Monthly Archives: Μαρτίου 2014

Νέοι Άνδρες Νεκροί

Εικόνα

Θυμάμαι κείνα τα χρόνια που η άνοιξη δεν ήταν τεχνητή. Παιδί θα ‘μουν τότε ακόμα που την αντιλαμβανόμουν στο έμπα της, καθώς με νάρκωνε απ’ την πρώτη κιόλας μέρα με ένα γαργάλημα από άρωμα νεράντζι στα ρουθούνια. Έπαιρνα σεντόνια και μαξιλάρες, χαρτόκουτα, σκουπόξυλα, ό,τι άλλο μου βρισκόταν και έστήνα πρόχειρα αντίσκηνα στην αυλή του σπιτιού μου. Αγκάλιαζα το ραδιόφωνο, χάιδευα ένα φακό. Περνούσα τη νύχτα εκεί, κάτω απ’ τα αστέρια και κάτω απ’ το αντίσκηνο, ολότελα μέσα στις μυρωδιές του άνθους νεραντζιάς. Τώρα εγώ είμαι νεκρός από χρόνια κι η άνοιξη πουλιέται κι αγοράζεται στα ακριβά πολυκαταστήματα και στις κλειστές λέσχες των πλουσίων.

Ένα χειμώνα ψέκασαν όλα τα δέντρα της πόλης μ’ ένα πανίσχυρο χημικό και τα άφησαν να πεθάνουν, να ξεραθούν οι κορμοί, να μην πετάξουν φύλλωμα. Ο διευθυντής του Χημείου του κράτους, διορισμένος από τον Μεγάλο Αχυράνθρωπο, είχε μόλις ανακαλύψει στο εργαστήριο του το «Άρωμα της Άνοιξης». Η κυβέρνηση προσέβλεπε σε μεγάλα κέρδη από την παραγωγή, διάθεση και εμπορεία της άνοιξης. Το προϊόν κλείστηκε σε μπουκαλάκια σύγχρονου, εκλεπτυσμένου ντιζάιν και βγήκε στις αγορές. Τέλη κείνου του Μάρτη με αρχές Απρίλη, του πρώτου έτους που η άνοιξη δεν ήρθε ποτέ, ξεκίνησαν οι αυτοκτονίες.  Άνθρωποι απ’ όλη την πρωτεύουσα, στους δρόμους, στα σπίτια, στις δουλειές, έσπαγαν το κεφάλι τους με τις ώρες, ώστε να βρουν τους πιο ανώδυνους τρόπους.

Θορυβημένη απ’ τους θανάτους η κυβέρνηση του Μεγάλου Αχυράνθρωπου ανακοίνωσε έκτακτα μέτρα. Για να εξευμενίσει τους πεινασμένους αποφάσισε να απελευθερώσει το κλειστό επάγγελμα του επαίτη. Οι σταθμοί των αμαξοστοιχιών μετονομάστηκαν. Τα Πετράλωνα έγιναν «Χαρτομάντιλα» και το Θησείο «Αναπτήρες». «Στυλό» το Μοναστηράκι κι «Ακορντεόν» η Ομόνοια. Ταυτόχρονα όλο το μήκος της διαδρομής στρώθηκε με πλάκες από λείο τσιμέντο, έτσι ώστε αν κάποιος που σκόπευε να πηδήσει στο κενό και μετάνιωνε, να προλάβαινε να ξαναβγεί στην αποβάθρα, να σκαρφαλώσει με ασφάλεια, δίχως να πιαστεί το πόδι τους στις ράγες, χωρίς να μπλεχτεί στα χαλίκια και τις σανίδες.

Οι άνθρωποι γύρω μου ‘διναν τέλος με ολολυγμούς, κατάρες κι οιμωγές για την απώλεια της  Άνοιξης, μα εμένα με έσωζε η Ντόμνα. Ρωσίδα ιερόδουλη, σκλάβα κι έγκλειστη σε κάποιο διαμέρισμα της Αθήνας. Τη γνώρισα λίγους μήνες πριν από τον εξανδραποδισμό της. Ερωτευτήκαμε. «Ντόμνα στα ρώσικα»,της έλεγα, «σημαίνει υψικάμινος» και της διάβαζα στίχους του Εμπειρίκου. Μα εκείνη ήξερε μονάχα να λέει σε σπαστά ελληνικά τις λέξεις «σ’ αγαπώ», «πεινάω» και «συγνώμη». Όσα δηλαδή χρειάζεται ο άνθρωπος για να ζήσει χωρίς την ποίηση.

Έφυγα απ’τη ζωή έναν Απρίλη. Δεν έκανα για κείνη τη δουλειά. Αλυσίδα εστιατορίων. Εγώ έπλενα πιάτα – αυτοί ξέπλεναν χρήμα. Βιτρίνα για βρομοδουλειές. Εκεί έτρωγε όλη η καλή Αθήνα. Τριαντάχρονοι δικηγόροι, start-upentrepreneurs, κορίτσια των free-press κι ακόμα αξιωματούχοι και παρατρεχάμενοι του Μεγάλου Αχυρανθρώπου. Είχα άλλα ταλέντα κι ευαίσθητη καρδιά. «Έλλειψη ενδιαφέροντος. Απουσία νοήματος» είπαν στην αρχή οι γνωματεύσεις των γιατρών. Έκατσα εκεί για οχτάωρα εξάντλησης, ταπείνωσης κι αναξιοπρέπειας. Κάθε μέρα γυρνούσα στις έξι τ’ απόγευμα στο σπίτι και έβαζα στο στόμα μου μια πικρή μπουκιά κακομαγειρεμένο φαγητό που τ’ αγόραζα απ’ το κοντινότερο φαστ φουντ, με το μισθό της κακοπληρωμένης μου εργασίας. Άφηνα πάντα γερό φιλοδώρημα στο παιδί που μου ‘φερνε το ψωμί μου … πιο γερό τα βροχερά απογεύματα και τις νύχτες με παγωνιά. Ήμουνα λαρτζ. Το συμπονούσα κείνο το παιδί. Ήξερα τι είναι να κάνεις κάτι που σου πλακώνει την ψυχή μόνο και μόνο για να μπορέσεις να ξυπνήσεις και το επόμενο πρωί.

Μια μέρα στη δουλειά, λίγο πριν προλάβω να κλείσω τα 29 μου χρόνια, πέταξα την ποδιά μου στα μούτρα του σωματέμπορα εργοδότη μου. Αυτός κρατούσε στα δεσμά του τη Ντόμνα μου. Παραιτήθηκα. Ήθελα να τον σφάξω κι όμως παραιτήθηκα. Όσο ζούσα ήμουν ανίκανος. Με το θάνατό μου έγινα και δειλός. Το ίδιο απόγευμα γύρισα σπίτι νωρίτερα. Δεν πεινούσα. Κείνο το απόγευμα έβαλα στο στόμα μου μια κρύα μπουκιά σίδερο από την κάννη μιας μπερέτα.

2 Σχόλια

Filed under Uncategorized

Μπήκα στην ποίηση

Εικόνα

Dominique Aguessy

Μπήκα στην ποίηση
Όπως μπαίνουν σε μία αντιπαράθεση
Κόντρα στους κύκλους της υποτέλειας
Στην υπερεκλεπτυσμένη καταπίεση
Σύγχρονη και από τα μέσα κατευθυνόμενη
Που η κυρίαρχη σκέψη ασκεί

Μπήκα στην ποίηση
Όπως μπαίνουνε στην αντίσταση
Κόντρα στην άρνηση της αξιοπρέπειας
Στους φτωχότερους της ανθρωπότητας
Στη νομιμοποίηση μηχανισμών γενοκτονίας
Για να τραφεί το κοινό με θέαμα

Μπήκα στην ποίηση
Όπως μπαίνουνε στην εξέγερση
Της μνήμης τον θρήνο να πω
Του αποκλεισμoύ το όνειδος
Την καθημερινότητα στο περιθώριο
Βαθιά πόσο είναι η περιφρόνηση

Μπήκα στην ποίηση
Όπως παίρνουν το δρόμο της μετανάστευσης
Να αμφισβητήσω τις αλυσίδες της μοίρας
Να εκτοπίσω τις βεβαιότητες
Της ιστορίας ξανά να δέσω το νήμα
Με την εγρήγορση για την έγερση

Η Dominique Aguessy είναι αφρικανή ποιήτρια με καταγωγή από το Μπενίν και γαλλική ιθαγένεια, λόγω της χρόνιας διαμονής της στο Ντακάρ της Σενεγάλης. Διετέλεσε Βοηθός Γ.Γ. της Παγκόσμιας Συνομοσπονδίας Εργασίας (Διεθνής Συνομοσπονδία Συνδικάτων). Εμφανίστηκε στη λογοτεχνία το 1993 με την ποιητική συλλογή «Δρόμοι στη σοφία, παραμύθια και θρύλοι της Σενεγάλης και του Μπενίν».

Από το αφιέρωμα «Τραγουδώ τις ιστορίες της φυλής μου»: Γυναικεία ποίηση από τη γαλλόφωνη Αφρική. Πρωτοδημοσιεύτηκε στο «Ποιητικόν σκεύος Τεφλόν», τεύχος #6, μτφρ. στα ελληνικά Κυόκο. 

Επιμέλεια kospanti : Με αφορμή και αιτία την 21 Μάρτη, Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης, Παγκόσμια Ημέρα κατά του Ρατσισμού και των διακρίσεων.

Εικόνα

Εικόνα 1. Αφρικανές γυναίκες, θύματα του human trafficking, στους δρόμους της Αθήνας.

Εικόνα 2. Κεντροαφρικανική Δημοκρατία, λιντσάρισμα μουσουλμάνου, ένας «αθέατος» θρησκευτικός και ιμπεριαλιστικός πόλεμος.

Δι-ιστολογικό αφιέρωμα για την 21η Μάρτη. Συμμετέχουν ακόμα :

βιβλιοθηκάριος: Αυτός ο άνθρωπος μπροστά σας

το ιστολόγιο του Ερυθρού Καγκουρώ: Ο Τζουζέπε Ουνγκαρέτι νεοσύλλεκτος

ο ήχος του ανέμου:  Άνομο μυστικό

Rubies & Clouds/RubinakiM

ΠΟΔΗΛΑΤΙΣΣΑ

Κυνοκέφαλοι

Το καραντί: 21η Μαρτίου

αναγεννημένη

Σχολιάστε

Filed under Uncategorized

Ένα φορτίο με δραπέτες

Εικόνα

«Νεκροί δεν αξίζετε τίποτα,

μονάχα στους λόγους σας χρησιμοποιούν»

Ντάλτον Τράμπο

Πως βρέθηκα εδώ; Πόσος καιρός να ‘χει περάσει; Έχασα το φως μου, δεν βλέπω τίποτα κι ούτε μπορώ να μιλήσω. Το μόνο που καταφέρνω είναι να ακούω και να δέχομαι το άγγιγμα. Να κουνηθώ ούτε λόγος.  Χτες άκουσα κάποιον πάνω απ’ το κρεβάτι μου να λέει πως οι σοβαρές κρανιακές κακώσεις προκάλεσαν εκτεταμένες βλάβες στην παρεγκεφαλίδα. Αυτός πρέπει να ήταν ο κύριος καθηγητής. Έτσι τον αποκαλούσαν όλοι, μια ομάδα ανθρώπων πάνω απ’ τον ανήμπορο άνθρωπο. Εμένα. Ο κύριος καθηγητής κι οι φοιτητές του είχαν έρθει να δούνε το φρικιό. Στάθηκαν από πάνω μου και μιλούσαν, άκουσα κάποιους να γελάνε, ένας είπε «τον κακομοίρη», μια κοπέλα αηδίασε στη θέα μου. Συνέχισαν να μιλάνε για ώρα, λέγανε πράγματα για εμένα χωρίς εμένα και τότε αισθάνθηκα το απαλό της άγγιγμα, κατάλαβα το τρυφερό, αδούλευτο, γυναικείο της χέρι. Λίγο βαμβάκι στο μπράτσο μου, το τσίμπημα μιας βελόνας κι έπειτα τίποτα. Σκοτάδι, χάος, κενό, αχαλίνωτη πτώση και βύθισμα.

Το φαρμάκι που μου χορηγήθηκε ήταν πανίσχυρο. Βλαβερή χημεία κι επικίνδυνη, γιατί είδα όνειρα πολλά, σάρκινους κι οστέινους εφιάλτες. Είδα πως ήμουν περούκα, φορεμένη σε ψεύτικα κεφάλια από φελιζόλ, κρεμασμένη στις βιτρίνες των μαγαζιών πέριξ του πάλλευκου κτηρίου που στεγάζει το αντικαρκινικό νοσοκομείο. Ήμουν μια περούκα φτιαγμένη από χιλιάδες νεκρές τρίχες που κάποτε ζούσαν στις κεφαλές των καθημερινών ανθρώπων. Αυτό ήμουν όλο κι όλο, μια περούκα. Μεγαλύτερος εχθρός μου ο στατικός ηλεκτρισμός. Με έπιανε και με ξεσήκωνε, με αντάριαζε … κι εγώ παραδομένος στη δύναμη και τη θέλησή του, δήλωνα υποταγή. Βούλιαξα σε ένα τέναγος από εφιάλτες για όλο το βράδυ. Πρωταγωνιστής εγώ, πάντα στο ρόλου κάποιου άψυχου αντικειμένου. Είδα πως ήμουν το μηδέν υπόλοιπο στους τραπεζικούς λογαριασμούς των απλήρωτων εργατών. Με έβριζαν και με καταριόντουσαν οι γυναίκες τους και τα νηστικά παιδιά τους. Είδα ακόμη πως ήμουν ο αρχαίος ποταμός Δνείπερος. Διέσχιζα τις απέραντες πεδιάδες και τους σιτοβολώνες, πλένοντας και καθαρίζοντας στο γάργαρο διάβα μου, τους επιδέσμους των τραυματισμένων φαντάρων απ’ τα πεδία των μαχών. Εικοσάχρονοι φτωχοί,  Έλληνες και Τούρκοι, Γάλλοι, Ρώσοι κι Ουκρανοί, σκοτώνονταν στις όχθες μου. Ανίκανος να σταματήσω το φονικό, συνέχιζα να κυλάω για να μη βλέπω, ξεχυνόμουν στη θάλασσα για να μην πενθώ. Τέλος είδα πως ήμουν μια μουσκεμένη φρατζόλα ψωμί, με κράδαιναν στα χέρια τους οι ζωντανοί σε έναν φτωχομαχαλά της Τουρκίας.

Ξύπνησα το επόμενο μεσημέρι. Η νοσοκόμα μπήκε στο δωμάτιο. Την κατάλαβα από την ευωδιαστή γυναικεία κολόνια που πότιζε το λαιμό της. «Καλημέρα, σήμερα είναι Σάββατο!» είπε γεμάτη χαρά κι ας μην μπορούσα να της απαντήσω. Είπε πως θα ανοίξει το παράθυρο να μπει φως και πως δεν έχει σημασία που εγώ δεν μπορώ να δω. Φτάνει, είπε, που θα άκουγα τους ήχους από της ζωή της πόλης. Υπέθεσα πως νοσηλευόμουν στο Γενικό Κρατικό, γιατί άκουσα να ορμούν στο μέχρι πριν από λίγο σιωπηλό δωμάτιο οι ιαχές των εμπόρων από τη λαϊκή αγορά που γινόταν κάθε Σάββατο στους δρόμους γύρω από το νοσοκομείο. Το ήξερα καλά αυτό το μέρος. Πως όμως κατέληξα εδώ; Τι μου συνέβη;

Τότε σαν να διάβαζε τις σκέψεις μου η νοσοκόμα ξεκίνησε να μιλά. «Εκείνοι οι αλήτες! Είκοσι αυτοί, ένας εσύ. Σε ‘πιασαν και σε βασάνισαν για ώρα. Μπουνιές και κλωτσιές, ρόπαλα, λοστάρια, ό,τι τους βρισκόταν εύκαιρο. Σε περιέφεραν στους δρόμους της πόλης, σε έδειχναν σα λαβωμένο αγρίμι στο πλήθος και στις κάμερες των ξένων τηλεοπτικών δικτύων. Σε ανέβασαν σε μια εξέδρα και σε έβαλαν να προσκυνήσεις τα σύμβολά τους. Σου έφεραν να φιλήσεις κι ένα σταυρό. Εσύ μούγκριζες, έφτυνες, αντιστεκόσουν. Αυτό τους εξαγρίωσε πιο πολύ και τότε έφτασες κοντά στο τέλος. Κάποιοι δικοί σου σε βρήκαν παρατημένο, σχεδόν πεθαμένο και σε έφεραν εδώ. Αλλάξανε τα πράματα. Πήραν τον έλεγχο. Κι εγώ που σου μιλάω τρέμω. Δεν ξέρω ποια θα’ ναι η τύχη σου. Εδώ καλά-καλά δεν ξέρω ούτε τη δική μου. Να προσέχεις αυτούς που μπαινοβγαίνουν στο δωμάτιο, είναι με το μέρος τους, δεν ξέρω τι θα απογίνεις!». Με το που τέλειωσε την κουβέντα της αυτή, ένιωσα το βιαστικό τρεχαλητό της προς την πόρτα της εξόδου. Είχα μείνει και πάλι μόνος. Ολομόναχος.

Τις επόμενες μέρες η πόρτα του θαλάμου ανοίγει κι κλείνει συνεχώς. Γιατροί, επιστήμονες, αξιωματούχοι και στρατιωτικοί με επισκέπτονται και μιλάνε για μένα. Μαζί τους έρχεται κι η νοσοκόμα για να με φροντίσει. Ο μόνος άνθρωπος που μου προκαλεί κάποια χαρά σε αυτό το έλος της αγωνίας, στο οποίο έχουν κολλήσει και βυθίζονται μαζί, ταυτόχρονα, το τσακισμένο μου σώμα κι ο πλανημένος μου νους. Μακάρι να ήξερα το όνομά της – όλο νοσοκόμα την αποκαλώ– ή έστω να το ακούσω τυχαία, όταν κάποιος από τους γιατρούς την προσφωνήσει ζητώντας της βοήθεια. Έχω το προνόμιο της αποκλειστικής νοσοκόμας. Η νέα κυβέρνηση με φροντίζει για να με διατηρήσει στη ζωή. Πάνω μου επιθυμεί να φτιάξει και να τελειοποιήσει τον απόλυτα μετανοημένο και μεταμελημένο άνθρωπο, τον «άριστο» πολίτη. Κοστίζω λιγότερο από τις φυλακές και τα σωφρονιστικά ιδρύματα όλου του κόσμου. Η δήλωση μετανοίας μου υπογράφεται στην πίσω όψη του χαρτιού συνταγογράφησης ενός κοκτέιλ φαρμάκων που μου χορηγούν για να με κρατάν πειθήνιο.

Το επόμενο πρωί με ξύπνησε το γλυκό τακ-τακ που συνέθεσαν από κοινού τα σαμπό της νοσοκόμας και τα πλακάκια του δαπέδου, γεμίζοντας τα πνευμόνια μου με έναν αβλαβή καπνό χαράς κι ελπίδας. Οι πιο άτεχνοι ήχοι, τα πιο κρύα αγγίγματα, ακόμα κι οι πιο δυσάρεστες οσμές που ανάβλυζαν ακόμα από τις ανοιχτές πληγές μου, είχαν γίνει για μένα η μόνη μου ευχαρίστηση, όπως ένας υγιής κι ελεύθερος άνθρωπος βρίσκει χαρά κι απόλαυση σε ένα μουσικό κομμάτι ή σε έναν πίνακα ζωγραφικής. Και να, τώρα είμαι θεατής κι ακροατής, ο πρώτος τυχερός που απολαμβάνει τα έργα τέχνης που φιλοτεχνεί η νοσοκόμα πάνω στο πληγωμένο μου κορμί. Μου αλλάζει τον ορό και με ταΐζει σούπα. Με πλένει ακουμπώντας απαλά πάνω στο δέρμα μου, πότε εδώ και πότε εκεί ένα σφουγγάρι βουτηγμένο σε ζεστό νερό. Πρώτα στα χέρια και στο στήθος, έπειτα στα πόδια. Φτάνει και στην κοιλιά μου και τώρα κάτω απ’ την κοιλιά μου. Η νοσοκόμα λυπάται και θρηνεί τα νιάτα μου και την ομορφιά μου. Πιάνει στα τρυφερά χέρια της το πέος μου, σαν να θέλει να προστατέψει όλη τη ζωή που δεν πρόφτασα να δώσω. Την ακούω να αναστενάζει. Το πέος μου σκληραίνει και δεν νιώθω μήτε εγώ μήτε κι αυτή τίποτε το πρόστυχο σ’ όλο αυτό. Καμιά ντροπή. Ο οργασμός μου που δεν αργεί να φτάσει λερώνει, μουσκεύει, πιτσιλά και πλημμυρίζει με νίκες ανθρώπινες, ερωτικές, τα σεντόνια, το κορμί μου, τα χέρια της, όλο το δωμάτιο, ολάκερη την πλάση! Με ξεσκεπάζει και με σηκώνει απ’ το κρεβάτι, με παίρνει στους ώμους της. Είναι δυνατή γυναίκα! Ανοίγει για ακόμα μια φορά το παράθυρο και πηδάμε μαζί στο κενό, δραπετεύουμε. Τα σώματά μας χτυπάνε πάνω σε τέντες που αλλοιώνουν την επιτάχυνση της πτώσης μας. Προσγειωνόμαστε σε ένα ανοιχτό φορτηγό που περνάει τυχαία από κάτω και κουβαλάει ντομάτες. Τα ρούχα μας λεκιάζουν κόκκινο μα εμείς γελάμε δυνατά, γιατί δεν είναι το κόκκινο του αίματος. Ενώνουμε τα χείλη μας κι εισπνέουμε ο ένας την εκπνοή του άλλου. Δεν είναι φιλί! Μένουμε έτσι ακίνητοι για δεκαπέντε λεπτά. Μετά από λίγο χάνουμε τις αισθήσεις μας, λιποθυμάμε καθώς το φορτηγό συνεχίζει το ταξίδι του …

1 σχόλιο

Filed under Uncategorized