Monthly Archives: Φεβρουαρίου 2014

Εποχιακά, είδη δώρων

Image

 

*Κείμενο γραμμένο για λογαριασμό του enfo.gr και το αφιέρωμα στον Έρωτα.

 

Ήξερε καλά το πάθος και τη σαρκική απόλαυση, αυτά που τρελαίνουν τους άνδρες. Αποτέλεσμα πηγαίου ταλέντου, σοβαρής ενασχόλησης, εξάσκησης χρόνων κι αληθινής αγάπης για τη γνώση του σώματος. Του δικού της και των άλλων. Τους ψιθύρους με τα βρωμόλογα, τα σαλιωμένα χείλη, τις δερμάτινες σπιθαμές που ανατριχιάζουν στα πιο απίθανα σημεία του κορμιού. Ήξερε να ντύνεται και να βγαίνει και -Θέ μου- ήξερε να χορεύει! Ήξερε να φυσά τον καπνό στα μούτρα και να κουνά τον κώλο, να τον καρφώνει σα μαχαίρι στα μάτια και στο μυαλό. Ήξερε ακόμα τα μεθυσμένα πρωινά, τα μουτζουρωμένα μάτια από το κλάμα και το σπασμένο τακούνι. Έζησε τον καυγά και το βρισίδι, το σχισμένο καλσόν, το πασαλειμμένο κραγιόν και τα κοκκινισμένα μάγουλα από τις σφαλιάρες. Γνώριζε τα κτήνη γιατί γνώριζε το πάθος που δεν πρόφτασε να γίνει έγκλημα.

 Ένα μόνο πράγμα έλεγε πως δεν γνωρίζει. «Τον έρωταΉ τον έζησα πολύ και δεν κατάλαβα ή δεν τον έζησα καθόλου!» έλεγε με πικρία κι απορία μαζί κι έπειτα ξεσπούσε σε αμήχανα γελάκια, κοιτώντας με βλέμμα απλανές τα γεωμετρικά σχέδια πάνω στα πλακάκια. Ίσως για αυτό νοίκιασε τότε εκείνο το δωμάτιο απέναντι από το κατάστημα με τα είδη δώρων και τα εποχιακά. Καθόταν συχνά στο παράθυρο και κοιτούσε τις αλλαγές στη βιτρίνα. «Έτσι αντιλαμβάνομαι εγώ τις εποχές. Αλλαγές στη βιτρίνα – αλλαγές στις εποχές! Δεντράκια και λαμπιόνια, γιρλάντες και στολίδια . πλησιάζει Δεκέμβρης, Χριστούγεννα!». Η αλήθεια είναι πως δεν φορούσε ποτέ της ρολόι, δεν είχε ημερολόγια κρεμασμένα στους κιτρινισμένους τοίχους. Τηλεόραση και ραδιόφωνο χαλασμένα από καιρό. Δεν δούλευε, δεν έβγαινε για χρόνια. Μόνο καθόταν στο παράθυρο και κάπνιζε κοιτώντας στην απέναντι μεριά του δρόμου τα εμπορεύματα να ξεφορτώνονται για το μικρό μαγαζάκι που ξεκινούσε τις προετοιμασίες και τους στολισμούς για τον κάθε χαρούμενο πελάτη. «Τον μισώ το Φλεβάρη! Ούτε χειμώνας, ούτε καλοκαίρι. Μέτριος σε όλα του! Βλέπεις απέναντι; Κοίτα προσεκτικά! Ξεφορτώνουν στολές και μάσκες για το καρναβάλι. Και καρδιές και ροζ καρτούλες με γλυκόλογα. Ξερνάω! Να σου κι ο Βαλεντίνος, προστάτης του έρωτα … χαχαχα αρχίδια προστάτης!».

 Φλεβάρης ήταν κι όταν έχασα τα ίχνη της. Την κατάπιε η γη. Κίνησα προς το σπίτι της όπως είχαμε συμφωνήσει «Μια φορά την εβδομάδα, κάθε Δευτέρα πρωί, γιατί μισώ τις Δευτέρες κι έχω ανάγκη τη συντροφιά  σου!». Χτύπησα τα κουδούνια. Τίποτα! Τηλέφωνο δεν είχα. Πήγαινα από εκεί κάθε Δευτέρα. Βρήκα τη σπιτονοικοκυρά, είχα ανησυχήσει, την παρακάλεσα να μου ανοίξει. Το σπίτι μέσα ίδιο. Τακτοποιημένο μα βρώμικο. Τσιγάρο και κλεισούρα. Οι κουρτίνες του παραθύρου που κοιτούσε στο δρόμο, που κοιτούσε στο μικρό μαγαζάκι με τη φωτεινή επιγραφή «Εποχιακά, είδη δώρων» ήταν ορθάνοιχτες. Πάνω στο τζάμι με σελοτέιπ έτοιμο να ξεκολλήσει ένα σημείωμα .

 «Συγνώμη γλυκέ μου! Ήταν υπέροχα, ήσουν καλός μαζί μου. Ο πρώτος καλός μετά από καιρό. Αλλά ο έρωτας δεν είναι δώρο να σου τον πουλήσει ο απέναντι, να μου τον φέρεις μέσα σε μια σακούλα. Δεν είναι είδος εποχιακό. Να πολεμάς για τον έρωτα, να είναι για πάντα, πέρα και πάνω από τις εποχές και τους μήνες. Έρωτας είναι το άθροισμα των εμπειριών μας. Το πηλίκο των συμβιβασμών και των υποχωρήσεων. Η απουσία του έρωτα ονομάζεται εαυτός. Κι ο εαυτός μας θάλασσα … μια θάλασσα που μας καταπίνει.»

 

Άκου κι αυτό αν θες : http://www.youtube.com/watch?v=Uvpdo5jqgSY

1 σχόλιο

Filed under Uncategorized

Nocebo

Image

Χθες βράδυ μου τηλεφώνησε από το κοιμητήριο της Σαρλβίλ, ο Ζαν Νικολά Αρτύρ Ρεμπώ. Εκατόν είκοσι και πλέον χρόνια πεθαμένος, ακρωτηριασμένος στο ένα του πόδι, θαμμένος λίγα χιλιόμετρα έξω από το δάσος των Αρδεννών. «Πάει καιρός που λείπω» μου είπε «κι όμως φίλε μου μυαλό δεν βάζετε. Έγκλημα και φονικό. Αν βρισκόμουν ανάμεσά σας θα έβγαζα πολλά λεφτά. Δουλειές με φούντες φίλε μου! Θα άφηνα στη μέση τις μπίζνες μου στην Κύπρο, στην Αβησσυνία και θα ‘στηνα δουλεμπορικό … Συρία, Μικρασία, Αιγαίο, Φαρμακονήσι. Τα πράματα πάνε συνεχώς προς το χειρότερο, μυαλό δεν βάλατε!».

Άλλαξα πλευρό, στριφογύρισα, σηκώθηκα ζαλισμένος. «Να με ταράξει ήθελε ο παλιάνθρωπος» είπα μέσα μου. «Δεν τα εννοεί, κομπιναδόρος ναι! Και τυχοδιώκτης σίγουρα. Αλλά καλλιτέχνης!». Ψάχνοντας τις κάλτσες μου αναρωτήθηκα αν το τηλεφώνημα συνέβη στα αλήθεια. Δεν ήμουν σίγουρος. Φταίει που είμαι ζαλισμένος απ’ τα φάρμακα που παίρνω για να μπορώ να κοιμάμαι. Πάνε τρεις μέρες τώρα που ψάχνω το χαρτί της συσκευασίας με τις οδηγίες χρήσεως. Αντενδείξεις και παρενέργειες. Εφιάλτες, σύγχυση, ίλιγγος κι εφίδρωση. Φόρεσα τις κάλτσες και μου κόπηκε το αίμα στις γάμπες. Τις πέταξα ξανά στο πάτωμα. Άλλωστε γιατί να βάλω παπούτσια; Ο ήλιος μοναχά δεν φτάνει να με παρακινήσει. Δεν έχω πουθενά και σήμερα να πάω. Έκατσα σπίτι να σκέφτομαι πως τα πράματα θα πάνε προς το χειρότερο.

Τα τελευταία δέκα χρόνια της ζωής μου τα πέρασα πότε καθισμένος σε μια καρέκλα και πότε πίνοντας. Πολύ συχνά έκανα και τα δύο. Δεν έχω δικαίωμα να φωνάζω. Παραιτήθηκα. Με έκανα δώρο στην απραξία. Στο νου μου ασέλγησαν οι σκέψεις μασκαρεμένες σε αϋπνίες. Έρχονται κάθε βράδυ ντυμένες ελαφρά και σέξι, σωστές πουτανίτσες! Τέτοιες νύχτες, τέτοιες μέρες, είναι που θυμάμαι συχνά το κορίτσι που κάποτε με ρώτησε αν τρέμω. Απ’ το κρύο, από φόβο, από οργή. Είχα μείνει να την κοιτάζω δίχως να ξέρω την απάντηση. Τώρα ψάχνω να τη βρω, να της φωνάξω, να το παραδεχτώ. Τρέμω τους χορτάτους που συζητάνε για την κατάσταση στις ταβέρνες, καπνίζοντας τσιγάρο, πετώντας τη στάχτη τους στα πιάτα με τ’ αποφάγια. Τρέμω το «Στην υγειά μας, στον αγώνα!» κι έπειτα τη φάλτσα νότα από το τσούγκρισμα των ποτηριών. Τρέμω να παραδεχτώ πως τα πράματα θα πάνε προς το χειρότερο.

Κατάντησα να σκέφτομαι ακίνητος, δίχως ζωντάνια καμιά. Είμαι ο τελευταίος, υπό εξαφάνιση λούτρινος αρκούδος. Επαπειλούμενο είδος. Πριν από μένα αφανίστηκαν πολλοί. Ο Πέτρος που πήγε από βελόνα, ο Στέλιος από άσφαλτο κι ο Νίκος απ’ την παλιαρρώστια. Λιγοστεύουμε. Είμαστε οι εναπομείναντες κόκκοι της άμμου, σύντομα πρόκειται να διαβούμε τον ισθμό του χρόνου.  Έτσι πάει. Πρώτα πεθαίνει το σώμα. Άκουσα στο δελτίο ειδήσεων πως για λίγο καιρό ακόμα θα επιτρέπεται η σκέψη. Η απόφαση θυροκολλήθηκε χθες βράδυ στις εξώπορτές μας. Το ξέρω γιατί η γειτονιά με έβαλε να κάνω το νυχτοφύλακα. Δεν ήθελα να τους ξυπνήσω όλους. Δεν ήθελα να τους πω πως τα πράματα θα πάνε προς το χειρότερο.

Η επήρεια των φαρμάκων έληξε. Κατάφερα να κοιμηθώ πρώτη φορά έπειτα από τέσσερις χειμώνες. Τον είδα στον ύπνο μου. Αυτός ο λαθρέμπορος όπλων δεν έγινε έμπορος ψυχών. Ξέφυγε απ’ τους διώκτες και τους λιμενικούς. Επιδέξιοι ελιγμοί στη φουρτούνα και στη θαλασσοταραχή. Έπρεπε να τον βλέπεις μες στα κύματα. Δάκρυσε στο Φαρμακονήσι κι έπλευσε δυτικότερα, περνώντας τη Λέρο. Έφτασε στη νήσο Λέβιθα, χώμα ευρωπαϊκό. Αποβιβάστηκε με όλους τους κυνηγημένους. Όλοι μαζί, πάνω στο μικροσκοπικό νησί, προσκύνησαν τον Άη Γιώργη και τον Koc Baba, τον μουσουλμάνο Άγιο και φονέα των τεράτων. Κάθισαν να φάνε περιμένοντας βοήθεια, μοιράζοντας το λιγοστό ψωμί με τους μαυροπετρίτες που φωλιάζουνε στα βράχια. Τα πράματα στο όνειρό μου γύριζαν προς το καλύτερο.

Άκου κι αυτό σε παρακαλώ : http://www.youtube.com/watch?v=DqKLgdQ-JqI

Σχολιάστε

Filed under Uncategorized