Η σπονδυλωτή ανάγκη

Image

Στέκεται στη νησίδα απέναντι απ’ το Χίλτον. Στο πράσινο κάθεται στο μικρό πτυσσόμενο καρεκλάκι που’ χει μαζί του. Στο κόκκινο περπατά ανάμεσα στα αμάξια, χαμογελά, χαιρετά φέρνοντας την παλάμη του σε απόσταση δύο εκατοστών πριν το τζάμι. Στο άλλο χέρι κρατά μια σακούλα γιομάτη αναπτήρες, στυλό, πακέτα χαρτομάντιλα. Όταν οι διερχόμενοι οδηγοί δεν θέλουν ή δεν μπορούν να αγοράσουν κάτι ζητά τσιγάρο. Η καύτρα του καίει συχνά τα μακριά άσπρα μούσια του. Η μυρωδιά της καμένης τρίχας πνίγει τον αέρα. Είναι η πιο δύσοσμη μυρωδιά στην περιοχή του Χίλτον. Η πιο δύσοσμη μυρωδιά ανάμεσα στις κολόνιες των καλών κυριών και των φιλόδοξων δεσποινίδων. Ένα ζευγάρι που γυρίζει από διασκέδαση βρίσκεται μέσα στο πολυτελές του αυτοκίνητο. Ο άντρας κατεβάζει αργά το τζάμι, δίνει ένα ευρώ και λέει «Πάρε φίλε, αλλά δεν χρειάζομαι χαρτομάντιλα, κράτα τα!». Η γυναίκα του τον μαλώνει. «Μην το ξανακάνεις αυτό. Δουλεύει ο άνθρωπος, δεν ζητιανεύει! Κάτι πουλάει!». «Όλοι κάτι πουλάμε στη ζωή» θα πει ο άντρας σχηματίζοντας στα χείλη του ένα αλλόκοτο χαμόγελο, έχοντας την πεποίθηση πως μόλις ξεστόμισε κάτι σοφό ή έστω κάτι έξυπνο. Πριν το κέρμα βρεθεί στην τσέπη του παραλήπτη, το πράσινο έχει ανάψει, το αυτοκίνητο μαρσάρει, επιταχύνει, θα εξαφανιστεί στους φωτισμένους δρόμους της πόλης. Ο παραλήπτης του κέρματος θα χαμογελάσει ξανά, θα ανάψει μια γόπα καίγοντας ξανά τα μούσια του. Πάει καιρός που έχει να ντραπεί. Σταμάτησε να ντρέπεται όταν άρχισε να ξεχνά τις φάτσες των διερχόμενων οδηγών.

Στη γέφυρα απέναντι από το λιμάνι τα μαγαζάκια με τα είδη αλιείας έχουν κλείσει από καιρό. Στη θέση τους άνοιξαν μικρά γραφεία τουρισμού και πρακτορεία λεωφορείων. TIRANA – DURRES – TEPELENI. Ευκατάστατοι Αλβανοί συζητούν, καπνίζουν, διαβάζουν. Περιμένουν να φτάσει η ώρα της αναχώρησης. Κάποιοι φεύγουν για ολιγοήμερες διακοπές κι άλλοι επιστρέφουν στον τόπο τους για πάντα γεμάτοι κομπόδεμα. Ανάμεσα στις μπαγκαζιέρες των πούλμαν κινείται σκυφτός ένας ανθρωπάκος. Οι ταξιδιώτες τον φωνάζουν Σταν, του ‘χουν δώσει αυτό το όνομα, άλλοι για να τον κοροϊδέψουν κι άλλοι για δική τους ευκολία, καθώς ξεχνούν από ποια ασιατική χώρα με κατάληξη «–σταν» κατάγεται. Αυτός αθώος κι αγαθός όπως είναι, χαίρεται με το νέο, εύηχο όνομά του που ακούγεται πιο ευρωπαϊκό. Έχει μάλιστα αναγκάσει μερικούς από τους συμπατριώτες του να τον αποκαλούν έτσι. «Μια νέα ζωή θέλει κι έναν νέο όνομα» συνηθίζει να λέει. Η ώρα της αναχώρησης έχει φτάσει. Ο Σταν θα ανέβει τα τρία σκαλοπάτια του πούλμαν και θα βρεθεί στο στενό διάδρομο ανάμεσα στις θέσεις των ταξιδιωτών. Θα μιλήσει σε σπαστά ελληνικά «Είμαι άνθρωπος που βοηθάει βαλίτσες. Βγάζω ψωμί μου. Παρακαλώ χρήματα για κόπο μου. Ευχαριστώ!» Τα σπαστά ελληνικά είναι η εσπεράντο οποιουδήποτε μοχθεί σε αυτόν τον τόπο. Το λεωφορείο έχει ξεκινήσει το μακρύ του ταξίδι, ο Σταν συνεχίζει να κουβαλά φορτώνοντας νέα πούλμαν που καταφθάνουν συνεχώς. Καθώς κουβαλά έχει το βλέμμα στραμμένο στη γη … αχθοφόρος μα και άχθος αρούρης.

«Τα πτυχία μου» έλεγε και ξανάλεγε «τα χαρτιά μου» καθώς ανέβαινε στο κατάστρωμα του γρι-γρι, γραμμή για Λιβυκό πέλαγος. Αυτός, ένας Έλληνας ακόμα και τρεις Αιγύπτιοι αλιεργάτες όλο το πλήρωμα. Άδειες χειρισμού για κλαρκ, μπουλντόζες και γερανούς, επαγγελματικά διπλώματα όλων των κατηγοριών. Τούτα είναι τα μόνα «πτυχία» με κάποια αξία στον πυρηνικό χειμώνα της ανεργίας, αυτά ήταν τα χαρτιά του. Τρεις μήνες πριν πήρε στα χέρια του και το ναυτικό φυλλάδιο κάνοντας δεκαπέντε μέρες στον Ασπρόπυργο, σωστικά-πυροσβεστικά. Είχε στόχο να μπαρκάρει με κάποιο βαπόρι, προσωπικό ασφαλείας. Είχε ακούσει πως οι ναυτιλιακές πληρώνουν καλά πρώην έφεδρους αξιωματικούς για να φρουρούν τα πλοία από τους πειρατές στον Κόλπο του Άντεν και στην Ερυθρά. Κάπως έτσι βρέθηκε εδώ … ψαράς στο γρι-γρι, να κυνηγά γαρίδες αντί για πειρατές. Προσπάθησε και παλιότερα να χρησιμοποιήσει τη στρατιωτική του θητεία με κάποιο τρόπο. Δυο φορές απέτυχε στο διαγωνισμό για τους ειδικούς φρουρούς της Αστυνομίας. Του ‘λειπε μπόι, του περίσσευε μυωπία. «Ούτε κωλόμπατσος δεν μπόρεσες να γίνεις» του φώναξε σε έναν άγριο οικογενειακό καυγά ο μικρότερος, σπουδαγμένος αδερφός του, που ‘χει περάσει από καιρό με τη μεριά των εξεγερμένων. Την πρώτη βδομάδα πάνω στο αλιευτικό τον ταλαιπώρησε η ναυτία. Ξερνούσε απ’ τη φουσκοθαλασσιά, την ψαρίλα και τις άγριες ματιές των Αιγυπτίων. Το πρώτο βράδυ της δεύτερης βδομάδας χάθηκε στη θάλασσα.

Η Λίτσα απ’ τον Κορυδαλλό περπατά και τρίζουν οι πλάκες και τα πεζοδρόμια της Πλατείας Ελευθερίας. Τα αυτοκίνητα που κάνουν το γύρο της πλατείας σταματούν και κορνάρουν. Οι σερβιτόροι που πηγαινοέρχονται διασχίζοντας την απόσταση καφετέρια-τραπέζια πλατείας, σταματούν απότομα να τη θαυμάσουν. Δίσκοι πέφτουν, ποτήρια σπάνε, καφέδες και νερά τρέχουν στην κατηφόρα. Η Λίτσα έχει άνεργη κοντά μισό χρόνο. Θα μπορούσε να τα μασάει απ’ τους γκόμενους αλλά όσο όμορφη είναι άλλο τόσο είναι και σεμνή. Η κυρά-Τασία η μάνα της, γυναίκα της εκκλησίας την έχει δασκαλέψει «Πρόσεχε μωρή, μη σε βάλει η γειτονιά στο στόμα της ότι στα ακουμπάνε οι άντρες, μαύρη θα σε κάνω!». Ένα πρωί μια περίεργη αγγελία έπεσε στα χέρια της. «Ζητείται κοπέλα εξαιρετικής ομορφιάς, αυστηρά λαϊκής καταγωγής, για παραγωγή κινηματογραφικού, καλλιτεχνικού σποτ». Η Λίτσα θεώρησε πως έχει τα προσόντα και σχημάτισε τον αριθμό του τηλεφώνου. Δυο μέρες μετά βρέθηκε στο στούντιο ενός κινηματογραφιστή. Ρόλος της … να διαβάζει μπροστά στην κάμερα ένα βιβλίο παλπ λογοτεχνίας, την ώρα που ο βοηθός του σκηνοθέτη, κρυμμένος κάτω από το γραφείο, θα τοποθετεί ανάμεσα στα σκέλια της έναν δονητή. Με τις κατάλληλες ρυθμίσεις στην κάμερα, επιδέξιους χειρισμούς και κοντινά πλάνα στους μύες του προσώπου, ο κινηματογραφιστής κατέγραψε σταδιακά την τραυλή ανάγνωση από την ύπουλη και λάγνα δουλειά του ψεύτικου πλαστικού φαλλού, με κορύφωση μια πλημμυρίδα πνιχτών γέλιων και ηδονικών βλεμμάτων. Το βίντεο θα ανέβει σε Θεσσαλονίκη και Δράμα, θα ταξιδέψει, θα λάβει μέρος στα μεγάλα διεθνή φεστιβάλ του εξωτερικού. Οι κριτικοί θα το αγκαλιάσουν, θα το υποδεχτούν με διθυραμβικά σχόλια. Ο δημιουργός του θα στεφανωθεί με δόξα. Στην άσημη πρωταγωνίστρια Λίτσα, τη στάρλετ της μιας μέρας θα απομείνει μονάχα η αμοιβή της. Τριακόσια ευρώ … να καλύψουν όσα από τα έξοδα του μήνα μπορέσουν.

Οι τρομοκράτες αγαπούν τις ροκ μπαλάντες. «Δεν υπάρχει αγάπη στην καρδιά της πόλης» τραγουδούν. Στην καρδιά της πόλης υπάρχει μόνο ανάγκη. Ανάγκη των ανθρώπων να δουλέψουν. Ανάγκη των ανθρώπων να επιβιώσουν. Πριν να κυριαρχήσει ο Έρωτας, στα πράγματα θα βασιλεύει μόνο η Ανάγκη.

Advertisements

2 Σχόλια

Filed under Uncategorized

2 responses to “Η σπονδυλωτή ανάγκη

  1. Το ερώτημα είναι «Θα κυριαρχήσει ποτέ ο Έρωτας?»

  2. «Δεν υπάρχει αγάπη στην καρδιά της πόλης» – Η αγάπη πρέπει να εφευρεθεί ξανά.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s