Πλους νου

Εικόνα

(Επιμένω να διηγούμαι και μάλιστα πολύ ωμά, πράγμα-

τα που τα ξέρετε όλοι

Που τα ‘πα και τα ξανάπαν κι άλλοι πιο πριν πολύ καλύ-

τερα από μένα

Πράγματα ανιαρά, που δεν κινούν πια διόλου το ενδια-

φέρον σας …)

Μανόλης Αναγνωστάκης

Στα λίγα ως τώρα χρόνια που προσπάθησα να ξεγελάσω τη μέρα, βάρδια στη διασκέδαση-θητεία νυχτερινή, έμαθα μόλις τρία και μόνο πράγματα. Αχρείαστα στους περισσότερους, μα αυτά είναι όλα κι όλα …

Τις ζαλισμένες νύχτες, ο καθένας είναι ικανός να πλαγιάσει με τον οποιονδήποτε.

Αυτοί που ξέρουν, πίνουν πάντα τις λιγότερο δημοφιλείς φίρμες ουίσκι. Θα είναι καθαρό.

Ποτέ δεν πρέπει κάποιος να γυρνά τα νώτα του σε έναν καυγά.

Μόλις ξυπνήσεις και διαβάσεις τούτο δω το σημείωμα, θα απορήσεις γιατί στα γράφω όλα αυτά. Άδικο θα’ χεις; Είναι που δεν ξέρω από πού να ξεκινήσω. Ένα ξημέρωμα πριν δέκα χρόνια, την ώρα που έβγαζα έξω τις σακούλες με τον «απολογισμό» της βραδιάς, άδεια μπουκάλια, αποτσίγαρα και θολά ζουμιά, αποφάγια τούρτας από κάποιο πάρτι γενεθλίων που οι προσκεκλημένοι αποχώρησαν νωρίς, ορκίστηκα πως στα τριάντα μου τα πράματα θα ‘ναι αλλιώς, πως δεν θα πετάω πια τα σκουπίδια στο κλείσιμο, μόνος μου μες στη μέθη και στην απόγνωση κι όλο αυτό για δυο τσαλακωμένα χαρτονομίσματα. Ξέρεις, αν ήμουν συγγραφέας περιωπής, τα καλύτερα βιβλία μου θα τα ‘γραφα τις νύχτες που δεν έχουμε πελατεία. Οι υπόλοιποι απ’ το προσωπικό θα βαρούσαν μύγες κι εγώ θα χτυπούσα ποιητικά στίγματα, λεκτικά τατουάζ, πάνω στο μπλοκάκι που ‘χουμε για να καταγράφουμε τις παραγγελίες …

«2 τζιν τόνικ στο πίσω τραπέζι, 3 μεγάλες μπύρες στον τύπο με τη φαλάκρα, 1 κοκτέιλ η ξανθιά με τον ωραίο κώλο»

 κι από κάτω, μέσα κι ανάμεσα, λέξεις και φτιασιδώματα που θέλουν να δουν τα πλήθη μέσα σε μια ιστορία όπως :

«Επανάσταση, γαλάζια μάτια, σαμπάνια, πέος, χρήμα, θάλασσα, TheMall, έρωτας, πιστωτική κάρτα, καλοκαίρι, θηλιά» κτλ.

Έτσι είδα μια νύχτα τις ιστορίες μου μαζεμένες, τυπωμένες και δεμένες σε ΒΙΠΕΡ. Γιατί τα πλήθη που όλα τα ξέρουν πρόσταξαν πως στην εποχή μας καλό είναι να ‘σαι φρόνιμος, καλό είναι να μην ενοχλείς. Γιατί τα πλήθη αποφάνθηκαν πως η λογοτεχνία πρέπει να γλυκαίνει και να ξεκαυλώνει όπως ακριβώς κάνει κι η σοκολάτα. Δίπλα-δίπλα να κρέμονται και να αγοράζονται μαζί στις προθήκες των περιπτέρων.

Σου ‘χω μιλήσει ποτέ για τη Γουέντι; Χτες βράδυ είχαμε την κουβέντα της στο ταβερνάκι. Καημένη και φτωχή μου Γουέντυ, τίποτα δεν μας έκανες, δεν μας πείραξες ποτέ κι όμως εμείς σε κουτσομπολεύαμε. Η Γουέντι είναι μια ποστ-μόντερν Καρυάτιδα, σου προκαλεί σύγχυση ο υπολογισμός της πραγματικής της ηλικίας. Έφηβη ή δεσποινίδα; Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά. Ντύνεται σαν ηρωίδα γιαπωνέζικου κόμικ, φορώντας κοντές μίνι φούστες και ψηλές, πουά μεταξωτές κάλτσες που επιτρέπουν σε μια ακόμη πιο μεταξένια, γυμνή επιδερμίδα να αποκαλυφθεί, στο ύψος των πάλλευκων κι ισχνών μηρών της. Η Γουέντι ανήκει στην κάστα των περιφερόμενων ανθρώπων. Διαθέτει σύγχρονο κινητό τηλέφωνο, μιλά με τους φίλους της στο διαδίκτυο, ψηφίζει αφειδώς και σπάταλα τους αγαπημένους της παίκτες στα ριάλιτι τραγουδιών. Περιπλανιέται στα εμπορικά κέντρα, ψωνίζει παπούτσια κι απαντά με χαμόγελο και κοριτσίστικη αφέλεια στα μικρόφωνα και στις ερωτήσεις των τηλεοπτικών συνεργείων που τη σταματούν. Η Γουέντι πιστεύει πως μια μέρα τα πράγματα θα γίνουν όπως παλιά. Από μόνα τους.  Πως όλα αυτό τελειώνει. Οι γνωματεύσεις των στρατευμένων γιατρών που την εξέτασαν λένε, πως οι πάσης φύσεως αμέτοχοι, οι περιπλανώμενοι, οι Γουέντι του καιρού μας, είναι οι μόνοι που βρίσκουν χαρά. Η κάστα των περιφερόμενων ανθρώπων θα επιβιώσει.

Μήπως πάλι έχεις ακουστά τον Καθηλωμένο Άνδρα; Μένει μόνος του εδώ και χρόνια στο μικροσκοπικό ισόγειο σπιτάκι του, Αιγάλεω και Φωτίου Κορυτσάς γωνία. Περνώ συχνά από κει με το λεωφορείο που μεταφέρει μαζί με μένα τα στίφη των επιβατών, ξένους εργάτες και μωρομάνες είκοσι χρονών … το λεωφορείο – το λέει κι η λέξη – μεταφέρει το λαό. Στέκομαι συχνά στο απέναντι πεζοδρόμιο και παρατηρώ τον Καθηλωμένο Άνδρα και τον χώρο που ζει. Οι τοίχοι και τα έπιπλα σκεπάζονται με εκατοντάδες μικροαντικείμενα, αφίσες του Καζαντζίδη, πορσελάνινες κούκλες, εικόνες Αγίων, μπακιρένια σκεύη και στοίβες παλιά, κιτρινισμένα από την πολυκαιρία δελτία προπό. Ο Καθηλωμένος Άνδρας ακούει συνέχεια 45άρια με παλιές λαϊκές επιτυχίες της νιότης του. Παρακολουθεί στις ειδήσεις τα αθλητικά, αλλάζει ασταμάτητα τα κανάλια, γκολ και αμφισβητούμενες φάσεις, πέναλτι και κόκκινες κάρτες σε ένα κρεσέντο τηλεοπτικού ζάπινγκ. Ο Καθηλωμένος Άνδρας είναι ανάπηρος ή άρρωστος ή κάτι τέτοιο. Μου δίνει την εντύπωση πως έχει να βγει χρόνια από κει μέσα. Σίγουρα πάντως αναπνέει μηχανικά καθώς ένα σωληνάκι είναι μονίμως σφηνωμένο στα δυο τριχωτά ρουθούνια της γαμψής του μύτης. Στέκομαι λοιπόν και τον παρατηρώ καπνίζοντας, σχεδόν τον ζηλεύω. Ποθώ την άγνοια του καθώς τον βλέπω ευτυχισμένο εκεί, μες στις διπλοπενιές και στα χατ-τρικ, καθηλωμένο μες στο σπίτι, μες στην πραγματικότητα που φύτρωσε γύρω του. Απαλλαγμένο από τη γνώση, ελαφρύ και μακάριο, ασφαλή από την έξω κανονικότητα των κάτεργων και των πνιγμών, των στρατοπέδων συγκέντρωσης, των βασανιστηρίων.

Και τότε είναι που χάνομαι και ξεκινώ τον πλου. Κηφισός, Πέτρου Ράλλη, Λαοδικείας, με σφίγγουν σαν μέγγενη ετοιμόρροποι τοίχοι προσφυγικών, ζωγραφισμένοι σφυροδρέπανα. Αποκοιμιέμαι στο 040, ολονύχτια διαδρομή, πάνω-κάτω, αμέτρητες φορές Πειραιάς-Σύνταγμα. Περνάμε πλάι στα σημαιοστολισμένα με την αστερόεσσα καμπαρέ που προσμένουν τους ναύτες και τα δολάρια του αεροπλανοφόρου που αράζει στο Φάληρο. Πλαγιάζω με άγνωστες μοναχικές γυναίκες που σκύβουν και φιλούν το σώμα μου, πλένουν τα πόδια μου, με προσκυνούν. Είμαι ο έφηβος των Αντικυθήρων. Κρατώ συντροφιά σε άφραγκους, χωρισμένους άντρες. Διαζύγια, διατροφές και τα παιδιά κάθε δεύτερο σαββατοκύριακο του μήνα. Τα πίνουμε σε ένα καφενείο στα Ταμπούρια. Ούζο σκέτο, ούζο με λεμόνι, με κόκα-κόλα, ούζο με ό,τι μπορείς να φανταστείς. Ανακατεύομαι με τον όχλο έχοντας καλυμμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου μου, κρώζω κι εγώ μαζί τους «Τον Βαραββά, τον Βαραββά!».Τρυπώνω στα τούνελ και στις σήραγγες του μετρό δίχως να γίνω αντιληπτός από τις κάμερες ασφαλείας. Στήνω αντάρτικο λημέρι κάτω απ’ τα βήματα των χιλιάδων διωκτών μας. Τρέχω πέρα-δώθε στα σωθικά της πόλης, χιλιόμετρο το χιλιόμετρο μέσα στις αβυσσαλέες σκουληκότρυπες, κάτω από τις μονοκατοικίες των προαστίων όπου τα ανυποψίαστα παντρεμένα ζευγάρια πηδιούνται βαρετά, κάτω από τα μπαρ του κέντρου όπου ερωτεύονται οι άνεργοι. Γυρνώ στο σπίτι και στην αγάπη μας λίγο πριν χαράξει. Ξαπλώνω δίπλα σου, τα σκεπάσματα είναι ζεστά. Εσύ είσαι ζεστή. Σε λίγο θα σηκωθείς και θα με διαβάσεις.

Advertisements

2 Σχόλια

Filed under Uncategorized

2 responses to “Πλους νου

  1. Lopoditis

    Οι περιπλανόμενοι του σήμερα είναι οι λαχειοπώληδες της πουλημένος φτηνά γοητείας μας. Πάλι καλά που σε προτιμώ περιπλανημένο.

  2. magioneza7

    η μπαροουζιανη λογικη ειναι αυτοφυες παντου στο κειμενο 🙂

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s