Monthly Archives: Οκτώβριος 2013

Για να θριαμβεύσει η κίνηση

Image

 

«Κοκκινιά Κερατσίνι Αμφιάλη οδηγάω μ’ ασφάλειες στις πόρτες

 και τα παράθυρα ανεβασμένα.»

Χρήστος Οικονόμου

Εμείς δεν ξέρουμε από καθημερινές και σχόλες. Βδομάδες και μήνες άνεργοι, κάποιοι μπορεί και χρόνια. Ανήμποροι  και τυφλοί, με γλώσσα ξεριζωμένη από καιρό, πως να γευτούμε τη γλυκιά γεύση μιας αργίας; Κάθε μας μέρα ίδια. Ξύπνημα, περιφορά, ύπνος ξανά. Πώς να νιώσουμε λίγη δροσιά; Ανίκανοι και γι’ αυτό, ανίκανοι σε όλα.

Βρισκόμουν ξαπλωμένος στο κρεβάτι μου, φανταζόμουν πράγματα που άλλοτε περιφρονούσα και χλεύαζα, πράγματα που κάποτε μισούσα. Εγώ με ωραία ρούχα, παπούτσια ιταλικά, αγορασμένα λέει για το γραφείο. Τον εαυτό μου να φορά το χαμόγελο του επιτυχημένου και να μοιράζει κάρτες επαγγελματικές που ‘χαν πάνω τους τυπωμένη κάποια φανταχτερή ιδιότητα, ένα ανύπαρκτο επάγγελμα. Γενικός διευθυντής, νεοφυής εταιρεία και τέτοιες μαλακίες. Φαντάστηκα μέχρι και την ποιότητα του χαρτιού … πόσο θλιβερός!

Βγήκα να σταματήσω το κεφάλι, περπάτησα. Έτσι κατάλαβα τι μέρα ήταν. Κορίτσια ντυμένα με βαθυγάλανες πένσιλ και πλισέ φουστίτσες πρόσφεραν τα γυμνά μπούτια τους θυσία στα μάτια των εφήβων, τροφή στη φαντασία, χάρισμα και δάνειο για κάποιον μελλοντικό αυνανισμό στα μουλωχτά. Γονείς που καμάρωναν αγόραζαν στα παιδιά τους ζαχαρωτά και ψητό καλαμπόκι.

Πέρασα απ’ το σημείο του μεγάλου κακού. Μια γριά, θαρρείς γιαγιά όλων των ανθρώπων, στάθηκε μπροστά μου κι είπε «Τον παλιάνθρωπο να μαχαιρώσει το παλικάρι … κάθε φορά που περνάω από δω παραμιλάω!». Φέτος ο χειμώνας άργησε, σαν να θέλει να μας κάνει τη χάρη να ζεσταθούμε όσο περισσότερο μπορούμε, σαν συγνώμη για αυτά που ζήσαμε. 28η Οκτώβρη, λιακάδα και κοντομάνικο.

Σε κάθε γωνιά της πόλης μου συνθήματα κι αφίσες. Έσπαζαν τα ρουθούνια μου, γέμιζαν από τις μυρωδιές των χρωμάτων και της φρέσκιας γλουτολίνης. Ζωντάνια, κίνηση και ζωηράδα! Καινούρια μαγαζιά άνοιγαν παντού, άνθρωποι γέμιζαν τα τραπέζια. Μικροί μαθητές αφήναν τα μπαλόνια τους να ξεχυθούν στον ουρανό και τα χάζευαν μέχρι εκείνα να σβηστούν από τα μάτια. Η ζωή έκανε φωτοσύνθεση με τις αχτίδες ενός πεισματάρη ήλιου.  

Έρχονταν οι νεκροί από την άλλη πλευρά, από την πλευρά που δεν υπάρχει και μας παρακινούσαν, μας το λέγανε, μας το φώναζαν «Τραβάτε μπρος, το τέρας αγαπά την ακινησία. Δεν μας πειράζει, συνεχίστε!».

Κι έτσι εμείς γιορτάζαμε, παρέλαση, ξε-παρέλαση, γιορτάζαμε. Σαν τους άθεους που ανάβουνε λαμπάδες την Πασχαλιά μόνο και μόνο για να σμίξουν με χαμένους συγγενείς στον περίβολο της εκκλησίας. Σαν τους απάτριδες που παρελαύνουν στις λεωφόρους των πιο αφιλόξενων πόλεων του κόσμου πουλώντας χαρτομάντιλα, καθαρίζοντας τζάμια, κουβαλώντας χαρτόκουτα, μόνο και μόνο για να φαν και να ζήσουν. Τραβούσαμε εμπρός για να μην περάσει το δικό τους, για να θριαμβεύσει η κίνηση. 

3 Σχόλια

Filed under Uncategorized

Άνθρωποι του συρμού

Image

«Κι ας είναι ελαφρύ το νοικοκυριό που τους σκεπάζει»

Αργύρης Χιόνης

Ταύρος

Που να πηγαίνουν όλοι αυτοί; Τι να κουβαλούν άραγε μέσα στις μεγάλες σακούλες του πολυκαταστήματος παιχνιδιών που κρατούν; Γεμάτο το τρένο γυναίκες και γέροντες. Αρώματα, φουστάνια και καλσόν. Γκρίζα μαλλιά και βήχας. Τι να κάνουν τώρα όλοι όσοι θα έπρεπε να πηγαίνουν στις δουλειές τους; Κοιμούνται ως τις δύο το μεσημέρι; Κάνουν σεξ; Σέρνονται άλουστοι, περιφερόμενοι από δωμάτιο σε δωμάτιο γλιστρώντας πάνω στις κάλτσες τους; Βρίζουν το κορίτσι που μεταδίδει κάποιο έκτακτο δελτίο ειδήσεων;

Πετράλωνα

-Θείε, θεία; Τι έκπληξη κι αυτή;

-Γιώργο μου, πως μεγάλωσες! Τι κάνουν οι γονείς σου; Ντροπή πια να συναντιόμαστε μόνο τυχαία στο τρένο!

-Καλά είναι όλοι! Εσείς; Τα κορίτσια;

-Μια χαρά, πήραν τα πτυχία τους, η μικρή κάνει και μεταπτυχιακό … άντε σιγά-σιγά να παντρεύονται! Γέννησε η γυναίκα σου; Κοριτσάκι ε;

-Ναι, «είμαστε» τριών μηνών! Κάτσε να σου δείξω φωτογραφίες, την έχω στο κινητό!

-Τι όμορφη! Να σου ζήσει! Δουλίτσα έχεις; Από τη δουλειά γυρνάς;

-Ναι τώρα σχόλασα … δόξα τω Θεώ! Καλά είναι, δύσκολα είναι, να βγαίνει ο μήνας ρε θεία! Εσείς που πάτε;

-Στο Θησείο. Έχει συναυλία στον πεζόδρομο ο Σαββόπουλος … δωρεάν! Δεν βλέπεις; Κουβαλάμε και τα καρεκλάκια μας!

-Μάλιστα. Ξέρεις ότι δεν τα ακούω αυτά ρε θείε, μόνο λαϊκά εγώ. Να κανονίσουμε μια Κυριακή να έρθετε σπίτι να σας κάνουμε το τραπέζι. Η γυναίκα μου είναι φοβερή μαγείρισσα!

-Αμέ! Θα το κανονίσουμε.

Θησείο

Ένας νέος άνδρας επιβιβάζεται στο τρένο. Αρχετυπικά λαϊκός, πρωτόγονα ωραίος. Στην Ελλάδα τον λένε Νίκο κι Αλέκο, στην Αμερική τον φωνάζουν Κλιντ και Χάμφρεϊ. Είναι ντυμένος σαν «αρχαίος» σερβιτόρος, άσπρο πουκάμισο, τζιν παντελόνι. Παλιομοδίτης. Μέσα απ’ τα ανοιχτά κουμπιά του πουκαμίσου του, ορμούν οι άγριες τρίχες ενός ποθητού, απόρθητου στέρνου, φτάνουν ψηλά ως την πολεμίστρα κλείδα του. Οι τετρακέφαλοι στους μηρούς του παλεύουν με τις ηράκλειες στήλες που ‘χει για ραφές το ταλαιπωρημένο, φθαρμένο μπλουτζίν.

Οι πόρτες κλείνουν κι ο άνδρας με το μπλουτζίν στρέφεται προς τους ανθρώπους για λίγη ζεστασιά, αποφασισμένος και έτοιμος να αποκαθηλωθεί από τον θρόνο της αξιοπρέπειας και το βασίλειο της ομορφιάς, έκπτωτος στην ανάγκη της επαιτείας.

«Ζητώ τη βοήθειά σας! Μη με εγκαταλείπετε, είστε η μάνα μου κι ο πατέρας μου! Πεινάω, μη με εγκαταλείπετε!».

Μια γυναίκα κουνά το κεφάλι με απέχθεια και αηδία μαζεύοντας σφιχτά στην αγκαλιά της την τσάντα της. Καταδικάζει την ψυχολογική βία που της ασκείται στο κατά τ’ άλλα ήσυχο και συνηθισμένο πρωινό της και προέρχεται απ’ το ζητιάνο. Την αγριοκοιτώ καθώς έχω το χέρι μου στην τσέπη, χουφτώνοντας τα λιγοστά μου κέρματα που κουδουνίζουν.

Μοναστηράκι

«Μη με εγκαταλείπετε!» είπε και πήδηξε στο επόμενο βαγόνι. Αγαπητοί επιβάτες παρακαλείσθε να προσέχετε τα γελοία σας υποκείμενα. Είστε οι άνθρωποι του συρμού! Συνεχίστε ήσυχοι, πάντα εντός της τροχιάς σας. Επέκταση Γραμμής 1 με ενδιάμεσους σταθμούς Ουτόγια-Αμφιάλη. Έργο με τη συγχρηματοδότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Συνεχίστε για τη δουλειά σας, το σπίτι σας, το κυριακάτικό σας τραπέζι. Συνεχίστε για το Σαββόπουλο σας. Οι Κράμερ και Σπρένγκερ του καιρού μας δεν μπαίνουν ποτέ σε τρένα. Ωστόσο το σφυροκόπημα που συντάσσουν έρχεται και δεν θα αφορά μόνο τις μάγισσες. Προλαβαίνετε! Ορκιστείτε να νιώσετε έστω για μια στιγμή σαν το παιδί που του διώχνουν το κουτάβι. Σαν το εραστή που του ξελογιάζουν την ερωμένη. Σαν τον άνδρα που του αρπάζουν την τιμή.

Άκουσε κι αυτό : http://www.youtube.com/watch?v=tV8RfzT847A

3 Σχόλια

Filed under Uncategorized

Η ώρα του σεισμού

Image

«Ελπίζω στους σεισμούς που μέλλονται για να ‘ρθουν»

Μπ. Μπρεχτ

Τη στιγμή που ντυνόμουν με ρώτησε για εκείνη την ουλή που έχω χαμηλά στην κοιλιά, αριστερά από τον αφαλό μου. Σκαρφίστηκα ένα απ’ τα ευφάνταστα παραμύθια μου για να δικαιολογήσω την ύπαρξη της, όπως τροχαίο, επίθεση και ληστεία, σοβαρή εγχείρηση, καυγάς σε μπαρ. Σίγουρα πιο εντυπωσιακές και θαρραλέες ιστορίες για να προτιμήσει να πει κανείς από τη βαρετή αλήθεια. Ότι δηλαδή το σημάδι αυτό το απέκτησα στο σεισμό του 99΄ από τον αφιονισμένο σκύλο του γείτονα. Εκείνες οι μέρες, οι μέρες του σεισμού, ήταν οι τελευταίες στιγμές ανθρωπιάς που θυμάμαι. «Ντύνομαι και την κάνω, θα σου τηλεφωνήσω!».

Φοράω τα κλεμμένα μου ρούχα – μια άλλη ιστορία – πουκάμισο, ζακέτα και παντελόνι, όλα ξένα. Όλα αρπαγμένα από μπαλκόνια ισογείων, απαλλοτριωμένα από σπίτια και ντουλάπες φίλων και γνωστών. Μόνο οι κάλτσες και τα παπούτσια μου είναι αγορασμένα από εμένα τον ίδιο. Ο τρόπος που πατάμε στη γη πρέπει να είναι ξεκάθαρα κι απόλυτα δικός μας. Κατάδικός μας. Στέκω στην άκρη του δρόμου και στρίβω τσιγάρο. Από εδώ περνούν όλα τα λεωφορεία για το σπίτι. Το αξίζω ένα τσιγαράκι. Σίγουρα το αξίζω, ύστερα από τόση ώρα μοναξιάς, εγκλωβισμένος κι άκαπνος στα έγκατα του μετρό. Ας περάσουν και δυο και τρία λεωφορεία … θα πάρω κάποιο επόμενο, πρώτα θα ρουφήξω θάνατο κι ηδονή.

«Πειραιάς- Νεκροταφείο Σχιστού. Χωρίς Στάσεις»

Τα λεωφορεία έχουν νοημοσύνη, τα λεωφορεία έχουν κατακτήσει τη σοφία. Ο θάνατος δεν έχει στάσεις. Ο θάνατος είναι στάση. Δεν είναι ζωή με σχολείο-πτυχίο-στρατό-δουλειά-παντρειά … στάσεις και σταδιοδρομίες. Το ξαναλέω : Ο θάνατος είναι στάση. Λίγη ώρα πριν πάλευα με τον πανικό μου συγκρατώντας βίαια ξεσπάσματα αγοραφοβικής ρινορραγίας, περικυκλωμένος από εκατοντάδες άγνωστα πρόσωπα, μαγκωμένος σε εκδοτήρια εισιτηρίων και αυτόματες πόρτες συρμών. Κάθε φορά που βρίσκομαι σε κυλιόμενες σκάλες νιώθω σαν το γερο-Καρλίτο, έτοιμος για κυνηγητό, υποψιασμένος και καχύποπτος, προσμένω κάποιον αλήτη να έρθει να μου ρίξει δυο πιστολιές, δυο μαχαιριές, ό,τι του κάνει κέφι. Έτσι, χωρίς κανένα γαμημένο λόγο, έτσι για πλάκα. Αυτή είναι η πόλη μου. Αυτές είναι οι μέρες του μεγάλου φονικού, τα πεζοδρόμια ουρλιάζουν, η νύχτα λύκαινα … βυζαίνει όποιον της βρεθεί.

Πετάω τη γόπα στα βρομόνερα κι επιβιβάζομαι. Κόσμος πολύς στο λεωφορείο, γκρίνια και φτηνές κουβέντες. Προτιμώ να σταθώ όρθιος. Δίπλα μου στέκεται ένα παιδί-ενήλικας. Ξέρεις τι εννοώ, ξέρεις για ποια παιδιά μιλάω. Διανύουν τις μεγαλύτερες αποστάσεις μέσα στην πόλη έχοντας για πρόσωπο το δανεικό πρόσωπο ενός μεγάλου, σμιλεμένο, σημαδεμένο και σκαμμένο απ’ το άγχος, την κούραση και την πρόωρα και βίαια χαμένη αθωότητα. Κάθε τόσο γυρνώ το βλέμμα μου στο παιδί και ακριβώς τότε είναι που σκέφτομαι πως θέλω να απαλλαγώ από το ενθύμιο ανθρωπιάς που κρύβω κάτω απ’ τα κλεμμένα μου ρούχα. Τότε ακριβώς είναι που θέλω να επουλωθεί το σημάδι και τη θέση του να πάρει ένας μάρσιπος που θα φυτρώσει μέσα απ’ τα σπλάχνα μου, ικανός να φιλοξενήσει κάθε κατατρεγμένο που συναντώ στο δρόμο.

Μας εξοντώνουν ρε! Μας εξοντώνουν καθημερινά, λίγο-λίγο μέσα σε εκατομμύρια μικρές Τρεμπλίνκα, χτισμένες μέσα στο μυαλό μας, φτιαγμένες απ’ το χειρότερο  υλικό μας, περιφραγμένες από τα μαύρα δάση της ψυχής μας. Από τις οθόνες των τηλεοράσεων εκλύονται φονικά αέρια, δυνατές φωτιές καίνε σε φούρνους στα κρεμασμένα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων. Μα εγώ θέλω να φύγω, θέλω να το σκάσω και να βρεθώ σε μια έρημη παραλία στα μέσα του φθινοπώρου, εκεί που ο μίζερος και τσιφούτης ήλιος του Οκτώβρη μετατρέπει για λίγο τους πασσάλους των γυμνών ομπρελών σε δεκάδες ηλιακά ρολόγια. Τουλάχιστον θα ξέρω την ώρα, γιατί η ώρα του σεισμού θα έρθει, δε μπορεί … θα έρθει!

Φωτογραφία : Χρήστος Τόλης «Η απόλαυση της συμμετρίας»

Σχολιάστε

Filed under Uncategorized