Monthly Archives: Δεκέμβριος 2013

Κομπρεσέρ

Image

Το μόνο χειρότερο από το να πεθάνεις είναι το να πεθάνεις μέσα στις γιορτές. Εσύ δεν καταλαβαίνεις τίποτε ούτε και που σε νοιάζει. Μόνο χαλάς το πρόγραμμα στους άλλους, ξεστολίζουν δέντρα και χαμόγελα, πετάνε γλυκά και διάθεση. Θρήνος και σεβασμός. Υποθέτω πως υπάρχουν άνθρωποι που πεθαίνουν στις 23:59 την 31η Δεκεμβρίου. Ο θάνατος δεν χαμπαριάζει από ανθρώπινες επινοήσεις κι άλλα τέτοια κατασκευάσματα.

Από την κάμαρα ακούγεται η φωνή της μητέρας που λυγάει. Δώδεκα χρόνια συμμαθήτριες και άλλα τόσα φίλες. Κάμποσα χρόνια χαμένες .. χαμένες από καιρό. Στο τηλέφωνο είναι ο Νίκος. Σύζυγος, σύντροφος και τώρα χήρος. Πάντα το αναρωτιόμουν … πως πληροφορείσαι το θάνατο; Φαντάζομαι πως είναι μια απ’ τις δουλειές που έχουν να κάνουν οι συγγενείς μόλις συμβεί το κακό, μόλις βρουν την ψυχραιμία. Κανονίζουν τις λεπτομέρειες με το γραφείο τελετών, ψήνουν καφέδες και σερβίρουν, ανοίγουν την ατζέντα και ξεκινούν τα τηλέφωνα. Πρώτα οι κοντινοί, οι στενοί, οι αγαπημένοι. Έπειτα όλοι αυτοί που αδιαφόρησαν, που εξαφανίστηκαν, που σταμάτησαν τις επισκέψεις μετά την τρίτη χημειοθεραπεία.

Κι εσύ μάνα τι έκανες; Πες μου τι έκανες; Πήγες μια φορά να τη δεις τα τελευταία πέντε χρόνια; Μην απολογείσαι! Αφού το ξέρουμε όλοι, αφού είναι γνωστό πια στους ανθρώπους πως κανείς δεν αγαπά τους αρρώστους. Όλοι έχουμε τα δικά μας τώρα. Όλοι έχουμε τα δικά μας τώρα. Όλοι έχουμε τα δικά μας τώρα.

Αν ήταν να πεθάνω γιορτή θα ‘θελα να πεθάνω των Φώτων. Αν ήμουν γιορτή θα ‘θελα να ‘μαι η γιορτή των Φώτων, η πιο βαρετή γιορτή απ’ τις γιορτές, ο πιο ασήμαντος άνθρωπος μες στους ανθρώπους.

Ξοδεύω την τελευταία μέρα του χρόνου άδικα, μέσα σε ένα βαρετό συμβολαιογραφείο. Η γραμματέας είναι άσχημη, τα έπιπλα βαριά. Δερματόδετα χοντρά βιβλία και κάμποσοι Χριστοί επάργυροι να με κοιτούν με μισό μάτι. Έλλειψη κίνησης και άνεσης. Στενότητα, σοβαροφάνεια, το χιούμορ απόν. Ο συμβολαιογράφος διαβάζει δυνατά κι εγώ πρέπει να ακούω. Μου θυμίζει τον γυμνασιάρχη μου. Όση ώρα κρατά η διαδικασία εγώ σκέφτομαι τους φίλους που με παροτρύνουν να γράψω ένα βιβλίο. Την ψωνίζω, αιθεροβατώ. Σκέφτομαι το φτωχό, καλλιτεχνικό βιογραφικό μου σε μαλακό εξώφυλλο με αυτάκια : «Γεννήθηκε από ασήμαντη οικογένεια. Πήγε σε δημόσιο σχολείο. Έγραψε τούτο δω που κρατάς. Αυτά!».

Το παλιό σπίτι στο χωριό το πήρα από τον πεθαμένο παππού μου. Δεν πρόκειται να το επισκεφτώ ποτέ, μήτε όμως και να το πουλήσω. Δεν μου πάει η καρδιά. Το ‘χτισε με πολύ κόπο, πέτρα-πέτρα που λένε, χρόνια εργάτης κομπρεσέρ στους εθνικούς δρόμους. Έπρεπε να τον έβλεπες σακατεμένο, να τον έβλεπες πως έτρεμε στα γεράματα. Θαρρείς πως άνθρωπος και κομπρεσέρ γινήκαν ένα. Σάρκες και μέταλλα, τεχνητό μόσχευμα, προσθετικά μέλη.

Ο γιος του εργάτη έγινε δάσκαλος κι ο γιος του δασκάλου εργάτης. Η ζωή πήγε πενήντα χρόνια πίσω. Το ίδιο κι η τεχνολογία. Τα κομπρεσέρ παροπλίστηκαν και σκουριάζουν. Τώρα χτυπάω το κεφάλι μου στο οδόστρωμα μέχρι να ματώσει. Με έχουν προσλάβει για αυτό. Με έχουν προσλάβει για 400 ευρώ μικτά το μήνα, για να σπάσουν πλάκα. Στέκονται από πάνω μου, γελώντας, και φωνάζουν :

«Ουδείς αναντικατάστατος!».

Έτσι πέρασε η τελευταία μέρα του χρόνου, με σκέψεις και θανατικό. Έτρεξα να προλάβω αυτούς που γιόρταζαν. Οι άνθρωποι φορούσαν τα καλά τους και φιλιόντουσαν μέσα στα σταματημένα αυτοκίνητα. Στο λιμάνι βούιζαν οι κόρνες των βαποριών. Γύρισα κι είδα το Δημοτικό Θέατρο φωτισμένο και πλάι του το στολισμένο καραβάκι. Τρεις ξένοι εργάτες τραβούσαν αναμνηστικές φωτογραφίες στο αξιοθέατο … να τις στείλουν άραγε στις μανάδες τους; Έμοιαζαν στην όψη και στην κακουχία με τον πεθαμένο παππού μου. Το τρέμουλο του ανθρώπου που φοβάται, το τρέμουλο του ανθρώπου που ‘χει δουλέψει κομπρεσέρ. Το τρέμουλο της καρδιάς του ανθρώπου που μπορεί και ξέρει να αγαπά.

5 Σχόλια

Filed under Uncategorized

Στορκ

Image

 

Το Στορκ είναι πολλά πράγματα. Είναι η πίστα-σκακιέρα με πιόνια χορευτές σε αλλόκοτες θέσεις και ροκέ εκτός κανονισμών. Οι αγαπητικιές, οι απατημένες, τα αρώματα Βουλγάρας κι οι φοιτητριούλες που ξέρουν να στα παίρνουν. Είναι ακόμα οι γυαλιστερές καράφλες, τα διπλοκάμπινα και τα SUV. Η κόκκινη μοκέτα με τα σημάδια από τις καύτρες, οι γιάπηδες της Νομικής κι οι μορφονιοί με τα μούσκουλα απ’ τη γυμναστική ακαδημία. Είναι οι καπνοπαραγωγοί. Οι Πομάκοι, οι κατσίβελοι κι οι βλάχοι με τα αγροτικά. Είναι η ηρωίδα πενηντάρα λουλουδού που μεγαλώνει το παιδί της μόνη. Εκεί μέσα αισθάνεται η πιο όμορφη γυναίκα στον κόσμο, όλοι την ποθούν, όλοι τη βλέπουν όμορφη, είτε από μέθη είτε από μοναξιά.

Το Στορκ είναι χέβι, πανκ ροκ και ροκ εντ ρολ. Είναι ο Lemmy πρώτο τραπέζι πίστα με χνώτα που βρωμάνε νοθευμένο ουίσκι κι άσσο φίλτρο μαλακό. Οι μπάτσοι εκτός υπηρεσίας στο διπλανό τραπέζι, τα αγριοκοιτάγματα κι η φασαρία που δεν αργεί να γίνει. Είναι που την έχουμε βαμμένη. Για μερικούς είναι η πολιτική διαθήκη του καπετάν Γιώτη, γι’ άλλους το σάλτο μορτάλε του Πουλαντζά και για κάποιους το πιστόλι του Χρήστου Τσουτσουβή. Είναι συζητήσεις, πολιτικές διαφωνίες, λογομαχίες – πέφτει και καμιά ψιλή – πάνω από τα σατέν τραπεζομάντηλα. Είναι οι σφαλιάρες στο ΑΤ, ο σωματικός έλεγχος και το ψαχούλεμα της κωλοτρυπίδας.

Είναι αυτός που τον πάνε σηκωτό κι αναίσθητο από την έξοδο κινδύνου κι οι φασαρίες με τους Ρώσους που όλοι βγάζουν το σκασμό. Για τους σινεφίλ και τους χορτάτους είναι ο Γιώργος Αρμένης. Για τις λαϊκές μάζες είναι ο Μάκης ο Τσετσένογλου ή Μάκης σκέτο, που τον βλέπουν στο youtube να χορεύει, σωστός σαμάνος, μεθυσμένο κι άτσαλο ζεμπέκικο – ζε –  ζεμπέκικο, χωρίς το γιώτα, όπως το λέγαν οι παλιοί. Είναι ο νταλκάς της Μαίρης Μαράντη, το χειροφίλημα στις μεγάλες κυρίες του πενταγράμμου, στην κάθε Diamanda Galas της επαρχιακής νύχτας.

Είναι πατσάς με σκορδοστούμπι κι έπειτα βόλτα στο Ρολόι, στα σοκάκια πάνω στους πλίνθους που γλιστράνε από την πρωινή υγρασία. Είναι τα δυο μαθήματα που απομένουν για πτυχίο. Οι ορκωμοσίες, οι ευτυχείς γονείς κι οι ανθοδέσμες. Είναι οι φάτσες μας κρεμασμένες στη βιτρίνα του κεντρικού φωτογραφείου. Κι έπειτα είναι δρόμος, ο καθένας στην πόλη του, απόσταση, αναπόφευκτος κι αναγκαίος χωρισμός. Το Στορκ είναι προπάντων κλειστό. 

Πρέπει να έκλεισε την ίδια περίπου εποχή που έκλεισες κι εσύ όλες τις πόρτες, τους δρόμους και τις πιθανότητες. Πάνε χρόνια και θέλω να χτυπήσει το τηλέφωνο και να ‘ναι ο αδερφός μου. Να μου πει «Μάντεψε ποια πήρα τυχαία κούρσα για αεροδρόμιο» κι εσύ να κάθεσαι στο πίσω κάθισμα. Να ‘ρθω αμέσως να σε βρω και να μείνουμε για ένα βράδυ στο Holiday Inn ή στο Sofitel ή όπου αντέξει το πορτοφόλι μου, πάντως δίπλα στο Ελ. Βενιζέλος. Η συντροφιά μου θα ‘ναι αφορολόγητη σαν τις κολόνιες και τα τσιγάρα που θα αγοράσεις λίγο πριν πετάξεις. 

Κι εγώ στο υπόσχομαι να γράψω ένα ολάκερο βιβλίο με τούτο μόνο το φτωχό υλικό … τη μια βραδιά μας. Εγώ, εσύ κι η γύμνια μας. Τα σεντόνια και τα δωρεάν σαπουνάκια που ‘ναι στο μπάνιο, το δωμάτιο, τα τέσσερα ντουβάρια. Μόνο σε παρακαλώ μην ανοίξεις τη βαλίτσα σου, όχι μπροστά μου … μην τύχει και δω κάποιο δικό του δώρο. Κάποιο πουκάμισο φαρδύ που στο ‘χει δώσει να φοράς όταν κοιμάσαι. Εγώ θα ‘ρθω … να ‘ρθεις κι εσύ σαν έρωτας με τη διαδικασία του κατεπείγοντος. 

9 Σχόλια

Filed under Uncategorized

Οι ορεσίβιοι έρωτες

Image

Χωριό 1.

Είμαι τόσο μικρός, κατουρώ πίσω απ’ το σπίτι των παππούδων. Πιτσιλώ το χορτάρι και τα καινούρια μου πέδιλα. Κάποιες φορές είναι καλοκαίρι. Ο πατέρας με βγάζει φωτογραφίες με μια Πολαρόιντ. Η μάνα με μαθαίνει κολύμπι, βγάζοντάς μου τα μπρατσάκια που ‘χω για να επιπλέω. Η μεγαλύτερη διαδρομή του τότε γνωστού μου κόσμου φτάνει ως την πηγή. Γεμίζουμε νερό και παίρνουμε το δρόμο της επιστροφής. Η βάβω μας ψήνει γαλατόπιτα και ζυμωτό ψωμί στο φούρνο με τα ξύλα. Πίνουμε κατσικίσιο, ζεσταμένο με το μπρίκι στο τζάκι. Κάποιες φορές είναι Πάσχα. Παρακολουθώ τη σφαγή των αμνών. Εξοικειώνομαι με την αγωνία, το φόνο, το κρύο μαχαίρι. Λίγες τελευταίες ανάσες και το αίμα βάφει το χορτάρι καθώς το ζώο σπαρταράει ανήμπορο μπροστά στα παιδικά μου μάτια. Την Κυριακή στο τραπέζι θα φάμε. Το ζώο.

Χωριό 2.

Η εξαδέλφη διαθέτει μεγάλα και σφιχτά βυζιά. Τη βλέπω πρώτη φορά στη ζωή μου. Μεγάλο σόι. Οι συγγενείς μας συστήνουν, κανονίζουμε να βγούμε μετά την αλλαγή του χρόνου. Σκέφτομαι να τη μεθύσω και να το γλεντήσουμε. Κάνει headbanging με κλαρίνα και σκυλάδικα της κακιάς ώρας στο κλαμπ της κωμόπολης, μισή ώρα δρόμο από δω. Η εξαδέλφη κουβαλά στην πλάτη της τα 38 της χρόνια. Τρεις αποτυχημένες σχέσεις -η μια που δεν κατέληξε σε γάμο- και δύο μπλε τετράδια γεμάτα ποιήματα. Πρέπει να κάνω κίνηση γρήγορα, σε δυο μέρες φεύγει για την Αθήνα. Στη μεγάλη πόλη θα χάσω τα ίχνη της. Ξέρω μόνο πως ξενυχτά στο MG, κερνά ποτά, πηδιέται με ταξιτζήδες. Μπορεί να βρεθεί αναίσθητη στη μπανιέρα της, μα ποτέ δεν θα το μάθω … οι γονείς μας θα έχουν διακόψει οποιαδήποτε επικοινωνία, τσακωμένοι ίσως για κάποια κληρονομικά.

Χωριό 3.

Εδώ μένει η πρώτη μου γκόμενα απ’ το Πανεπιστήμιο. Διορισμένη με σύζυγο και δίδυμα. Οδηγεί αμάξι πόλης, έχει δάνειο που τρέχει, τραπεζικό υπόλοιπο χίλια διακόσια εξήντα τρία ευρώ. Ψηφίζει κάθε τέσσερα χρόνια. Οι μαθητές της φτιάχνουν και της χαρίζουν χειροτεχνίες κι ευχετήριες κάρτες Χριστουγέννων. Αν είχαμε καταλήξει μαζί δεν θα με άντεχε. Δεν θα την άντεχα κι εγώ. Θα τη συναντήσω τυχαία στην πλατεία και θα χαμογελάσω χαϊδεύοντας την κοιλιά και τα αραιά μαλλιά μου. Θα κανονίσουμε από ευγένεια να βρεθούμε κάποια στιγμή να τα πούμε. Σε άλλο μέρος, σ’ άλλη ώρα, αν γίνεται σ’ άλλες ζωές. Σε συνθήκες που να βολεύει. Το ίδιο κιόλας μεσημέρι θα διηγηθεί στον άντρα της, την ιστοριούλα που ‘χε μαζί μου στο Πανεπιστήμιο. Θα γελάσουν. Εκείνος θα της γεμίσει το ποτήρι με κρασί και θα συνεχίσουν τρώγοντας το φαί τους.

Χωριό 4.

Φτάνουμε και ξεφορτώνομαι τις αποσκευές. Ο ξενώνας είναι ζεστός. Εκείνη μπαίνει για μπάνιο. Βγαίνω στο μπαλκόνι για τσιγάρο. Ο Άραχθος από κάτω ουρλιάζει. Κάθε σταγόνα του που σκάει πάνω στην ποταμίσια πέτρα και μια ιδέα -φερτή ύλη- στο ακατάστατο μυαλό μου. Κρατώ τις σημειώσεις μου πρόχειρα στο μπλοκάκι … Αν με χωρίσει, να ‘ρθω εδώ πάνω μονάχος. Αν βρω το κουράγιο, θα κάτσω δυο χειμώνες. Πολλές ταινίες. Μουσική. Μπορεί να κόβω ξύλα. Ύπνος νωρίς. Νερό κι αέρας. Θα κάνω έρωτα με όλες τις δασκάλες. Αποσπασμένες, αναπληρώτριες, πρωτοδιορισμένες. Τουλάχιστον θα προσπαθήσω, δεν υπάρχει κι άλλος εδώ. Θα σπάσω ίσως έτσι τη μοναξιά τους.

Όλη μου η ζωή χωράει σε μια διαδρομή τετρακοσίων χιλιομέτρων και τριάντα χρόνων. Στάσεις, σταθμοί και πρακτορεία. Γκαζώνω στα διόδια και σπάω τις μπάρες. Οι γέφυρες που θεμελιώθηκαν για να περάσω γκρεμίζονται σε κάθε μου λάθος. Οι τροχιές και οι τροχαίες με κυνηγούν.

Το πρωί όλα είναι αλλιώς. Κοιμάται δίπλα μου γυμνή, μοσχοβολάει ακόμα. Τσιγάρο και σημειώσεις ξανά … Προτιμώ τους ορεσίβιους έρωτες. Ξέρουν  να σκαρφαλώνουν σαν τ’ αγριοκάτσικα πάνω στ’ απόκρημνα βράχια της συνήθειας, μαθαίνουν να κοιτούν τον κόσμο από ψηλά, πάνω στις απότομες κορφές της καθημερινότητας. Για όσο αντέξουν οι οπλές τους … μέχρι να γκρεμοτσακιστούν, αξίζει η βόλτα. Μη φοβηθείς, ας βγούμε για βοσκή!

Άκου κι αυτό, νομίζω πως ταιριάζει : http://www.youtube.com/watch?v=iXatBGhYTXc&feature=share

6 Σχόλια

Filed under Uncategorized

Οργασμός

Image

Όλες οι γυναίκες που γνώρισα στη ζωή μου, με πίεσαν να κάνω κάτι με την ικανότητα που ‘χω να αραδιάζω δέκα λέξεις στη σειρά, μέσα σε μια πρόταση. Κάποιες νομίζω πως με αγάπησαν λίγο παραπάνω γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο. Μία με χώρισε όταν δεν έκανα πολλά γι’ αυτό, όταν δεν το κυνήγησα όσο θα έπρεπε. Έπεσα στα μάτια της. Όπως όταν ξεκαύλωσε η γυναίκα του Δημητριάδη στον «Εργένη», όταν αυτός δεν ανέπτυξε περισσότερο το ταλέντο του στη φωτογραφία. Αυτό είμαι! Ένας Δημητριάδης. Ένας εργένης με πατρικό, πτυχίο και ελεύθερο χρόνο. Κι αντί να μεγαλώνω στοργικά δεκάδες κατσαρίδες μέσα σε βάζα μαρμελάδας , κάθομαι κι εκτρέφω μυστικά απ’ τους γέρους γονείς μου. Λίγη φούντα και μπουκάλια αλκοόλ, χαρτοπετσέτες με ξεραμένο σπέρμα μέσα στα συρτάρια του κομοδίνου που ‘χω στο παιδικό δωμάτιο. Έτσι είναι οι εργένηδες της φουρνιάς μου. Παρακαλώ να βρεθεί κάποιος. Ας βρεθεί κάποιος με το ταλέντο και το κουράγιο να γράψει το μυθιστόρημα της γενιάς μου με τίτλο «Οι Τριαντάρηδες».

Αλλά ο Δημητριάδης ήταν τραπεζικός υπάλληλος … τουλάχιστον μέχρι να τα παρατήσει και να το ρίξει στη βότκα. Ενώ εγώ; Εγώ είμαι ένας χασομέρης. Έχω τόσο χρόνο που θα ‘θελα να πάρω ένα κορίτσι και να το ξεναγήσω στην ομορφιά που ‘χει το λιμάνι καταμεσής της βαρυχειμωνιάς. Έξω τα μποφόρ, μέσα εμείς. Να μη τη νοιάξει η ομίχλη απ’ τις καμινάδες που χορεύει γύρω απ’ τις κίτρινες λάμπες του δήμου, μήτε η κάπνα που θα καλύψει τα μαλλιά της και θα σκεπάσει το άρωμα από το κασκόλ της. Να την πάω να δει τους νεώσοικους, στα σπλάχνα των σύγχρονων πολυκατοικιών, εκεί που οι αρχαίοι Αθηναίοι φύλαγαν τα καράβια τους το χειμώνα για να μην κρυώνουν, να μην αρρωσταίνουν. Να της πω, «μείνε εδώ, εδώ είναι ζεστά!».

Κάπου διάβασα πως σε μια μακρινή και πολιτισμένη χώρα βάζουν τους αλκοολικούς να μαζέψουν τα απορρίμματα απ’ το δρόμο, πληρώνοντάς τούς σε μπύρες. Να μια δουλειά που θα μπορούσα να κάνω με ευκολία! Η μπύρα θρέφει. Θα σκούπιζα τα αποτσίγαρα, τα χαρτιά και τις πεταμένες τσίχλες και μετά θα το ‘ριχνα στο πιοτό. Κάποια μέρα, οι κάτοικοι των οδών που θα καθάριζα θα θύμωναν πολύ μαζί μου. Θα αποφάσιζαν πως τα πιο βρωμερά σκουπίδια είναι οι αλκοολικοί κι οι άστεγοι, τα πρεζόνια κι οι πουτάνες, οι ξένοι, οι κατατρεγμένοι γενικώς, όλα τα παιδιά του δρόμου. Θα ‘μενα άνεργος.

Έτσι, μην έχοντας τι άλλο να κάνω, αρχίζω ξανά να περπατώ. Φτάνω έξω απ’ τους σταθμούς του μετρό και αντικρίζω το success story να στέκεται υπομονετικά πάνω στα είκοσι δύο ετών ποδάρια του, μοιράζοντας δωρεάν αριθμούς κινητής τηλεφωνίας και κάρτες ανανέωσης χρόνου στους ανυποψίαστους περαστικούς νοικοκυραίους, συλλέγοντας και καταγράφοντας τα ευαίσθητα προσωπικά τους δεδομένα. Μετά από μια βδομάδα, κάπου, σε κάποιο σπίτι, σε ένα οικογενειακό τραπέζι χτυπά το τηλέφωνο. Ο πατέρας το σηκώνει και μιλά απότομα «Δεν ενδιαφερόμαστε κοπέλα μου, τρώμε τώρα, μην μας ενοχλήσεις ξανά!». Σε ένα μήνα η κόρη του θα πιάσει τηλεφωνήτρια σε κάποιο call center.

Συνεχίζω με τα πόδια μέχρι το βάθος της πόλης. Μια κοπέλα ξυπόλητη, με βρώμικα πόδια, κάθεται και κλαίει μες στη βροχή, μες στην απόγνωση. Κρατά ένα αυτοσχέδιο χαρτονένιο κουτί που ‘χει για τα κέρματα που της πετάν οι περαστικοί. Στο απέναντι πεζοδρόμιο δεν πέφτει καρφίτσα. Κάτω απ’ το υπόστεγο του φωταγωγημένου θεάτρου στέκονται αναρίθμητες οι γυναίκες της παλιάς Αθήνας. Οι γούνες τους μυρίζουν ναφθαλίνη, δαγκώνω τα χρυσαφικά τους να δω αν είναι αληθινά. Εκείνες κάνουν τσιγάρο σλιμ περιμένοντας να ηχήσει το κουδούνι για την έναρξη της παράστασης. Μέχρι να μπουν και να κάτσουν στις κόκκινες βελούδινες πολυθρόνες του θεάτρου, η ξυπόλητη κοπέλα ξεψυχά. Το πρωί θα τη βρει παγωμένη ένας λαχειοπώλης. Θα ‘ναι το πρώτο απ’ τα χιλιάδες πνεύματα των Χριστουγέννων που θα στοιχειώσουν τους Εμπενίζερ τούτης της πόλης.

Φεύγω και χάνομαι. Φτάνω ως τα ηχεία της κεντρικής πλατείας που παιανίζουν γιορτινά τραγουδάκια. Τρυπώνω σαν το διαρρήκτη, διαπράττω δολιοφθορά, διακόπτω το πρόγραμμα. Παίζω το Infinity με τη φωνή της Ειρήνης Παππά … να νομίσουν οι εχθροί μας, έστω για λίγο, έστω μέσα στον ταραγμένο ύπνο τους, ότι κάπως έτσι ηχεί ο οργασμός των επαναστατημένων ανθρώπων.

άκου να τολμάς : https://www.youtube.com/watch?v=4ra2xYKdP8w

10 Σχόλια

Filed under Uncategorized