Monthly Archives: Ιουνίου 2013

Το ψωμί κι εσύ

Image

«Πολύ θα ήθελα να μάθω νέα σου … πως τα περνάς;»

«Όλο μου το σώμα πονεί από επιθυμία. Σκέπτομαι πως μπορεί να σε κρατήσω γυμνή απάνω μου και όλα χάνουνται, όπου και να βρίσκομαι, ό,τι και να κάνω. Είναι αστείο κάποτε να βλέπω τον εαυτό μου σαν έναν υπνοβάτη ή σαν έναν τυφλό που σε ψάχνει με τις παλάμες απλωμένες και με τα μάτια κλειστά. Είμαι ελεεινά καυλωμένος, χρυσό, και δε σκέπτομαι τίποτε άλλο παρά πώς να σε γαμήσω ατέλειωτα μια ολόκληρη νύχτα. Και δεν μπορώ να σου γράψω αλλιώς.»*

Πώς να έκανα αλλιώς; Πως θα μπορούσα; Τα έχανα, το χέρι μου έτρεμε, δεν ήξερα τι να γράψω, πώς να γράψω, ποιες λέξεις να ταιριάξω όμορφα στο χαρτί, λέξεις που να ουρλιάζουν μέσα απ’ τα σωθικά της επιθυμίας μου. Έτσι λοιπόν έψαχνα όλη μέρα χωμένος σε βιβλία ποιητών. Αυτοί ήταν σίγουρα πιο αρμόδιοι από εμένα να απαντήσουν με δικά τους λόγια σε κάθε της επιστολή. «Εγώ σιωπώ» έγραψα στο τελευταίο δικό μου γράμμα, μια σιωπή άσπαστη και ιερή σαν τάμα  «από δω και μπρος τον λόγο θα ‘χουν οι ποιητές». Εξουσιοδότηση!

Δεν εργαζόμουν. Ούτε χαμαλίκι ούτε τέχνη, διαχωρισμοί σε χειρώνακτες και πνευματικούς. Σώμα και μυαλό απασχολούσε, ταλαιπωρούσε, ίδρωνε και κούραζε μονάχα η επιθυμία μου. Αν με κάποιου είδους μαγεία καταφέρω να αφαιρέσω τη δουλειά και την τέχνη από τούτη τη ζωή τότε τι άλλο μένει εκτός από την ερωτική επιθυμία; Αυτά κι άλλα πολλά έλεγα και ξανάλεγα μέσα μου ώστε να παραπλανήσω τον εαυτό μου να μείνει μακριά από τις άλλες πηγές της ζωής, πως καλά είναι κι έτσι. Δεν τα κατάφερνα, δεν ξεγελιόμουν. Ήθελα να βρίσκομαι κοντά στους ανθρώπους της δουλειάς, να ‘χω κι εγώ μια ζωή πιο κανονική.

Είχα βγάλει μια κάρτα απεριορίστων διαδρομών για όλα τα μέσα. Έτσι κάθε πρωί ξεκινούσε η δική μου, ιδιαίτερη, ψεύτικη και πλαστή «εργάσιμη μέρα». Στριμωχνόμουν σε βαγόνια συρμών και σε χειρολαβές λεωφορείων. Πλάι στα κορίτσια των γραφείων, με τις γόβες και τις φούστες της δουλειάς, τα αρώματά τους, τα καλοχτενισμένα μαλλιά, που έβαζαν τις τελευταίες πινελιές του μακιγιάζ τους με μικρά καθρεφτάκια κατά τη διάρκεια της διαδρομής. Όρθιος δίπλα στα στελέχη και τους γιάπηδες τραπεζών και ομίλων που χασμουριόντουσαν κρατώντας δυνατούς καφέδες κι ακριβά τηλέφωνα. Έδινα τα ψιλά μου στους πλανόδιους δεξιοτέχνες με τα ακορντεόν που κρατούσαν συντροφιά στο επιβατικό κοινό. Τούτο το όργανο με τη νοσταλγική του μουσική είναι οτιδήποτε κοντινότερο έχει κατασκευάσει το ανθρώπινο χέρι σε χρονομηχανή. Αποβιβαζόμουν και περπατούσα, την έπεφτα στα πολυκαταστήματα καλλυντικών και γυναικείων ρούχων. Ήταν τα μόνα μέρη που μπορούσα να βρω μαζεμένες τόσες γυναίκες. Να θαυμάσω, να αφαιρεθώ, να φαντασιωθώ. Να κλείσω τα μάτια μου και να νομίσω πως ακούω από τα ηχεία του καταστήματος το προειδοποιητικό μήνυμα:

«Αγαπητοί πελάτες σας ενημερώνουμε ότι το κατάστημά μας θα κλείσει σε 15 λεπτά. Σας παρακαλούμε να συντομεύσετε τις αγορές σας!».

Πως τάχα μου κρύβομαι παρέα με κάμποσες γυναίκες και κάνουμε έρωτα ομαδικό μέσα στο άδειο, σκοτεινό και κλειδωμένο πολυκατάστημα. Συνερχόμουν! Άνοιγα τα μάτια μου κι ανέβαινα στον όροφο με τα παιδικά. Παντού μαμάδες και νέα ζευγάρια με δίδυμα παιδάκια. Οι γεννήσεις διδύμων είχαν αυξηθεί τα τελευταία χρόνια. Τριχίλιαρα τα ευρώ στις εξωσωματικές της ματαιοδοξίας. Για κάποιους πρώτα καριέρα και μετά παιδί. Για κάποιους άλλους πρώτα επιβίωση και μετά όλα τ’ άλλα. Συνέχιζα ως αργά, πότης και παρατηρητής. Μια νύχτα γυρνούσα με πόνους, κάτω από την πόρτα μου νέος φάκελος, ίδιο γράμμα.

«Πολύ θα ήθελα να μάθω νέα σου … πως τα περνάς;»

«Μόλις γυρίζω απ’ έξω, έξαλλος, μόνος, στην κάμαρά μου …»*

Κείνο το πρωινό τροποποίησα το δρομολόγιό μου. Στο δρόμο για το ταχυδρομείο στάθηκα έξω από ένα σχολείο. Παιδικά γέλια και φωνές κι ο ήχος μιας σφυρίχτρας. Η ώρα της γυμναστικής. Κοιτούσα μέσα απ’ τα κάγκελα, κοιτούσα τα χρωματιστά αστραφτερά αθλητικά παπούτσια του γυμναστή, το κόκκινο κορδόνι γύρω απ’ το λαιμό του που κρεμιόταν η ασημένια σφυρίχτρα, κοιτούσα τις ασκήσεις, τα παιχνίδια, τη χαρά των μαθητών. Ήθελα να είμαι εγώ εκεί στη θέση του γυμναστή κι εκείνος στη δικιά μου.  Να διδάσκω, να προσφέρω. Κι ας είναι τα χρήματα λίγα. Ζαλίστηκα. Άπλωσα το χέρι μου και στηρίχτηκα στα κάγκελα να μην πέσω. Εγώ που από χρόνια είχα μάθει  να μην πιστεύω σε θεούς έκανα τότε ασυναίσθητα το σταυρό μου κι είπα «Σχώρα με Θεέ μου που ζήλεψα το ψωμί του συνανθρώπου!».

Γύρισα σπίτι να συνέλθω μετανιωμένος. Έσκισα το γράμμα που θα της έστελνα. Το τηλέφωνο χτύπησε φέρνοντας τα νέα ενός φίλου. Έφυγε από τη χώρα εντελώς ξαφνικά. Ξυλουργός σε κάποιο χωριό της Σουηδίας. Δεν φεύγουν μόνο οι κάτοχοι μεταπτυχιακών τίτλων. Φεύγουν κι αυτοί που’ χουν μόνο εφόδιο τα χέρια τους. Φεύγουν να γίνουν ξυλουργοί αυτοί που τα όνειρά τους γινήκαν πριονίδια. Αποφάσισα για πρώτη φορά μετά από μήνες να γράψω με δικά μου λόγια, κάνοντας πέρα τα λόγια των ποιητών. Δεν είχα ανάγκη πια τις ερωτικές επιστολές του Σεφέρη και τις χειρόγραφες σημειώσεις του Λαπαθιώτη. Έγραψα …

«Η ζωή εδώ πίσω δεν είναι καλή. Λείπει το ψωμί, λείπεις εσύ!»

 

 

*Στο κείμενο χρησιμοποιήθηκαν απόσπασμα από την αλληλογραφία Γιώργου Σεφέρη-Μαρώς καθώς και χειρόγραφη σημείωση του Ν. Λαπαθιώτη στο ποίημά του «Εκ Βαθέων».

Advertisements

Σχολιάστε

Filed under Uncategorized