Monthly Archives: Νοέμβριος 2013

666 Ιντερνάσιοναλ

Image

 

«Σε κάθε γωνιά του δρόμου, η αίσθηση του παραλογισμού,

μπορεί να χτυπήσει οποιοδήποτε άνθρωπο στο πρόσωπο»

Αλμπέρ Καμύ

Το κακό μπορεί να με βρει σε κάποια γωνιά του δρόμου. Περπατώ μόνος, σφίγγοντας τα κλειδιά στη γροθιά μου μέσα στην τσέπη του μπουφάν. Να αντεπιτεθώ, να αμυνθώ αν κάτι πάει στραβά. Όλη μου η ασφάλεια, όλη μου η αυτοάμυνα κρεμασμένη μαζί με δυο τρία κλειδιά σε ένα τόσο δα μπρελόκ … τι να μου κάνει κι αυτό; Αν χρειαστεί θα βγάλω το χέρι και θα χτυπήσω γρήγορα με το αιχμηρό σίδερο κι έπειτα θα το βάλω στα πόδια. Τούτη η πόλη με αγριεύει πια, είναι τρομερό να την περπατάς. Μόνος μου νιώθω εκτεθειμένος, ένα άψυχο τσουβάλι που περιφέρεται. Με τους φίλους είναι πάντα αλλιώς. Οι φίλοι μου μοιάζουν με εκείνα τα σακιά που είναι γεμάτα άμμο για να σταματούν τις σφαίρες. Οι φίλοι μου είναι σακιά παραγεμισμένα ελπίδα και αισιοδοξία.

Αν είναι να πάθω κάτι να γίνει γρήγορα, μπαμ και κάτω, οι γροθιές πονάνε. Οι γροθιές είναι βασανιστικές, κάνουν τα μούτρα σου κιμά. Με φαντάζομαι πεσμένο χάμω, ανάσκελα στην άσφαλτο. Το αίμα κάνει μικρές φουσκάλες στα ρουθούνια μου σε κάθε μου εκπνοή. Έτσι περπατώ. Ψυλλιασμένος, έτοιμος. Δεν μπορεί, όλο και κάποιος θα έχει παραπάνω νεύρα σήμερα. Όπως τότε σε ένα μπαρ που ένας τύπος μου τσάκισε το ζυγωματικό πάνω στη σιδερένια κάνουλα της μπύρας. Ήταν ξημερώματα, ήταν τόσο αργά που το μαγαζί έπαιζε κάποιο τραγούδι των Dødheimsgard αδιαφορώντας για τα γούστα και το κέφι της πελατείας. Ο τύπος ήρθε από πίσω μου και με άρπαξε απ’ τα μαλλιά χωρίς κανέναν απολύτως  λόγο. Ο τύπος ήταν έξω με αναστολή. Τα πράματα άλλαξαν. Η παράνοια καραδοκεί κάτω από τις πλάκες των πεζοδρομίων που πατούμε.

Τρωτός σε όλες τις απειλές. Με προσπερνούν γρήγορα. Εκτοξεύονται πάνω μου τα βρομόνερα από τις ρόδες των οχημάτων. Όρθιος κι εκτεθειμένος στη διάβαση περιμένοντας το φανάρι, όρθιος κι εκτεθειμένος στον γκισέ μιας τράπεζας, όρθιος κι εκτεθειμένος στην ουρά για μια αίτηση πρόσληψης. 

«Αιτήσεις πρόσληψης πραγματοποιούνται τις ώρες 11.00-13.00»

Από τις 10.30 μια μεγάλη ουρά έχει σχηματιστεί έξω από το πολυκατάστημα. Άνθρωποι που για να μην πέσουν γέρνουν ο ένας στην πλάτη του άλλου, στην πλάτη του μπροστινού. Αμόρφωτοι και μορφωμένοι όλοι μαζί. Ένας άγνωστος με ωραίο κοστούμι και χτενισμένα μαλλιά μας κοιτά και βάζει τα γέλια. «Καλά όλοι εσείς για αίτηση;» λέει και συνεχίζει το δρόμο του κρατώντας μια στοίβα με επίσημα έγγραφα. Περνάνε κι άλλοι για να μας δουν. Κοντοστέκονται, χαχανίζουν, ψιθυρίζουν. Είμαστε το μοντέρνο φρηκ σόου. Το τσίρκο ήρθε και στην πόλη τους. «Ακούσατε! Ακούσατε! Ελάτε να δείτε απελπισμένους!». Τα παιδιά των πλούσιων καταναλωτών μας κλωτσάν στο καλάμι για να σπάσουν πλάκα. Ο δουλέμπορος του human resources μας κοιτά στα δόντια, στα αγγλικά, στις γνώσεις ηλεκτρονικού υπολογιστή. Είδος απασχόλησης «εποχιακή». Περίπου δεκαπέντε μέρες δουλειάς. Μόνο για τις γιορτές. Τις γιορτές των άλλων. Ωράριο εορταστικό που σημαίνει υπερωρίες, τσακισμένα γόνατα, σαββατοκύριακα και βλαστήμιες  -χρονιάρες μέρες- που χάνουν τον δρόμο τους και δεν τολμάν να βγουν από το στόμα. Στην είσοδο τεράστιες ανακοινώσεις «Η κλοπή τιμωρείται» και τι συμβαίνει σε περίπτωση που σε πιάσουν με μαρκαδόρους στην τσάντα.

Δεν είμαι εγώ για τέτοια. Σπάω τη γραμμή και βγαίνω απ’ την ουρά. Πίσω μου οι άλλοι που στεκόμασταν μαζί ξεκινούν να πέφτουν σαν ντόμινο. Αποτέλεσμα της απουσίας μου. Απέδρασα κι ανάβω τσιγάρο, κάνω νόημα για ταξί. Ο οδηγός φρενάρει μπροστά μου, πετάω το τσιγάρο για να μπω. «Δεν έπρεπε να το πετάξεις» μου λέει «ο καθένας πρέπει να κάνει αυτό που γουστάρει!». Στο ταμπλό του αυτοκινήτου υπάρχουν παντού φωτογραφίες μικρών παιδιών. «Τα παιδιά σου;» τον ρωτώ μα εκείνος συνεχίζει. «Όσοι δεν μπορούμε μια κι έξω πρέπει να πεθαίνουμε λίγο-λίγο. Τσιγάρο, τηγανητά, ουίσκι. Εγώ έχω το κινητό μονίμως στην τσέπη, δίπλα ακριβώς απ’ τα αρχίδια. Ρουφάω ραδιενέργεια!».

«Τα παιδιά σου είναι αυτά στις φωτογραφίες;» ξαναρωτώ «χαριτωμένα είναι!» του λέω, μήπως κι αλλάξει κουβέντα. Εκείνος συνεχίζει. «Λίγο-λίγο σου λέω, κάθε μέρα και από λίγο θάνατο. Εγώ είμαι κότα! Όχι σαν εκείνη. Εκείνη το ‘πε και το ‘κανε. Εγώ είχα τα χρέη αυτή είχε το θάρρος. Από τον τέταρτο. Ο ήχος της πτώσης της, ξύπνησε όλη τη γειτονιά. Ναι παιδιά μας είναι!».

Σώπασα μέχρι το τέλος της διαδρομής. Έδωσα φιλοδώρημα και κατέβηκα. Δεν μπήκα σπίτι. Έτρεξα δίχως να ξέρω που πάω, έτρεξα ψάχνοντας ένα τοπίο γυμνό και φαλακρό από ανθρώπους, έτρεξα ώσπου σταμάτησα άπραγος και λαχανιασμένος. Στάθηκα μόνος να πατώ χιλιάδες διαφημιστικά φυλλάδια που καλούσαν τον κόσμο να προσφέρει ρούχα, κουβέρτες και τρόφιμα για τις γιορτές.

Βουτήξτε άνθρωποι στα παγωμένα και καθαγιασμένα νερά. Βουτήξτε στην κολυμβήθρα της φιλανθρωπίας. Βουτήξτε κι ένα χέρι τιμωρό θα πιέσει το κεφάλι σας μέσα στο νερό. Μέχρι την τελευταία σας ανάσα.

Σιδερένια φτέρνα. Αυθύπαρκτο κακό. Ιμπεριαλισμός. Καλά Χριστούγεννα. Ευτυχισμένο το νέο ΈΠΟΣ. 666 ιντερνάσιοναλ.

Image

Φωτογραφία 1. : Enri Canaj. «Άντρας τρώει σε συσσίτιο της εκκλησίας»

Φωτογραφία 2. : Sebastião Salgado. «Ημέρα των νεκρών»

Advertisements

8 Σχόλια

Filed under Uncategorized

Κωμόπολη Ουτοπία

Image

«A lot can happen in the middle of nowhere»

Fargo, Coen brothers

 

Κάθε φορά που βγαίνω να εξορμήσω, το παλιό, σχεδόν συνομήλικό μου, Τογιότα Στάρλετ του 86’ που είναι παρκαρισμένο στο δρόμο, με κοιτά περίεργα. Τα δυο μπροστινά του φανάρια μοιάζουν με λυπημένα μάτια μικρού παιδιού που παραπονιέται να το πάρω μαζί μου στην ατέλειωτη βόλτα. Δεν πρόκειται να ξεκινήσω να οδηγώ. Γιατί να προστεθεί σ’ όλο αυτό το αστικό χάος ένας ακόμη μανιακός, ένας αγχωμένος παράφρονας, οπλισμένος με τιμόνι κι ένα τόνο σιδερικά; Κρατώ για μένα το ρολάκι του συνοδηγού, διαλέγω να πω τις δυο τρεις ατάκες απ’ το σενάριο του επιβάτη. Παίρνω τα μέσα για να παρατηρώ τους ανθρώπους. Δουλειά μου είναι να παρατηρώ τους ανθρώπους. Δουλειά μου είναι να ζω στις πόλεις τους. Κάποιος θα έπρεπε να με πληρώνει γι’ αυτό. Μισθοδοσία απ’ το Υπουργείο Μοναξιάς κι Ανθρωπίνων Συμπεριφορών. Οι μελέτες μου μπορεί να φανούν χρήσιμες. Κάποια μέρα … ίσως, μπορεί, υποθέτω … κάποια μέρα ίσως δικαιωθώ. 

Υπάρχουν στιγμές που γεννιούνται μέσα απ’ τον επίπονο τοκετό της ρουτίνας, μικρές ευκαιρίες που όσο παν’ και λιγοστεύουν, δώρα για να εγκαταλείψω τις πόλεις προσωρινά. Για λίγο. Τουλάχιστον μέχρι την ολική κι οριστική τους εκκένωση. Αναπάντεχες εκδρομές του χειμώνα, ξαφνιάσματα και κρότοι μες στην πολύμηνη, απειλητική ησυχία. Με βαλίτσα μικρή, μια χειραποσκευή ελπίδα, βρίσκομαι καθοδόν. Συνοδηγός και επιβάτης. Τα μάτια μου ξεφυλλίζουν την Εθνική οδό. Διόδια και βενζινάδικα, χόρτα που καίν μες στα χωράφια, ημιτελείς κατασκευές, ξεθωριασμένα συνθήματα μιας άλλης εποχής. Ρωτώ τον εαυτό μου : «Θα μπορούσες; Μπορείς να το φανταστείς;».

Με φαντάζομαι. Μικροπαντρεμένη, δουλεύω στο εστιατόριο που σταματάν οι ταξιδιώτες. Κατουράνε, τεντώνονται να ξεπιαστούν. Πίνουν καφέ, κάνουν τσιγάρο. Εγώ εκεί. Σερβίρω και καθαρίζω. Εγώ εκεί, χτυπώ τα πλήκτρα της ταμειακής. Άγνωστα πρόσωπα κάθε μέρα, χιλιάδες κάθε χρόνο. Οδηγοί που έρχονται και φεύγουν, μπορεί να ξαναπεράσουν το Πάσχα, το καλοκαίρι, ποιος ξέρει πότε; Ποτέ δεν θα μάθουν το όνομά μου κι ας το ‘χω γραμμένο στο καρτελάκι που κρέμεται στο πουκάμισο που φορώ. Ο άντρας μου με περιμένει στο σχόλασμα. Μέσα απ’ τα σκοτάδια επιστρέφουμε στο χωριό. Στο σπίτι διαβάζω ένα βιβλίο. Εκείνος κοιμάται. Το βιβλίο λέει πως όλα τα πρόσωπα που βλέπουμε στα όνειρα τα έχουμε δει κάποτε, έστω για μια στιγμή και ξυπνητοί. Όλοι μου οι εφιάλτες είναι τα πρόσωπα των άγνωστων περαστικών. Το μόνο που θα ‘θελα είναι κάποιος να μου ‘λεγε μια καλημέρα και να με φώναζε «Αγγέλα».

«Θα μπορούσες; Μπορείς να το φανταστείς;». Με φαντάζομαι γέρο, τυφλό, κατάκοιτο σε ορεινό χωριό. Έχω παιδιά στην Αθήνα. Φοβάμαι. Με φαντάζομαι μικρό μαθητή. Παίζω μόνος μου στις σκουριασμένες κούνιες καθώς περιμένω το λεωφορείο για το σχολειό, τρία χωριά μακριά από δω. Φοβάμαι. Με φαντάζομαι ξένο που περιμένει την πληρωμή. Βρίσκομαι σκυφτός στο χωράφι μέσα στην πάχνη του Νοέμβρη. Τα χέρια μου μυρίζουν χώμα, τα χέρια τους μυρίζουν αίμα. Φοβάμαι. 

Ο χειμώνας είναι αδυσώπητος με τους μικρούς τόπους. Η αρχική ιδέα για την οποία εφηύραμε το κρύο ήταν για να ερχόμαστε πιο κοντά. Το προϊόν βγήκε στην αγορά, οι πωλήσεις πάτωσαν. Ούτε παγωμένα χαμόγελα δεν μπορεί να προσφέρει πια. Βρέχει και χιονίζει μα τα σεντόνια των ανθρώπων παραμένουν άνυδρα και τα χάδια τους χέρσα. Στις πολιτείες τα μαγαζιά ήδη πωλούν χριστουγεννιάτικα λαμπιόνια και στολίδια. Κάποιο αγόρι θα στείλει ένα μήνυμα «Τα φωτάκια σε θυμίζουν, μου λείπεις!».

Όμως τίποτε το γιορτινό δεν θα σκεπάσει την επαρχία. Φάργκο, Νέα Μανωλάδα, Τακλομπάν. Κάπου εκεί τριγύρω πρέπει να ‘ναι χτισμένη η Ουτοπία. Μικρή, μια σταλιά. Τελευταία απογραφή, μόνιμοι κάτοικοι : 0. Όλα έχουν ειπωθεί. Αν είχαμε μπέσα θα σταματούσαμε να γράφουμε. Μόνο θα μεταφράζαμε. Θα μεταφράζαμε σ’ όλες τις γλώσσες της Βαβέλ το στίχο «Έκανε κρύο κι εμείς δουλεύαμε».

3 Σχόλια

Filed under Uncategorized