Ανθρώπινες θυρίδες

Image

 

Είναι κάποιες μέρες που εύχομαι κι εγώ να κοιμόμουν άνθρωπος και να ξυπνούσα κατσαρίδα … ένας Γκρέγκορ Σάμσα του καιρού μας. Φταίει που το μόνο που αντικρίζω σαν ανοίξω τα μάτια μου είναι η ασχήμια μιας πελώριας πολυκατοικίας. Κρύβει τη θέα, σκιάζει τον ήλιο μου, δηλητηριάζει τον αέρα. Θα ήταν πιο υποφερτό για μένα να μείνω για πάντα κολλημένος κι άγρυπνος στη μέση της νύχτας, μπροστά στην οθόνη της τηλεόρασης, ακούγοντας εκείνον τον παλαβό πωλητή βιβλίων που οι κραυγές του και τα πλήθη των πιστών του, τον κάνουν να μοιάζει με Αμερικανό τηλε-ευαγγελιστή. Δυστυχώς κάθε πρωί πρέπει να εξασκούμαι με τις βρωμερές κεραίες μου, ισορροπώντας πάνω στα σιχαμερά ποδάρια μου, τρυπώνοντας μέσα από ρωγμές και σωληνώσεις στα διαμερίσματα της πολυκατοικίας, όχι για να ροκανίσω τρόφιμα σε σκοτεινά ντουλάπια, αλλά για να βρω λίγη ομορφιά στις ιστορίες των ανθρώπων που εκεί μέσα κατοικούν. 

1ος. Ο κατάλληλος όροφος. Το ασανσέρ χαλάει συχνά, οι ένοικοι όλο και πιο σπάνια συγκεντρώνουν τα απαραίτητα χρήματα για τη συντήρησή του. Η πανύψηλη και χειροδύναμη Λιούμπα παίρνει στην αγκαλιά της τη μικροκαμωμένη και σκεβρωμένη πια κυρά-Νότα, την κατεβάζει μέχρι το πρώτο σκαλί, τη βάζει να καθίσει. Έπειτα ανεβαίνει ξανά κατεβάζοντας το πι. Η απογευματινή τους βόλτα στη γειτονιά και στο πάρκο ξεκινά, με μικρά σίγουρα βήματα. Η κυρά-Νότα παίρνει τον αέρα της, αέρα καθαρό και φρέσκο, όχι κείνον τον μηχανικό, τον ψεύτικο και σάπιο του μηχανήματος οξυγόνου. Η Λιούμπα καθισμένη δίπλα της στο παγκάκι λαχταρά την άδεια της Κυριακής. Της Κυριακής που η κυρά-Νότα τρώει με τα παιδιά της κι η Λιούμπα  τραβά με το τρένο στην Ομόνοια, τρώει παγωτό χύμα και κοιτά τα ψηλά τραυματισμένα κτίρια και το μεγάλο γλυπτό της πλατείας, νοσταλγώντας της πατρίδας της τα τσιμεντένια θεριά και τα διάσπαρτα μνημεία της επανάστασης. Ρουφώντας έτσι μια στάλα σοσιαλιστικό ρεαλισμό σ’ ένα ντάλα κυριακάτικο μεσημέρι. Οι βόλτες τους σύντομες. Το τσακισμένο ισχίο της κυρά-Νότας δεν επιτρέπει πια μεγάλους περιπάτους. Πίσω στο σπίτι η Λιούμπα θα ψήσει καφέ. Μία-μία οι γειτόνισσες θα χτυπήσουν την πόρτα. «Να μας πεις το φλιτζάνι!» Προσφυγοπούλα η κυρά-Νότα, παλιά μάντισσα. Τα βάσανα πολλά, δεκάδες τα ερωτήματα. «Θα πιάσει παιδί η κόρη μου;» και «Πότε θα βρει δουλειά ο γιος μου;». Η Λιούμπα βλέπει κι ακούει διακριτικά, φέρνει στο νου τις μαντικές τέχνες της χώρας της, εκεί όπου διαβάζουν τη γούνα και τα κόκκαλα των ζώων. Η κυρά-Νότα αντιδρά, σπρώχνει τα φλιτζάνια με δύναμη, καφέδες λερώνουν το νάιλον τραπεζομάντηλο. «Τι με ρωτάτε να σας πω; Σιχτίρ τα μαγικά σας, οι κάρτες κι οι παλάμες. Βαρέθηκα! Δεν υπάρχει μέλλον!». Οι γειτόνισσες αποχωρούν θυμωμένες, ανίκανες να καταλάβουν τη συμπεριφορά της καφετζούς. «Γερνάει και τα χάνει» θα πει κάποια κατεβαίνοντας τις σκάλες. Το βράδυ, ξαπλωμένες δίπλα-δίπλα, κυρά-Νότα και Λιούμπα δεν μπορούν να κοιμηθούν. Η μία σκέφτεται «κουράστηκα να ζω», η άλλη σκέφτεται «είναι ο καιρός να φύγω απ’ την Ελλάδα.». 

3ος. «Ή το λαούτο ή αυτά. Ή το λαούτο ή αυτά!» λέει και ξαναλέει για ώρες τώρα ο Μανώλης, νέος μουσικός, καλός λαουτιέρης, καθισμένος στο πάτωμα της μικρής, άδειας από έπιπλα γκαρσονιέρας. Δεν έχει ούτε δυο βδομάδες που μετακόμισε αφήνοντας το χωριό του, στα ορεινά του νομού Ρεθύμνης. Ήρθε ελπίζοντας να πιάσει δουλειά, παίζοντας σε κρητικές ταβέρνες και σε γάμους Αθηναίων με κρητική καταγωγή. Δουλειά πουθενά κι η πείνα τον θερίζει. Τρεις μέρες τώρα κατεβαίνει με τα πόδια και το λαούτο στην πλάτη ως το Μοναστηράκι. Τρεις μέρες τώρα στέκει έξω από το μικρό μαγαζάκι με τα λαϊκά παραδοσιακά όργανα. Πόσες φορές το σκέφτηκε, να «σκοτώσει» το λαούτο του για λίγα ευρώ! «Στα κομμάτια … θα το δώσω! Θα ψάξω μια κανονική δουλειά. Εργάτης, σερβιτόρος, κάτι.», κι όλο να το μετανιώνει, ξανά και ξανά. Πίσω στο σπίτι του τρίτου ορόφου σκέφτεται να κοιμηθεί να ξεχαστεί, μα η κοιλιά δεν τον αφήνει. Επαναλαμβάνει αδιάκοπα «Ή το λαούτο ή αυτά. Ή το λαούτο ή αυτά!». Βγαίνει στο μπαλκόνι, τυφλώνεται απ’ τον ήλιο της Αθήνας που χτυπά στους θερμοσίφωνες των ταρατσών. Ξεκρεμά από τα κάγκελα τα cd που είχαν κρεμάσει οι προηγούμενοι ένοικοι για να διώχνουν τα πουλιά. Τρίβει πάνω στο κάγκελο λίγη φρυγανιά. Σε ένα λεπτό ένα μικρό σμήνος περιστεριών μαζεύεται να φάει με μια πείνα παρόμοια με τη δική του. Ο Μανώλης  βγάζει το αεροβόλο πιστόλι του κι οπλίζοντας σημαδεύει. Μπαίνει μέσα λυπημένος, κρατώντας το αθώο θύμα του. Θα το ξεπουπουλιάσει με υπομονή, θα το μαγειρέψει με προσοχή, θα το φάει με λαχτάρα. Την επομένη το τηλέφωνο θα χτυπήσει,  θα έρθει μια θέση σε ταβέρνα  για αυτόν και το λαούτο του.

5ος . Ο Ανδρέας μένει μόνος στο διαμέρισμα του πέμπτου, χήρος από χρόνια. Τριγυρισμένος από παλιά έπιπλα που φροντίζει και ξεσκονίζει καθημερινά, ψυχαναγκαστικά σαν ιεροτελεστία. Όλη του σχεδόν η μέρα αυτά τα τέσσερα ντουβάρια. Ούτε γλάστρες, ούτε γάτες. Τίποτε το ζωντανό, μονάχα αυτός, κατά το ήμισυ ζωντανός, ένας ζωντανός-νεκρός. Μια φορά την εβδομάδα βάζει τα καλά του και φορά στο κεφάλι το ψαθάκι του, περπατώντας για τα γραφεία του Κόμματος. Λέει τη γνώμη του, κάνει το χρέος του, συνεισφέρει. Στο γυρισμό περνά απ’ τα καφενεία, κουβεντιάζει με παλιούς φίλους, λογομαχεί με παλιούς εχθρούς. Δεν κάθεται ποτέ. Που καιρός για ούζα και πρέφα; Κάθε χρόνο τέτοια εποχή, μες στα ντουβάρια που τον κλείνουν σαν τούβλινη μέγγενη θυμάται κείνο το καλοκαίρι του 87’. Τότε που ‘μπηξε τα κλάματα κοιτώντας βουβός το τελικό αποτέλεσμα … ΕΛΛΑΔΑ – Ε.Σ.Σ.Δ. : 103 – 101. Όλοι οι γείτονες ζητωκραύγαζαν στα μπαλκόνια κι ύστερα κάτω στο δρόμο, πανηγυρίζοντας με σημαίες, μια αγκαλιά με διερχόμενα παπάκια και αυτοκίνητα. Μόνος και μοναχικός καθώς ήταν, άντεχε τη ρετσινιά του γεροπαράξενου μέσα σε μια μόλις δεκάδα ηλίθιων, χαρούμενων ενοίκων. Αλλά πώς να τα έφερνε βόλτα με το στίγμα του παρείσακτου, μόνος, έρημος και στριμωγμένος από δέκα εκατομμύρια Έλληνες; Όχι δεν ήταν ο αγώνας, μήτε οι ιδέες. Μια μέρα το σκέφτηκε καλά. «Δεν θέλω να πεθάνω μόνος, εδώ πάνω στην καρέκλα ή ξαπλωμένος στο κρεβάτι και τα ντουβάρια γύρω μου να ‘ναι τα μόνα που θα με κλάψουν, τα μόνα που θα με μοιρολογούν. Φοβάμαι πως θα μυρίσω μέχρι να με βρουν, μέχρι κάποιος γείτονας να σπάσει την πόρτα, όχι από ανθρωπιά και ενδιαφέρον, αλλά απλά ενοχλημένος απ’ τη δυσωδία του ψόφιου κρέατος!». Αποφάσισε. Παράτησε τα έπιπλα να πιάσουν στρώματα από σκόνη. Έφτιαξε γλυκό και τράταρε τους γείτονες έναν-έναν. Βγήκε έξω, κάθισε στο πρώτο καφενείο, παρήγγειλε ούζα, στρώθηκε στο χαρτί. 

Είναι ώρα για την κατσαρίδα να επιστρέψει πίσω στην καλά προστατευμένη φωλιά της. Πήρα όση τροφή μου χρειαζόταν, μόλυνα αρκετά στο βρωμερό μου διάβα τα σπίτια τους. Σπίτια, κουτιά, κελιά. Όχι! Ανθρώπινες θυρίδες είναι! Και μέρες σαν κι αυτή που η καρδιά μου είναι άδεια σαν σχολική αυλή αρχές του Ιούλη, τούτες οι θυρίδες φυλάν καλά τα τιμαλφή μου … τις ιστορίες μου, τις ιστορίες των ανθρώπων!

Advertisements

2 Σχόλια

Filed under Uncategorized

2 responses to “Ανθρώπινες θυρίδες

  1. infected

    Wow!! Όποιος και να ΄σαι, τα ‘σπασες! Δεν θυμάμαι από πότε είχα να διαβάσω τόσο λαίμαργα κείμενο(στην οθόνη του υπολογιστή)! Καλή συνέχεια και καλές εμπνεύσεις! 😉

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s