Monthly Archives: Ιουλίου 2013

Θαλασσινή εξομολόγηση

Image

«I’ll never see Piraeus repeat her white name in water»

Derek Walcott

Είμαι αυτός που μαζεύει τα σκουπίδια κι αδειάζει τα τασάκια πάνω στο βαπόρι. Αποφάγια κι αποτσίγαρα. Κάποιος πρέπει να το κάνει ξέρεις. Ούτε ναυτικό με λες μήτε και σκουπιδιάρη, πουθενά δεν ανήκω, πουθενά! Σέρνω πάνω κάτω στο κατάστρωμα μια πελώρια πλαστική σακούλα μαζεύοντας ότι βρίσκω, φορώντας αυτή τη γελοία στολή. Και με μπουνάτσα και με καιρό, για ώρες, για όσο κρατάει το ταξίδι. Οι επιβάτες; Με μισούν! Εγώ όλο «με συγχωρείτε» και «να περάσω παρακαλώ;» κι αυτοί εκεί, να με κοιτούν με μια σιχαμάρα στα μάτια. Κάλλιο η αδιαφορία παρά σιχαμάρα! Ίσως πάλι να φταίει που μου λείπει ένα μπροστινό δόντι – να δες εδώ – και που γι’ αυτό ποτέ μου δεν τους χαμογελώ καθώς μαζεύω τα σκουπίδια απ’ τα τραπέζια. Θα δείχνω απόμακρος, αυστηρός και βλοσυρός, ίσως ακόμα και λιγάκι τρελούτσικος. Αλλά τους σιχαίνομαι κι εγώ, τους φθονώ. Θεέ μου πόσο τους ζηλεύω … ακόμα κι αυτούς τους λίγους που ευγενικά κάνουν να με βοηθήσουν με το μάζεμα ή που πιο σπάνια έχουν όρεξη για κουβεντούλα. Πόσο βαρετοί γαμώτο … και πόσο εγωιστές, μιλούν μόνο για τις διακοπές τους.

Πως βρέθηκα εδώ; Έχε χάρη η μάνα μου που ‘γλειψε κατουρημένες ποδιές, να ‘ναι καλά και τα σόγια της, όλοι Κρητικοί, κι έτσι χώθηκα στην ακτοπλοΐα. Ανεργία φίλε, πάντα είχε ανεργία. Έκανα πέντε χρόνια στη σχολή. Κοινωνιολογία. Το ‘ξερες εσύ πως πρέπει να είσαι κοινωνιολόγος για να αδειάζεις τα τασάκια των ταξιδιωτών; Ήμουν καλός, διαβαστερός. Τέλειωσα στα τέσσερα έτη σχεδόν, μόνο που κράτησα επίτηδες κάποια μαθήματα για να περιμένω την Έλσα … αχ η Έλσα! Ήμασταν φουλ ερωτευμένοι που λένε, μέχρι ένα πρωί. Πάντα είναι μέχρι ένα πρωί, πάντα τόσο κρατάει. Την είδα μετά από χρόνια, εδώ πάνω στο βαπόρι, πήγαινε διακοπές, πριν εφτά καλοκαίρια θαρρώ. Την είδα, αγέρωχα όμορφη σαν πάντα, αγκαλιά με έναν γκόμενο. Εκείνος ωραίος, γυμνασμένος, χαρούμενος. Εγώ φαλακρός, παρατημένος και κατσούφης. Σάστισα! Με θυμάμαι να προσπαθώ με πολύ κόπο και με καρδιά να χτυπά, να αποφεύγω να περάσω από κοντά τους. Το τραπέζι τους μες στη βρώμα κι εγώ να σφυρίζω αδιάφορα. Ώσπου πήγα. Έστεκα από πάνω της, έτρεμα μήπως με θυμηθεί. Εκείνη μόνο ένα «πάρτε και αυτό, ευχαριστώ» και τίποτα άλλο. Αόρατος να ήμουν θα γυρνούσε προς το μέρος μου, αλλά αυτή ούτε βλέμμα. Μπορεί πάλι να μη με γνώρισε, έτσι όπως έχω καταντήσει …

Γι’ αυτό σου λέω άστα. Καμιά φορά σκέφτομαι να πέσω στο πέλαγο να δω αν θα το προσέξει κανείς, να δω αν θα ακουστεί και για μένα κείνο το περίφημο «Άνθρωπος στη θάλασσα!». Θέλω να πέσω και να χαθώ σαν σκουπιδάκι. Να με πηγαίνει το κύμα ώσπου να με αποσυνθέσει το νερό, ώσπου να με διαλύσει η φύση. Και καθώς κάνω αυτές τις σκέψεις στέκομαι και κοιτώ την ταμπέλα με τον κανονισμό για τα απορρίμματα κι αναρωτιέμαι τι είδους σκουπίδι να ‘μαι …

Ζώα μεταφερόμενα ως φορτίο που πέθαναν κατά τη διάρκεια του ταξιδίου : Απαγορεύεται η απόρριψη.

Άλλα απορρίμματα συμπεριλαμβανομένων πλαστικών, συνθετικών σχοινιών, εξοπλισμού αλιείας, πλαστικές σακούλες, σκόνη αποτεφρωτή, γρέζια, μαγειρικά λάδια, επιπλέοντα υλικά στοιβασίας/συσκευασίας, χαρτί, κουρέλια, μέταλλο, μπουκάλια, πιάτα και παρόμοια απορρίμματα : Απαγορεύεται η απόρριψη.

Και για ακόμη μια φορά στη ζωή μου δεν ξέρω που ανήκω, αν πρέπει να πέσω ή όχι. Και για ακόμη μια φορά στη ζωή μου ψάχνω τα αρχίδια και το θάρρος. Και για ακόμη μια φορά στη ζωή μου πάω με τους κανόνες και τους κανονισμούς αντί να τους αψηφώ, να τους περιφρονώ και να τους χλευάζω, φουντάροντας στο κενό.

Κι αν κάτι είναι που με σώζει, είναι κείνα τα βράδια που τα νερά της θάλασσας μοιάζουν με μαύρο λάδι, που το κόκκινο φεγγάρι γουστάρει τη θάλασσα και θέλει να την πηδήξει. Ήσυχα βράδια κι ερωτικά. Τότε που λες, στέκομαι στην κουπαστή και χάνομαι, ακούω μόνο το κυματάκι να χουφτώνει τα βαμμένα τοιχώματα του πλοίου και σκέφτομαι τους πρώτους ανθρώπους. Τους βλέπω σαν και τώρα να τραβάν κουπί στην πιο δύσκολη και θαυμαστή περιπέτεια, στην πιο τολμηρή αναζήτηση. Θεέ μου τι δυνατοί, τι γενναίοι και άφοβοι άνδρες! Βλέπω τα σφιχτά και δουλεμένα απ’ το κουπί μπράτσα τους να κωπηλατούν απ’ το ένα βουνό – τότε δεν τα λέγανε ακόμα νησιά – στο άλλο. Και μετά στο επόμενο και στο από πίσω κι όσο πάει, όσο έβλεπε το μάτι τους. Αυτοί οι «Μαορί» του Αρχιπελάγους … Αιγαιοπελαγίτες και «Πολυνήσιοι» μαζί, πάνω στα μονόξυλά τους, πάνω στα καρυδότσουφλα, ναι αυτοί είχαν κι αρχίδια και θάρρος κι είχαν για θρησκεία και για πίστη τους δυο γυμνά μαστάρια, δυο σφριγηλά βυζιά, ό,τι πιο απλό, ό,τι πιο όμορφο για να λατρέψει ο νους του ανθρώπου. Αυτά σκέφτομαι και λέω πως η ζωή μου είναι όμορφη όπως και να ‘ναι. Αλλά εσύ έτσι να τα γράψεις, όπως στα ‘πα! Σαν εξομολόγηση. Μ’ ακούς; Σαν μαρτυρία. Έτσι ακριβώς!

Διαβάζεται παρέα με «Ξέμπαρκους»

http://www.youtube.com/watch?v=Jnjl9E39Kx

Advertisements

3 Σχόλια

Filed under Uncategorized

Έξι λεπτά

Image

Μετατρεπόμαστε. Γινόμαστε σιγά-σιγά σαν τους Αμερικάνους που γύρισαν από τη Νορμανδία και γνώρισαν την πρέζα και τη τζαζ. Σαν τους Ιάπωνες μετά τη ρίψη των βομβών. Στίγματα στο δέρμα μας, επικίνδυνη οδήγηση, γαμήσι μ’ όποιον να ‘ναι. Ζούμε το μετατραυματικό μας σοκ, μόνο που δεν έχει χαραχθεί πλήρως και σε βάθος η πληγή, το «πριν» και το «μετά» μπλεγμένα. Δεν ξέρουμε τα μελλούμενα και δεν μας νοιάζουν. Τη μεγαλύτερη αναδουλειά στη χώρα την έχουν οι χαρτορίχτρες, τα μέντιουμ των γραμμών 090. Καλλιτέχνες δεν θα γίνουμε ποτέ γιατί γλιτώσαμε απ’ τους αυταρχικούς πατέρες. Οι μητέρες μας αγάπησαν κανονικά, ούτε πολύ μήτε και λίγο. Δεν χτυπηθήκαμε, κανείς δεν μας ανάγκασε να ακολουθήσουμε σταδιοδρομία δικηγόρου, δεν μας έσπρωξε στο μονόδρομο της ανάληψης των καθηκόντων μιας οικογενειακής επιχείρησης. Έτσι τριγυρνάμε στις πόλεις … ημιτελή έργα τέχνης, ημιθανή έργα ζωής.

Σκορπίσαμε στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Όχι σαν χούφτα άμμου, μονάχα σαν δαχτυλιά. Είμαστε λίγοι, το λεν οι απογραφές. Μηχανικοί στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, στελέχη της ναυτιλίας στο Χονγκ Κονγκ. Αγνώστου επαγγέλματος στη Χιλή. Η εταιρεία που μου προσφέρει τη δυνατότητα να γράφω τούτα δω και να τα δείχνω – μιας κι άλλος δεν βρέθηκε κανείς – μου παρέχει και τη γνώση. Ένας αναγνώστης, αγνώστου ταυτότητας και λοιπών στοιχείων.  Μονάχα δυο λέξεις ξερές, τεχνητές και επινοημένες : Palestinian Territory. Έλληνα τι κάνεις εκεί; Να ‘σαι άραγε γιατρός; Θέλω να βοηθάς τα παιδιά κείνου του τόπου. Κουράγιο άγνωστε! Όταν γυρίσεις πίσω να περπατήσουμε …

Να περπατήσουμε μοιράζοντας την απόσταση. Να ξεκινήσω απ’ το Θησείο κι εσύ απ ‘το μουσείο. Να βρεθούμε στη μέση, να παραβγούμε στο πλακόστρωτο. Εγώ με γοργό βήμα να διανύσω τη μεγαλύτερη απόσταση για να σε ξεκουράσω. Να πεις «Πάμε στο πλάι που έχει σκιά». Να προσπεράσουμε το περίπτερο που δροσίζει τους τουρίστες που χαζεύουν τις καρτ-ποστάλ με τους καυλωμένους σάτυρους. Να σου αγοράσω χαϊμαλιά, να στα κρεμάσω στον όμορφο λεπτό λαιμό σου και στα δυνατά χέρια σου και να μου μιλήσεις για τις «Έξι νύχτες στην Ακρόπολη». Να σταθούμε ακούγοντας τον κιθαρίστα «Έχω ένα παπάκι να μου κάνει πα». Παρακάτω να θαυμάσουμε το παίξιμο κάποιου φλαουτίστα. Θα μοιάζει πότε άγιος και πότε σατανάς. Θα του πετάξω ψιλά στο αναποδογυρισμένο καπέλο του κι ύστερα θα τον φανταστώ ακίνητο, έκθεμα ενός υπαίθριου μουσείου, θα σκύψω και θα κολλήσω στα πόδια του, δίπλα απ’ το αριστερό του παπούτσι, μια μικρή ετικέτα :

«Ο Ίαν Άντερσον του Πραξιτέλους»

“Ian Anderson von Praxiteles”

“Ian Anderson de Praxitèle”

“Ian Anderson of Praxiteles”

Κι αν ο Γιώργος Β. Μακρής επιθύμησε στα νιάτα του να ανατινάξει τον ιερό βράχο, εμείς να προτείνουμε το αντίθετο. Να τινάξουμε στον αέρα την τσιμεντένια σαρκοφάγο γκρεμίζοντας την πόλη. Βομβιστές εμείς του ωραίου φίλε μου. Να αφήσουμε μονάχη της την ομορφιά, μονάχη της μες στα δέντρα και στους ανθρώπους. Έξι μόνο λεπτά αρκούν. Έξι λεπτά της βόλτας μας φτάνουν για να το καταλάβεις. Η χώρα θα σωθεί.  Όχι απ’ τους άλλους. Σίγουρα όχι! Αλλά ούτε κατ’ ανάγκη κι από εμάς. Θα σωθεί μόνη της, το ξέρει και μπορεί, γιατί η ομορφιά έχει το ένστικτο της επιβίωσης, έχει την κλίση, το ταλέντο, την τάση για ζωή.

1neb14a

2 Σχόλια

Filed under Uncategorized

Τα σημερινά κορίτσια

Image

Τα σημερινά κορίτσια  – την υγειά τους να ‘χουν-  δεν καπνίζουν μετά το πήδημα

παρά τρέχουν μόνο γρήγορα στην τουαλέτα,

βάζοντας στο μουνί τους μια χούφτα λακτασίντ.

Image

Ας ήτανε να βρω

ένα κορίτσι με μεγάλη μύτη

να καπνίσει δίπλα μου

κι ας μου’ χει πλάτη γυρισμένη,

πλάι στο κομοδίνο της

 που’ χει πάνω το τασάκι και το αγαπημένο της βιβλίο.

Image

Κι ας πεθάνουμε εκεί μαζί μέσα σ’ ένα νέφος,

μες στο σφραγισμένο δωμάτιο.

Ας πεθάνουμε από χημεία

αφού άλλη χημεία, ερωτική, δεν πρόκειται να βρούμε,

καλύτερα βενζόλιο και φορμαλδεΰδη !

Image

Ας πεθάνουμε – έγκλημα πάθους –

σαν τη Νάνσυ και το Σιντ

 όχι λακτασίντ

όχι !

Image

Ας πεθάνουμε έστω στα ψεύτικα

μέσα σε μιαν αγκαλιά !

Image

5 Σχόλια

Filed under Uncategorized

Ανθρώπινες θυρίδες

Image

 

Είναι κάποιες μέρες που εύχομαι κι εγώ να κοιμόμουν άνθρωπος και να ξυπνούσα κατσαρίδα … ένας Γκρέγκορ Σάμσα του καιρού μας. Φταίει που το μόνο που αντικρίζω σαν ανοίξω τα μάτια μου είναι η ασχήμια μιας πελώριας πολυκατοικίας. Κρύβει τη θέα, σκιάζει τον ήλιο μου, δηλητηριάζει τον αέρα. Θα ήταν πιο υποφερτό για μένα να μείνω για πάντα κολλημένος κι άγρυπνος στη μέση της νύχτας, μπροστά στην οθόνη της τηλεόρασης, ακούγοντας εκείνον τον παλαβό πωλητή βιβλίων που οι κραυγές του και τα πλήθη των πιστών του, τον κάνουν να μοιάζει με Αμερικανό τηλε-ευαγγελιστή. Δυστυχώς κάθε πρωί πρέπει να εξασκούμαι με τις βρωμερές κεραίες μου, ισορροπώντας πάνω στα σιχαμερά ποδάρια μου, τρυπώνοντας μέσα από ρωγμές και σωληνώσεις στα διαμερίσματα της πολυκατοικίας, όχι για να ροκανίσω τρόφιμα σε σκοτεινά ντουλάπια, αλλά για να βρω λίγη ομορφιά στις ιστορίες των ανθρώπων που εκεί μέσα κατοικούν. 

1ος. Ο κατάλληλος όροφος. Το ασανσέρ χαλάει συχνά, οι ένοικοι όλο και πιο σπάνια συγκεντρώνουν τα απαραίτητα χρήματα για τη συντήρησή του. Η πανύψηλη και χειροδύναμη Λιούμπα παίρνει στην αγκαλιά της τη μικροκαμωμένη και σκεβρωμένη πια κυρά-Νότα, την κατεβάζει μέχρι το πρώτο σκαλί, τη βάζει να καθίσει. Έπειτα ανεβαίνει ξανά κατεβάζοντας το πι. Η απογευματινή τους βόλτα στη γειτονιά και στο πάρκο ξεκινά, με μικρά σίγουρα βήματα. Η κυρά-Νότα παίρνει τον αέρα της, αέρα καθαρό και φρέσκο, όχι κείνον τον μηχανικό, τον ψεύτικο και σάπιο του μηχανήματος οξυγόνου. Η Λιούμπα καθισμένη δίπλα της στο παγκάκι λαχταρά την άδεια της Κυριακής. Της Κυριακής που η κυρά-Νότα τρώει με τα παιδιά της κι η Λιούμπα  τραβά με το τρένο στην Ομόνοια, τρώει παγωτό χύμα και κοιτά τα ψηλά τραυματισμένα κτίρια και το μεγάλο γλυπτό της πλατείας, νοσταλγώντας της πατρίδας της τα τσιμεντένια θεριά και τα διάσπαρτα μνημεία της επανάστασης. Ρουφώντας έτσι μια στάλα σοσιαλιστικό ρεαλισμό σ’ ένα ντάλα κυριακάτικο μεσημέρι. Οι βόλτες τους σύντομες. Το τσακισμένο ισχίο της κυρά-Νότας δεν επιτρέπει πια μεγάλους περιπάτους. Πίσω στο σπίτι η Λιούμπα θα ψήσει καφέ. Μία-μία οι γειτόνισσες θα χτυπήσουν την πόρτα. «Να μας πεις το φλιτζάνι!» Προσφυγοπούλα η κυρά-Νότα, παλιά μάντισσα. Τα βάσανα πολλά, δεκάδες τα ερωτήματα. «Θα πιάσει παιδί η κόρη μου;» και «Πότε θα βρει δουλειά ο γιος μου;». Η Λιούμπα βλέπει κι ακούει διακριτικά, φέρνει στο νου τις μαντικές τέχνες της χώρας της, εκεί όπου διαβάζουν τη γούνα και τα κόκκαλα των ζώων. Η κυρά-Νότα αντιδρά, σπρώχνει τα φλιτζάνια με δύναμη, καφέδες λερώνουν το νάιλον τραπεζομάντηλο. «Τι με ρωτάτε να σας πω; Σιχτίρ τα μαγικά σας, οι κάρτες κι οι παλάμες. Βαρέθηκα! Δεν υπάρχει μέλλον!». Οι γειτόνισσες αποχωρούν θυμωμένες, ανίκανες να καταλάβουν τη συμπεριφορά της καφετζούς. «Γερνάει και τα χάνει» θα πει κάποια κατεβαίνοντας τις σκάλες. Το βράδυ, ξαπλωμένες δίπλα-δίπλα, κυρά-Νότα και Λιούμπα δεν μπορούν να κοιμηθούν. Η μία σκέφτεται «κουράστηκα να ζω», η άλλη σκέφτεται «είναι ο καιρός να φύγω απ’ την Ελλάδα.». 

3ος. «Ή το λαούτο ή αυτά. Ή το λαούτο ή αυτά!» λέει και ξαναλέει για ώρες τώρα ο Μανώλης, νέος μουσικός, καλός λαουτιέρης, καθισμένος στο πάτωμα της μικρής, άδειας από έπιπλα γκαρσονιέρας. Δεν έχει ούτε δυο βδομάδες που μετακόμισε αφήνοντας το χωριό του, στα ορεινά του νομού Ρεθύμνης. Ήρθε ελπίζοντας να πιάσει δουλειά, παίζοντας σε κρητικές ταβέρνες και σε γάμους Αθηναίων με κρητική καταγωγή. Δουλειά πουθενά κι η πείνα τον θερίζει. Τρεις μέρες τώρα κατεβαίνει με τα πόδια και το λαούτο στην πλάτη ως το Μοναστηράκι. Τρεις μέρες τώρα στέκει έξω από το μικρό μαγαζάκι με τα λαϊκά παραδοσιακά όργανα. Πόσες φορές το σκέφτηκε, να «σκοτώσει» το λαούτο του για λίγα ευρώ! «Στα κομμάτια … θα το δώσω! Θα ψάξω μια κανονική δουλειά. Εργάτης, σερβιτόρος, κάτι.», κι όλο να το μετανιώνει, ξανά και ξανά. Πίσω στο σπίτι του τρίτου ορόφου σκέφτεται να κοιμηθεί να ξεχαστεί, μα η κοιλιά δεν τον αφήνει. Επαναλαμβάνει αδιάκοπα «Ή το λαούτο ή αυτά. Ή το λαούτο ή αυτά!». Βγαίνει στο μπαλκόνι, τυφλώνεται απ’ τον ήλιο της Αθήνας που χτυπά στους θερμοσίφωνες των ταρατσών. Ξεκρεμά από τα κάγκελα τα cd που είχαν κρεμάσει οι προηγούμενοι ένοικοι για να διώχνουν τα πουλιά. Τρίβει πάνω στο κάγκελο λίγη φρυγανιά. Σε ένα λεπτό ένα μικρό σμήνος περιστεριών μαζεύεται να φάει με μια πείνα παρόμοια με τη δική του. Ο Μανώλης  βγάζει το αεροβόλο πιστόλι του κι οπλίζοντας σημαδεύει. Μπαίνει μέσα λυπημένος, κρατώντας το αθώο θύμα του. Θα το ξεπουπουλιάσει με υπομονή, θα το μαγειρέψει με προσοχή, θα το φάει με λαχτάρα. Την επομένη το τηλέφωνο θα χτυπήσει,  θα έρθει μια θέση σε ταβέρνα  για αυτόν και το λαούτο του.

5ος . Ο Ανδρέας μένει μόνος στο διαμέρισμα του πέμπτου, χήρος από χρόνια. Τριγυρισμένος από παλιά έπιπλα που φροντίζει και ξεσκονίζει καθημερινά, ψυχαναγκαστικά σαν ιεροτελεστία. Όλη του σχεδόν η μέρα αυτά τα τέσσερα ντουβάρια. Ούτε γλάστρες, ούτε γάτες. Τίποτε το ζωντανό, μονάχα αυτός, κατά το ήμισυ ζωντανός, ένας ζωντανός-νεκρός. Μια φορά την εβδομάδα βάζει τα καλά του και φορά στο κεφάλι το ψαθάκι του, περπατώντας για τα γραφεία του Κόμματος. Λέει τη γνώμη του, κάνει το χρέος του, συνεισφέρει. Στο γυρισμό περνά απ’ τα καφενεία, κουβεντιάζει με παλιούς φίλους, λογομαχεί με παλιούς εχθρούς. Δεν κάθεται ποτέ. Που καιρός για ούζα και πρέφα; Κάθε χρόνο τέτοια εποχή, μες στα ντουβάρια που τον κλείνουν σαν τούβλινη μέγγενη θυμάται κείνο το καλοκαίρι του 87’. Τότε που ‘μπηξε τα κλάματα κοιτώντας βουβός το τελικό αποτέλεσμα … ΕΛΛΑΔΑ – Ε.Σ.Σ.Δ. : 103 – 101. Όλοι οι γείτονες ζητωκραύγαζαν στα μπαλκόνια κι ύστερα κάτω στο δρόμο, πανηγυρίζοντας με σημαίες, μια αγκαλιά με διερχόμενα παπάκια και αυτοκίνητα. Μόνος και μοναχικός καθώς ήταν, άντεχε τη ρετσινιά του γεροπαράξενου μέσα σε μια μόλις δεκάδα ηλίθιων, χαρούμενων ενοίκων. Αλλά πώς να τα έφερνε βόλτα με το στίγμα του παρείσακτου, μόνος, έρημος και στριμωγμένος από δέκα εκατομμύρια Έλληνες; Όχι δεν ήταν ο αγώνας, μήτε οι ιδέες. Μια μέρα το σκέφτηκε καλά. «Δεν θέλω να πεθάνω μόνος, εδώ πάνω στην καρέκλα ή ξαπλωμένος στο κρεβάτι και τα ντουβάρια γύρω μου να ‘ναι τα μόνα που θα με κλάψουν, τα μόνα που θα με μοιρολογούν. Φοβάμαι πως θα μυρίσω μέχρι να με βρουν, μέχρι κάποιος γείτονας να σπάσει την πόρτα, όχι από ανθρωπιά και ενδιαφέρον, αλλά απλά ενοχλημένος απ’ τη δυσωδία του ψόφιου κρέατος!». Αποφάσισε. Παράτησε τα έπιπλα να πιάσουν στρώματα από σκόνη. Έφτιαξε γλυκό και τράταρε τους γείτονες έναν-έναν. Βγήκε έξω, κάθισε στο πρώτο καφενείο, παρήγγειλε ούζα, στρώθηκε στο χαρτί. 

Είναι ώρα για την κατσαρίδα να επιστρέψει πίσω στην καλά προστατευμένη φωλιά της. Πήρα όση τροφή μου χρειαζόταν, μόλυνα αρκετά στο βρωμερό μου διάβα τα σπίτια τους. Σπίτια, κουτιά, κελιά. Όχι! Ανθρώπινες θυρίδες είναι! Και μέρες σαν κι αυτή που η καρδιά μου είναι άδεια σαν σχολική αυλή αρχές του Ιούλη, τούτες οι θυρίδες φυλάν καλά τα τιμαλφή μου … τις ιστορίες μου, τις ιστορίες των ανθρώπων!

2 Σχόλια

Filed under Uncategorized