Νέοι Άνδρες Νεκροί

Εικόνα

Θυμάμαι κείνα τα χρόνια που η άνοιξη δεν ήταν τεχνητή. Παιδί θα ‘μουν τότε ακόμα που την αντιλαμβανόμουν στο έμπα της, καθώς με νάρκωνε απ’ την πρώτη κιόλας μέρα με ένα γαργάλημα από άρωμα νεράντζι στα ρουθούνια. Έπαιρνα σεντόνια και μαξιλάρες, χαρτόκουτα, σκουπόξυλα, ό,τι άλλο μου βρισκόταν και έστήνα πρόχειρα αντίσκηνα στην αυλή του σπιτιού μου. Αγκάλιαζα το ραδιόφωνο, χάιδευα ένα φακό. Περνούσα τη νύχτα εκεί, κάτω απ’ τα αστέρια και κάτω απ’ το αντίσκηνο, ολότελα μέσα στις μυρωδιές του άνθους νεραντζιάς. Τώρα εγώ είμαι νεκρός από χρόνια κι η άνοιξη πουλιέται κι αγοράζεται στα ακριβά πολυκαταστήματα και στις κλειστές λέσχες των πλουσίων.

Ένα χειμώνα ψέκασαν όλα τα δέντρα της πόλης μ’ ένα πανίσχυρο χημικό και τα άφησαν να πεθάνουν, να ξεραθούν οι κορμοί, να μην πετάξουν φύλλωμα. Ο διευθυντής του Χημείου του κράτους, διορισμένος από τον Μεγάλο Αχυράνθρωπο, είχε μόλις ανακαλύψει στο εργαστήριο του το «Άρωμα της Άνοιξης». Η κυβέρνηση προσέβλεπε σε μεγάλα κέρδη από την παραγωγή, διάθεση και εμπορεία της άνοιξης. Το προϊόν κλείστηκε σε μπουκαλάκια σύγχρονου, εκλεπτυσμένου ντιζάιν και βγήκε στις αγορές. Τέλη κείνου του Μάρτη με αρχές Απρίλη, του πρώτου έτους που η άνοιξη δεν ήρθε ποτέ, ξεκίνησαν οι αυτοκτονίες.  Άνθρωποι απ’ όλη την πρωτεύουσα, στους δρόμους, στα σπίτια, στις δουλειές, έσπαγαν το κεφάλι τους με τις ώρες, ώστε να βρουν τους πιο ανώδυνους τρόπους.

Θορυβημένη απ’ τους θανάτους η κυβέρνηση του Μεγάλου Αχυράνθρωπου ανακοίνωσε έκτακτα μέτρα. Για να εξευμενίσει τους πεινασμένους αποφάσισε να απελευθερώσει το κλειστό επάγγελμα του επαίτη. Οι σταθμοί των αμαξοστοιχιών μετονομάστηκαν. Τα Πετράλωνα έγιναν «Χαρτομάντιλα» και το Θησείο «Αναπτήρες». «Στυλό» το Μοναστηράκι κι «Ακορντεόν» η Ομόνοια. Ταυτόχρονα όλο το μήκος της διαδρομής στρώθηκε με πλάκες από λείο τσιμέντο, έτσι ώστε αν κάποιος που σκόπευε να πηδήσει στο κενό και μετάνιωνε, να προλάβαινε να ξαναβγεί στην αποβάθρα, να σκαρφαλώσει με ασφάλεια, δίχως να πιαστεί το πόδι τους στις ράγες, χωρίς να μπλεχτεί στα χαλίκια και τις σανίδες.

Οι άνθρωποι γύρω μου ‘διναν τέλος με ολολυγμούς, κατάρες κι οιμωγές για την απώλεια της  Άνοιξης, μα εμένα με έσωζε η Ντόμνα. Ρωσίδα ιερόδουλη, σκλάβα κι έγκλειστη σε κάποιο διαμέρισμα της Αθήνας. Τη γνώρισα λίγους μήνες πριν από τον εξανδραποδισμό της. Ερωτευτήκαμε. «Ντόμνα στα ρώσικα»,της έλεγα, «σημαίνει υψικάμινος» και της διάβαζα στίχους του Εμπειρίκου. Μα εκείνη ήξερε μονάχα να λέει σε σπαστά ελληνικά τις λέξεις «σ’ αγαπώ», «πεινάω» και «συγνώμη». Όσα δηλαδή χρειάζεται ο άνθρωπος για να ζήσει χωρίς την ποίηση.

Έφυγα απ’τη ζωή έναν Απρίλη. Δεν έκανα για κείνη τη δουλειά. Αλυσίδα εστιατορίων. Εγώ έπλενα πιάτα – αυτοί ξέπλεναν χρήμα. Βιτρίνα για βρομοδουλειές. Εκεί έτρωγε όλη η καλή Αθήνα. Τριαντάχρονοι δικηγόροι, start-upentrepreneurs, κορίτσια των free-press κι ακόμα αξιωματούχοι και παρατρεχάμενοι του Μεγάλου Αχυρανθρώπου. Είχα άλλα ταλέντα κι ευαίσθητη καρδιά. «Έλλειψη ενδιαφέροντος. Απουσία νοήματος» είπαν στην αρχή οι γνωματεύσεις των γιατρών. Έκατσα εκεί για οχτάωρα εξάντλησης, ταπείνωσης κι αναξιοπρέπειας. Κάθε μέρα γυρνούσα στις έξι τ’ απόγευμα στο σπίτι και έβαζα στο στόμα μου μια πικρή μπουκιά κακομαγειρεμένο φαγητό που τ’ αγόραζα απ’ το κοντινότερο φαστ φουντ, με το μισθό της κακοπληρωμένης μου εργασίας. Άφηνα πάντα γερό φιλοδώρημα στο παιδί που μου ‘φερνε το ψωμί μου … πιο γερό τα βροχερά απογεύματα και τις νύχτες με παγωνιά. Ήμουνα λαρτζ. Το συμπονούσα κείνο το παιδί. Ήξερα τι είναι να κάνεις κάτι που σου πλακώνει την ψυχή μόνο και μόνο για να μπορέσεις να ξυπνήσεις και το επόμενο πρωί.

Μια μέρα στη δουλειά, λίγο πριν προλάβω να κλείσω τα 29 μου χρόνια, πέταξα την ποδιά μου στα μούτρα του σωματέμπορα εργοδότη μου. Αυτός κρατούσε στα δεσμά του τη Ντόμνα μου. Παραιτήθηκα. Ήθελα να τον σφάξω κι όμως παραιτήθηκα. Όσο ζούσα ήμουν ανίκανος. Με το θάνατό μου έγινα και δειλός. Το ίδιο απόγευμα γύρισα σπίτι νωρίτερα. Δεν πεινούσα. Κείνο το απόγευμα έβαλα στο στόμα μου μια κρύα μπουκιά σίδερο από την κάννη μιας μπερέτα.

Advertisements

2 Σχόλια

Filed under Uncategorized

2 responses to “Νέοι Άνδρες Νεκροί

  1. ain't

    otan se diavazw kai h mera einai vareth, ginetai kaluterh. alla otan eimai skata, me stelneis sto diaolo. na ‘sai kala na grafeis!!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s