Ένα φορτίο με δραπέτες

Εικόνα

«Νεκροί δεν αξίζετε τίποτα,

μονάχα στους λόγους σας χρησιμοποιούν»

Ντάλτον Τράμπο

Πως βρέθηκα εδώ; Πόσος καιρός να ‘χει περάσει; Έχασα το φως μου, δεν βλέπω τίποτα κι ούτε μπορώ να μιλήσω. Το μόνο που καταφέρνω είναι να ακούω και να δέχομαι το άγγιγμα. Να κουνηθώ ούτε λόγος.  Χτες άκουσα κάποιον πάνω απ’ το κρεβάτι μου να λέει πως οι σοβαρές κρανιακές κακώσεις προκάλεσαν εκτεταμένες βλάβες στην παρεγκεφαλίδα. Αυτός πρέπει να ήταν ο κύριος καθηγητής. Έτσι τον αποκαλούσαν όλοι, μια ομάδα ανθρώπων πάνω απ’ τον ανήμπορο άνθρωπο. Εμένα. Ο κύριος καθηγητής κι οι φοιτητές του είχαν έρθει να δούνε το φρικιό. Στάθηκαν από πάνω μου και μιλούσαν, άκουσα κάποιους να γελάνε, ένας είπε «τον κακομοίρη», μια κοπέλα αηδίασε στη θέα μου. Συνέχισαν να μιλάνε για ώρα, λέγανε πράγματα για εμένα χωρίς εμένα και τότε αισθάνθηκα το απαλό της άγγιγμα, κατάλαβα το τρυφερό, αδούλευτο, γυναικείο της χέρι. Λίγο βαμβάκι στο μπράτσο μου, το τσίμπημα μιας βελόνας κι έπειτα τίποτα. Σκοτάδι, χάος, κενό, αχαλίνωτη πτώση και βύθισμα.

Το φαρμάκι που μου χορηγήθηκε ήταν πανίσχυρο. Βλαβερή χημεία κι επικίνδυνη, γιατί είδα όνειρα πολλά, σάρκινους κι οστέινους εφιάλτες. Είδα πως ήμουν περούκα, φορεμένη σε ψεύτικα κεφάλια από φελιζόλ, κρεμασμένη στις βιτρίνες των μαγαζιών πέριξ του πάλλευκου κτηρίου που στεγάζει το αντικαρκινικό νοσοκομείο. Ήμουν μια περούκα φτιαγμένη από χιλιάδες νεκρές τρίχες που κάποτε ζούσαν στις κεφαλές των καθημερινών ανθρώπων. Αυτό ήμουν όλο κι όλο, μια περούκα. Μεγαλύτερος εχθρός μου ο στατικός ηλεκτρισμός. Με έπιανε και με ξεσήκωνε, με αντάριαζε … κι εγώ παραδομένος στη δύναμη και τη θέλησή του, δήλωνα υποταγή. Βούλιαξα σε ένα τέναγος από εφιάλτες για όλο το βράδυ. Πρωταγωνιστής εγώ, πάντα στο ρόλου κάποιου άψυχου αντικειμένου. Είδα πως ήμουν το μηδέν υπόλοιπο στους τραπεζικούς λογαριασμούς των απλήρωτων εργατών. Με έβριζαν και με καταριόντουσαν οι γυναίκες τους και τα νηστικά παιδιά τους. Είδα ακόμη πως ήμουν ο αρχαίος ποταμός Δνείπερος. Διέσχιζα τις απέραντες πεδιάδες και τους σιτοβολώνες, πλένοντας και καθαρίζοντας στο γάργαρο διάβα μου, τους επιδέσμους των τραυματισμένων φαντάρων απ’ τα πεδία των μαχών. Εικοσάχρονοι φτωχοί,  Έλληνες και Τούρκοι, Γάλλοι, Ρώσοι κι Ουκρανοί, σκοτώνονταν στις όχθες μου. Ανίκανος να σταματήσω το φονικό, συνέχιζα να κυλάω για να μη βλέπω, ξεχυνόμουν στη θάλασσα για να μην πενθώ. Τέλος είδα πως ήμουν μια μουσκεμένη φρατζόλα ψωμί, με κράδαιναν στα χέρια τους οι ζωντανοί σε έναν φτωχομαχαλά της Τουρκίας.

Ξύπνησα το επόμενο μεσημέρι. Η νοσοκόμα μπήκε στο δωμάτιο. Την κατάλαβα από την ευωδιαστή γυναικεία κολόνια που πότιζε το λαιμό της. «Καλημέρα, σήμερα είναι Σάββατο!» είπε γεμάτη χαρά κι ας μην μπορούσα να της απαντήσω. Είπε πως θα ανοίξει το παράθυρο να μπει φως και πως δεν έχει σημασία που εγώ δεν μπορώ να δω. Φτάνει, είπε, που θα άκουγα τους ήχους από της ζωή της πόλης. Υπέθεσα πως νοσηλευόμουν στο Γενικό Κρατικό, γιατί άκουσα να ορμούν στο μέχρι πριν από λίγο σιωπηλό δωμάτιο οι ιαχές των εμπόρων από τη λαϊκή αγορά που γινόταν κάθε Σάββατο στους δρόμους γύρω από το νοσοκομείο. Το ήξερα καλά αυτό το μέρος. Πως όμως κατέληξα εδώ; Τι μου συνέβη;

Τότε σαν να διάβαζε τις σκέψεις μου η νοσοκόμα ξεκίνησε να μιλά. «Εκείνοι οι αλήτες! Είκοσι αυτοί, ένας εσύ. Σε ‘πιασαν και σε βασάνισαν για ώρα. Μπουνιές και κλωτσιές, ρόπαλα, λοστάρια, ό,τι τους βρισκόταν εύκαιρο. Σε περιέφεραν στους δρόμους της πόλης, σε έδειχναν σα λαβωμένο αγρίμι στο πλήθος και στις κάμερες των ξένων τηλεοπτικών δικτύων. Σε ανέβασαν σε μια εξέδρα και σε έβαλαν να προσκυνήσεις τα σύμβολά τους. Σου έφεραν να φιλήσεις κι ένα σταυρό. Εσύ μούγκριζες, έφτυνες, αντιστεκόσουν. Αυτό τους εξαγρίωσε πιο πολύ και τότε έφτασες κοντά στο τέλος. Κάποιοι δικοί σου σε βρήκαν παρατημένο, σχεδόν πεθαμένο και σε έφεραν εδώ. Αλλάξανε τα πράματα. Πήραν τον έλεγχο. Κι εγώ που σου μιλάω τρέμω. Δεν ξέρω ποια θα’ ναι η τύχη σου. Εδώ καλά-καλά δεν ξέρω ούτε τη δική μου. Να προσέχεις αυτούς που μπαινοβγαίνουν στο δωμάτιο, είναι με το μέρος τους, δεν ξέρω τι θα απογίνεις!». Με το που τέλειωσε την κουβέντα της αυτή, ένιωσα το βιαστικό τρεχαλητό της προς την πόρτα της εξόδου. Είχα μείνει και πάλι μόνος. Ολομόναχος.

Τις επόμενες μέρες η πόρτα του θαλάμου ανοίγει κι κλείνει συνεχώς. Γιατροί, επιστήμονες, αξιωματούχοι και στρατιωτικοί με επισκέπτονται και μιλάνε για μένα. Μαζί τους έρχεται κι η νοσοκόμα για να με φροντίσει. Ο μόνος άνθρωπος που μου προκαλεί κάποια χαρά σε αυτό το έλος της αγωνίας, στο οποίο έχουν κολλήσει και βυθίζονται μαζί, ταυτόχρονα, το τσακισμένο μου σώμα κι ο πλανημένος μου νους. Μακάρι να ήξερα το όνομά της – όλο νοσοκόμα την αποκαλώ– ή έστω να το ακούσω τυχαία, όταν κάποιος από τους γιατρούς την προσφωνήσει ζητώντας της βοήθεια. Έχω το προνόμιο της αποκλειστικής νοσοκόμας. Η νέα κυβέρνηση με φροντίζει για να με διατηρήσει στη ζωή. Πάνω μου επιθυμεί να φτιάξει και να τελειοποιήσει τον απόλυτα μετανοημένο και μεταμελημένο άνθρωπο, τον «άριστο» πολίτη. Κοστίζω λιγότερο από τις φυλακές και τα σωφρονιστικά ιδρύματα όλου του κόσμου. Η δήλωση μετανοίας μου υπογράφεται στην πίσω όψη του χαρτιού συνταγογράφησης ενός κοκτέιλ φαρμάκων που μου χορηγούν για να με κρατάν πειθήνιο.

Το επόμενο πρωί με ξύπνησε το γλυκό τακ-τακ που συνέθεσαν από κοινού τα σαμπό της νοσοκόμας και τα πλακάκια του δαπέδου, γεμίζοντας τα πνευμόνια μου με έναν αβλαβή καπνό χαράς κι ελπίδας. Οι πιο άτεχνοι ήχοι, τα πιο κρύα αγγίγματα, ακόμα κι οι πιο δυσάρεστες οσμές που ανάβλυζαν ακόμα από τις ανοιχτές πληγές μου, είχαν γίνει για μένα η μόνη μου ευχαρίστηση, όπως ένας υγιής κι ελεύθερος άνθρωπος βρίσκει χαρά κι απόλαυση σε ένα μουσικό κομμάτι ή σε έναν πίνακα ζωγραφικής. Και να, τώρα είμαι θεατής κι ακροατής, ο πρώτος τυχερός που απολαμβάνει τα έργα τέχνης που φιλοτεχνεί η νοσοκόμα πάνω στο πληγωμένο μου κορμί. Μου αλλάζει τον ορό και με ταΐζει σούπα. Με πλένει ακουμπώντας απαλά πάνω στο δέρμα μου, πότε εδώ και πότε εκεί ένα σφουγγάρι βουτηγμένο σε ζεστό νερό. Πρώτα στα χέρια και στο στήθος, έπειτα στα πόδια. Φτάνει και στην κοιλιά μου και τώρα κάτω απ’ την κοιλιά μου. Η νοσοκόμα λυπάται και θρηνεί τα νιάτα μου και την ομορφιά μου. Πιάνει στα τρυφερά χέρια της το πέος μου, σαν να θέλει να προστατέψει όλη τη ζωή που δεν πρόφτασα να δώσω. Την ακούω να αναστενάζει. Το πέος μου σκληραίνει και δεν νιώθω μήτε εγώ μήτε κι αυτή τίποτε το πρόστυχο σ’ όλο αυτό. Καμιά ντροπή. Ο οργασμός μου που δεν αργεί να φτάσει λερώνει, μουσκεύει, πιτσιλά και πλημμυρίζει με νίκες ανθρώπινες, ερωτικές, τα σεντόνια, το κορμί μου, τα χέρια της, όλο το δωμάτιο, ολάκερη την πλάση! Με ξεσκεπάζει και με σηκώνει απ’ το κρεβάτι, με παίρνει στους ώμους της. Είναι δυνατή γυναίκα! Ανοίγει για ακόμα μια φορά το παράθυρο και πηδάμε μαζί στο κενό, δραπετεύουμε. Τα σώματά μας χτυπάνε πάνω σε τέντες που αλλοιώνουν την επιτάχυνση της πτώσης μας. Προσγειωνόμαστε σε ένα ανοιχτό φορτηγό που περνάει τυχαία από κάτω και κουβαλάει ντομάτες. Τα ρούχα μας λεκιάζουν κόκκινο μα εμείς γελάμε δυνατά, γιατί δεν είναι το κόκκινο του αίματος. Ενώνουμε τα χείλη μας κι εισπνέουμε ο ένας την εκπνοή του άλλου. Δεν είναι φιλί! Μένουμε έτσι ακίνητοι για δεκαπέντε λεπτά. Μετά από λίγο χάνουμε τις αισθήσεις μας, λιποθυμάμε καθώς το φορτηγό συνεχίζει το ταξίδι του …

Advertisements

1 σχόλιο

Filed under Uncategorized

One response to “Ένα φορτίο με δραπέτες

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s