Monthly Archives: Αύγουστος 2013

Ξαπλωμένοι στις χαρές του κόσμου

Image

Οι δικοί μου άνθρωποι δεν διαβάζουν ποτέ αυτά που γράφω. Έχω ακούσει πως χρειάζονται μόνο δυο υπογραφές για να βρεθώ ένα πρωί έγκλειστος σε κάποιο ψυχιατρείο. Πρέπει να φυλάγομαι ξέρεις. Φαντάζομαι πως μια μέρα θα μου πουν «πάμε μια βόλτα, πάμε να δούμε θάλασσα», θα μπούμε στο αμάξι, θα με αναγκάσουν να φορέσω τη ζώνη μου, θα κλείσουν τις ασφάλειες, θα επιλέξουν στο ραδιόφωνο τον δικό τους αγαπημένο σταθμό και αλλάζοντας πορεία και διαδρομή θα βρεθούμε μπροστά στις πύλες ενός κρύου και κάτασπρου ιδρύματος. Προς το παρόν τους ξεφεύγω, καμουφλάρομαι, κάνω τάχα τον ευτυχισμένο όπως κάνετε κι εσείς, όπως κάνετε όλοι σας. Τα καταφέρνω μια χαρά!

Τα καταφέρνω στο σπίτι. Εκεί, κατάκοπος και μεθυσμένος φτιάχνω ένα χαρμάνι με όνειρα και εφιάλτες πάνω στη χόβολη του μαξιλαριού μου και ξαπλώνω.

Ξαπλώνω στους δρόμους των Αιγυπτιακών πόλεων. Δεν έχω τελειώσει το σχολείο, μιλάω μόνο αραβικά. Κι όμως ακούω στα ελληνικά την ποίηση και τα βήματα του Καβάφη καθώς με γαζώνουν τα πολυβόλα. Κάποιος με φωνάζει άπιστο.

Ξαπλώνω σε μια πλατεία του Άργους. Στην αρχαιότερη πόλη της Ευρώπης. Εδώ λεν πως ξεκίνησε ο πολιτισμός. Ίναχος ο πρώτος οικιστής, ένας μετανάστης. Ξαπλώνω γιατί αγάπησα. Αγάπησα έναν μετανάστη. Κάποιος με φωνάζει πουτάνα.

Ξαπλώνω στα πάρκα της άλλοτε ένδοξης Μόσχας. Μπορώ να ακούσω τις επευφημίες των θεατών που έρχονται από το στάδιο. Ξαπλώνω γιατί λιμπίζομαι τα ανδρικά κορμιά. Οι βασανιστές μου είναι εγγόνια περήφανων ηρώων. Δεν κλαίω για τους μώλωπες, τα σχισμένα φρύδια και τα χείλη. Κλαίω για τους γέροντες που χάψανε πως θάψανε το φασισμό. Κάποιος με φωνάζει πούστη.

Ξαπλώνω στην άσφαλτο. Ακούω θόρυβο. Το όχημα του Δήμου με τις κυκλικές βούρτσες που πετάει νερό με πλησιάζει. Σε λίγο το αίμα μου δεν θα βρίσκεται εδώ. Κάποιος με φωνάζει τζαμπατζή.

Σηκώνομαι και κουβαλώ στους ώμους μου τα οικοδομικά υλικά του κόσμου που θα χτίσουμε. Κλέβω λίγη απ’ την αστρόσκονη που αφήνουν ξοπίσω τους οι Περσείδες και την ανακατεύω με άμμο, χαλίκι και νερό απ’ τον Φονιά της Σαμοθράκης για να φτιάξω λάσπη. Ερωτεύομαι μια Αμυγδαλέζα, δεκάξι χρονών κοπέλα. Έχει έρθει με τους γονείς της για διακοπές. Στη χώρα της, τη μακρινή Αμυγδαλία, τα μεγάλα βουλεβάρτα είναι στρωμένα με λευκορόδινα άνθη. Ίδιο χρώμα και τα χείλη της. Ξαπλώνω πάνω στα άνθη και στα χείλη και κυλιέμαι ανακατεύοντας τη μπογιά … φτιάχνω χρώμα. Θα μας χρειαστεί στον κόσμο που πάει να γεννηθεί. Έχουμε βάψιμο, έχουμε δουλειές!

Κι ούτε που το φαντάζεσαι πόσο θέλω όλα αυτά να μην είναι δημιούργημα της κόπωσης, της μέθης, της παράνοιας. Ας είναι αλήθεια, ας είναι να πάμε αυτή τη βόλτα της κοσμογονίας μέχρι το τέλος, αυτή τη φορά ξαπλωμένοι σ’ όλες τις χαρές του κόσμου. Εμείς.

Advertisements

7 Σχόλια

Filed under Uncategorized

Ζήτω το καλοκαίρι!

Image

 

Επίμονη που ‘ναι αυτή η μύγα! Μισή ώρα τώρα με γυροφέρνει … μάγουλο, λαιμό, ρώγες και λαγόνες, γόνατα πατούσες και πάλι απ’ την αρχή, στην ίδια επίμονη διαδρομή. Κι όλο τη διώχνω, μα αυτή τα καταφέρνει, ψάχνει και πιπιλάει την αλμύρα του ιδρώτα μου. Σκέφτομαι. Να ‘χα λίγη απ’ την επιμονή της κάτι θα είχα καταφέρει στη ζωή μου! Κι αυτό το παλιοραδιόφωνο, κόλλησε η βελόνα και παίζει κάθε τόσο το “Summer in the city” με τη φωνή του Τζο Κόκερ. Οι ραδιοφωνικοί παραγωγοί έβαλαν να παίζει μια «κονσέρβα», μια λίστα τραγουδιών φτωχή. Θα λείπουν κι αυτοί για διακοπές. Κι αν τα τραγούδια που μιλούν για καλοκαίρια στις πόλεις των ανθρώπων μού υπενθυμίζουν τη μιζέρια μου, εγώ θα σκέφτομαι πάντα τα κορίτσια με τις γλυκές και μπάσες φωνές που κάνουν εκπομπή στο ραδιόφωνο. Θα τις σκέφτομαι πάντα γυμνές και όμορφες, καλλίγραμμες και χαμογελαστές να τρων γιαρμάδες και κεράσια σε κάποια παραλία. Κι ας είναι ακόμα κι άσχημες και στριμωγμένες μέσα σε ολόσωμα μαγιό. Εγώ έτσι θα τις σκέφτομαι, μόνος και ξυπόλυτος στο μπαλκόνι μου, με μόνο στοιχείο μου τον ήχο των φωνών τους.

Κοιτάω τη γειτονιά από ψηλά, ούτε εκατό μέτρα ο δρόμος μας, στενός και με παλιόσπιτα. Οι άνθρωποί τους τα συντηρούν όπως όπως, μερεμέτια και μπαλώματα, δουλειές του ποδαριού. Πόρτες κλειστές, παράθυρα, παντζούρια και μέσα απ’ τις κουζίνες δεν μυρίζω πια ταψιά με γεμιστά, μπριάμ και μουσακάδες, μήτε ακούω πια τα ωραία λαϊκά και τη φωνή του εκφωνητή στο Βραζιλία-Αργεντινή. Μόνο δώσ’ του τα παλιά, ασυντήρητα κλιματιστικά να με τρελαίνουν με «βζου» και «γρρ» κι από τα σωληνάκια τους να πέφτουν μία μία οι στάλες, σα να θέλουν να βασανίσουν το διψασμένο πεζοδρόμιο με το μαρτύριο της σταγόνας. 

Οι τυχεροί της γειτονιάς δάχτυλα μιας παλάμης. Όσοι δουλέψανε, όσοι τα ‘φέραν βόλτα. Γίνηκαν καπνός με τις πρώτες ολιγοήμερες άδειες. Οι περισσότεροι μείναμε εδώ, κολλημένοι, ψάχνοντας κάποιον ρόλο θερινό γίναμε φύλακες και προστάτες. «Θα σου προσέχω το σπίτι για όσο λείπεις!» κι ας μην έχει γίνει διάρρηξη τριάντα χρόνια τώρα. Συνηθίσαμε το φόβο σαν χάπι και φαρμάκι «ένα το πρωί ένα το βράδυ μετά το φαγητό». Ένα μαραμένο λουλούδι κι ένα νηστικό γατί μοιάζουν τα μόνα άγχη των ανθρώπων που γνωρίζω. «Παρ’ τα κλειδιά. Να μου ποτίσεις τις γλάστρες και να βάλεις στο ζωντανό να φάει!».

Απόγευμα κι η μύγα ακόμα εδώ μαζί μου. Έκλεψα λίγη απ’ την επιμονή της. Κοιτάζω επίμονα τις γυναίκες της γειτονιάς. Γυναίκες που κάνουν αέρα με πολύχρωμα περιοδικά. Τα ξεφυλλίζουν. Ξανακάνουν αέρα. Ξεφυλλίζουν ξανά. Χαζεύουν στις σελίδες τους άλλες γυναίκες που λιάζονται σε καταστρώματα σκαφών, που περπατούν σε κυκλαδίτικα σοκάκια, που κάνουν βουτιές σε δροσερά νερά. Για κάποιες γυναίκες καλοκαίρι είναι μια σπιθαμή χάρτινο τυπωμένο γαλάζιο σε 1024×768 ανάλυση. 

Τώρα όλα είναι ανοιχτά και διαμπερή, τώρα ακούω τα πάντα. Ακούω φτώχεια και καύσωνα που φέρνουν γκρίνια και καυγάδες. Πολλά τα «άντε γαμήσου!», οι βρισιές και οι βλαστήμιες. Πάνω σε μια καρέκλα του «σκηνοθέτη», με τα μάτια μου για κάμερες, σαρώνω το δρόμο πάνω κάτω, σκαρώνω πλάνα. Πλάνα για τα καλοκαίρια που ‘ναι να ‘ρθουν. Τώρα ακόμα κι η μύγα με βαριέται και φεύγει. Παραμένω εδώ, με το καυτό μωσαϊκό του μπαλκονιού να μου καίει τα ποδάρια. Χαζεύω την κατάντια μας και το μυαλό μου τρέχει, νοσταλγεί.

Νοσταλγεί την εποχή που η ζωή μας ήταν ρέμπελη κι ανέμελη, που μετρούσαμε τις αποστάσεις με τσιγάρα. Τότε που ο ιδρώτας απ’ το πήδημα μούσκευε τα σεντόνια μας, δεν ενοχλούσε, ήταν ιδρώτας ερωτικός. Κι ύστερα πάλι σκέφτομαι. Να ήταν λέει η ζωή μας κόκκινο και δροσερό καρπούζι, όλο γλύκα! Κι όλα μας τα προβλήματα μαύρα κουκούτσια με ένα «φτου» να τα πετάμε χάμω ή μες στο πιάτο! Ε ρε Τζο Κόκερ … να ήσουν γειτονάκι, Πειραιώτης βέρος, να άφηνες τις πεντατονικές κλίμακες και να μας έριχνες δυο πενιές σε Ρε Χιτζάζ το “Summer in the city” και μετά παραγγελιά το «Καλοκαίρια και χειμώνες περιμένω να φανείς», να γούσταρε όλο το σκυλολόι.

Θα ‘πρεπε να ζητήσω βοήθεια μα θα τα καταφέρω και μόνος μου. Θα σύρω τα μεγάλα ηχεία ως το μπαλκόνι, θα ξετυλίξω τη μπαλαντέζα και με σκοπό να ανατινάξω το άδικο που ζούμε, να φέρω λίγη δροσιά, παίζοντας το αγαπημένο μου τραγούδι :

«Ζήτω οι βόμβες, κύριοι! Ζήτω το καλοκαίρι!»

 

 

Κείμενο γραμμένο για λογαριασμό του περιοδικού μπαχάρ* , καλοκαίρι, τεύχος πέμπτο, 2013. 

http://blogs.radiobubble.gr/2013/07/5.html

9 Σχόλια

Filed under Uncategorized

Λεωφόρος Σχιστού

Image

Τιμώ τους άνδρες – κι ας μην τους γνώρισα ποτέ μου – που με πρωτόγονα μέσα, σκάβοντας ακόμα και με τα χέρια τους, έσκισαν κάποτε τούτο το βουνό για να περάσει ο δρόμος. Για να στρωθεί η Λεωφόρος Σχιστού. Σήμερα τη λένε Λεωφόρο Εθνικής Αντιστάσεως. Αύριο … αύριο αν νικήσουν αυτοί θα την πουν Λεωφόρο της Ευρώπης, στήνοντας μνημεία από Άνθρακα και Χάλυβα σε όλο το μήκος της διαδρομής. Αν πάλι νικήσουμε εμείς θα την πούμε Λεωφόρο των Ηρώων της Επανάστασης, στήνοντας μνημεία από τσίγκο κι ελλενίτ. Μου τη δίνουν οι μετονομασίες. Δεν μπορώ τις αλλαγές. Καλύτερα να την πουν Λεωφόρο Σκέτο ή Λεωφόρο των Νεκρών, των Όπλων και των Μηχανών. Πως αλλάζει χρήση η γη, πως χάνει το χώμα την αξία … όλα εδώ, στο τελευταίο σύνορο της πόλης. Εδώ είναι η έσχατη σταυροβελονιά του αστικού ιστού.

Νεκροταφείο Σχιστού. Σκοπευτήριο. Βιομηχανικό πάρκο. Παν και κολλάν σαν μακιγιάζ τη λέξη πάρκο σε οτιδήποτε ασχημαίνει. Μάρμαρα, όπλα, μηχανές. Όλα τους ψυχρά. Πάνω απ’ τους σταυρούς και τα καντήλια, ψηλά στο λόφο το σκοπευτήριο. Οι κρότοι των πυροβόλων όπλων παρενοχλούν τη νεκρική σιγή, ανταριάζουν τα ξαπλωμένα πτώματα. Σαν μπαλοθιές, σαν δυναμικές εκπυρσοκροτήσεις ένοπλου αγήματος που ρίχνει στον αέρα για αποχαιρετισμό, σαν κατευόδιο στους πεθαμένους. Τις νύχτες μέσα από τις άδειες βιομηχανίες και τα έρημα εργοστάσια οι μηχανές στέλνουν το μήνυμα. Ουρλιάζουν. «Μια μέρα θα σηκώσουμε το βάρος του κόσμου στις κρύες μεταλλικές μας πλάτες. Εμείς δεν θα πεθάνουμε ποτέ. Ερχόμαστε να κυριαρχήσουμε.»

Κανείς εδώ δεν κείτεται για πάντα. Μόνιμα μνήματα δεν φτιάχνονται ποτέ, μάρμαρο δεν σμιλεύεται από χέρι καλλιτέχνη. Μικρός ο χρόνος διαμονής, σε τρία μόλις χρόνια σε ξεθάβουν. Φιλοξενία. Οι νεκροί δεν προλαβαίνουν καν να ορίσουν τους κανόνες της σωστής κι αρμονικής γειτνίασης. Πιότερη η καύση και η παύση. Παύση της μνήμης, του πένθους, του οδυρμού. Καλύτερα μια χούφτα γκρίζας τέφρας σκορπισμένης σε πέλαγο, σε υπόνομο, σε γλάστρα. Λίγα δεύτερα γόων και δακρύων κι έπειτα πάπαλα, φύγαμε για καφέ, κονιάκ και παξιμάδι. Ένας παπάς  -μεγάλο μούτρο- γυρίζει δω και κει κάτω από μια μαύρη ομπρέλα που ‘χει για τον ήλιο. Σαν τη μύγα μες στο γάλα, ράσο μες στο μάρμαρο. Γυρίζει γεμίζοντας τις τσέπες του χαρτί που του βάζουν ευλαβικά μες στις παλάμες οι κλαίουσες χήρες. Στέκεται πάνω απ’ τους τάφους και μουρμουρίζει «μμμμμμμμμμμ, εν τόπω χλοερώ, εν τόπω αναψύξεως, μμμμμμ»  απλώνοντας το χέρι για την είσπραξη. Πενήντα δεύτερα ψαλμωδίας – είκοσι ευρώ ταρίφα.

Τα βράδια όσοι απ’ τους νεκρούς άνδρες μπορούν, ορμούν έξω απ’ τους τάφους για να ζήσουν μια νέα σύντομη και ψεύτικη ζωή. Ζωντανεύουν έστω για μια τζούρα καθαρής, σπαρταριστής ανάσας. Μέσα σε αυτές τις λίγες ώρες, τις δανεικές και χαρισμένες ώρες κι ενώ οι χήρες τους στο σπίτι κλαίν πάνω από μια φωτογραφία, αυτοί το σκαν κι επισκέπτονται όλες τις μοναχικές γυναίκες της πόλης. Μπαίνουν στα σπίτια τους σαν διαρρήκτες για να επιδοθούν σε έναν ολονύχτιο, παράνομο και πρόστυχο έρωτα. Τα πέη τους είναι μαλακά έτσι όπως επιβάλλει και κυριαρχεί το μυαλό πάνω στο σώμα όταν πρόκειται για τέλεση μοιχείας. Οι άπιστοι … οι άτιμοι! Γυρνούν πίσω λίγο πριν το ξημέρωμα και σκαλίζουν πάνω στο μνήμα τους, σε αυστηρή προστακτική τις λέξεις :

«ΖΗΣΕ – ΜΑΘΕ – ΓΑΜΑ – ΓΛΕΝΤΑ – ΨΟΦΑ»

Με το που σηκώνεται ο ήλιος η φράση έχει σβηστεί μαγικά όπως μαγικά λαμβάνουν χώρα όλα τα παράλογα σε αυτό το μέρος.

Νεκροταφείο. Σκοπευτήριο. Βιομηχανικό πάρκο. Το πρωί το μέρος σφύζει από ζωή. Πλημμυρίζει με το σμάρι των αληθινά ζωντανών, των αληθινά γελασμένων. Μαυροφορεμένες χήρες, νυσταγμένοι εργάτες, επίδοξοι πιστολέρο. Παρακάτω γίνεται το παζάρι. Σκουπιδαριό. Ενθάδε πωλούνται κότες κι αυτοκίνητα. Ζώα που θρέφονται με καλαμπόκι και σίδερα που ξεδιψούν με βενζίνη. Τι να διαλέξεις και τι να πρωτοπάρεις; Η εποχή μας απαιτεί έξυπνες αγορές.

Σχολιάστε

Filed under Uncategorized

Μπρος εσμός και πίσω ψέμα

Image

Η έκτη του Αυγούστου κάθε χρόνο είναι γιορτή για το σπίτι. Ο πατέρας ανάβει φωτιά κι ετοιμάζει ψητό κρέας για όλους. Ο πατέρας γιορτάζει. Όνομα Σωτήρης. Εορτή μεταμόρφωση του Σωτήρος. Όνομα όχι και τόσο συχνό σε μια χώρα με αναρίθμητους σωτήρες. Λίγο η ανεμελιά του καλοκαιριού, λίγο οι χαρές μας που όσο πάνε και σπανίζουν, συντελούν στη μεταμόρφωση του σπιτιού σε σκιερό και δροσερό ντουλάπι, ερμητικά κλειδωμένο, μαγεμένο και ξεχασμένο, ενοχικά αδιάφορο για το χάος που ηγεμονεύει στην άλλη πλευρά, στην έξω μεριά. Τσουγκρίζουμε τα ποτήρια μας, οι ευχές μας χρόνο με το χρόνο και πιο φτωχές, οι ευχές μας αυτονόητες. «Την υγειά μας να ‘χουμε» και «πάνω απ’ όλα υγεία». Όταν όλα τελειώνουν θυμάμαι πως τούτη η μέρα για τον υπόλοιπο κόσμο, για την απεραντοσύνη έξω απ’ το σπίτι μας, είναι ημέρα ανάμνησης της φρίκης και του εγκλήματος. Ανοίγω την τηλεόραση. Ψάχνω να βρω την είδηση κι είδηση πουθενά. Κι όμως εγώ το ξέρω πως κάπου μέσα στην έρημη και ζεστή Αθήνα κάποιοι όμορφα τρελοί περπατούν για την ειρήνη. Θερινό πρόγραμμα γεμάτο επαναλήψεις. Πέφτω τυχαία σε μια σκηνή ταινίας, σε ένα υπόγειο καμπαρέ. Ο Γιώργος Κωνσταντίνου κι ο Σωτήρης Μουστάκας τραγουδούν πεινασμένοι το “Frère Jacques”.

Μέσα από ένα σακίδιο διακοπών αρπάζω ένα βιβλίο που’ χει για σελιδοδείκτες του μια χούφτα από άμμο και το χνώτο της αλμύρας. Κενζαμπούρο αδελφέ μου οφείλεις τα πάντα στη φρίκη, όλο σου το ταλαντούχο γράψιμο στηρίζεται στο μπηγμένο θεμέλιο του ανθρώπινου μίσους. Χωρίς τις βόμβες θα είχες γίνει ψαράς, δάσκαλος ή ταχυδρόμος. Ίσως να ήταν καλύτερα έτσι, για φαντάσου! Τώρα πια τα αιρκοντίσιον της πατρίδας σου πουλάνε πιο πολύ απ’ τα βιβλία σου. Ο πυρηνικός χειμώνας έδωσε σκυτάλη στον καύσωνα του καπιταλισμού. Μυαλό δεν βάλαμε …

Ας διδάξουμε νέες θρησκείες, ας εμπλακούμε σε νέες επαναστάσεις, ας προβούμε σε νέα φονικά. Η αγάπη για τον άνθρωπο απέτυχε, ο έρωτας τα καταφέρνει μια χαρά εδώ και χιλιετίες. Το ίδιο και η δίψα.

Βιβλιογραφία :

Ιησούς Χριστός, Καρλ Μαρξ, Νίκος Κοεμτζής, et al., (2013), Η Ιστορία της ανθρωπότητας είναι το έργο της φρίκης : Συλλογικό έργο, Εκδόσεις η Φρίκη, Αθήνα.

Και να, είμαστε εδώ, ένας λαός ολόκληρος, στριμωγμένος εκεί μέσα, εκεί μέσα χωράμε … στην τρύπια κάλτσα που φορά στο πόδι του ο Μουστάκας, καθώς πατάει του πιάνου τα πεντάλ, παίζοντας την παιδιάστικη και αφελή μελωδία, υμνώντας και ξορκίζοντας τα βάσανα. Μεταπολεμική Ελλάδα δίχως πόλεμο. Αυτό ζούμε ακόμα. Πνιγμοί, διώξεις, πείνα. Φρίκη μικρή ή μεγάλη, φρίκη καθημερινή. Στρατόπεδα συγκέντρωσης, αποθήκες ανθρώπων, υποθήκες ζωών. Υποθήκαι«Όταν οι άνθρωποι θέλουν το κακό του δίνουν όψη να αρέσει». Κάθε Αύγουστος  που διώχνουμε, κάθε Αύγουστος που περνάει μας κάνει να στέκουμε όλο και πιο μετέωροι, καθώς η διάβρωση κατατρώει τα άγρια βράχια του τόπου που κατοικούμε. Σε λίγο πατάμε θάλασσα, το βήμα μας τρέμει. Που να πας; Μπρος εσμός και πίσω ψέμα.

Δες κι αυτό : http://www.youtube.com/watch?v=tiMa5Z0qesU

Σχολιάστε

Filed under Uncategorized