια ευρώ … να καλύψουν όσα από τα έξοδα του μήνα μπορέσουν.

Οι τρομοκράτες αγαπούν τις ροκ μπαλάντες. «Δεν υπάρχει αγάπη στην καρδιά της πόλης» τραγουδούν. Στην καρδιά της πόλης υπάρχει μόνο ανάγκη. Ανάγκη των ανθρώπων να δουλέψουν. Ανάγκη των ανθρώπων να επιβιώσουν. Πριν να κυριαρχήσει ο Έρωτας, στα πράγματα θα βασιλεύει μόνο η Ανάγκη.

2 Σχόλια

Filed under Uncategorized