Monthly Archives: Αύγουστος 2014

Παραλήρημα

1016958_10151649579834093_700256056_nΚάνε, Υπέρτατον Ον,
(…) ώστε ο Άλλεν Γκίνσμπεργκ ή ο Τζακ Κέρουακ
να γίνουν κάποτε Πρόεδροι των ΗΠΑ
(…) και η Τεχνική
να ξαναγίνει
Τέχνη.
Κάνε, Κάνε λοιπόν δέντρα, γατιά και λουλούδια
και νέες κοπέλες και σεξ και τραγούδι.

                                  Γιώργος Β. Μακρής (1967)

Ανήκω στον κατιμά. Κρέας φτηνό, φτωχό και άγευστο. Για να με βάλεις στο στόμα σου, άμαθος καθώς είσαι, θα πρέπει να με φλομώσεις μπόλικο μπαχαρικό. Η ζωή είναι ρουλέτα κι η μπίλια η δική μου πήγε και κάθισε στου διαόλου τη γκίνια. Βίος αβίωτος, στημένος και σικέ παπάς, τίγκα στους αβανταδόρους, σαν κι αυτόν που συνηθίζουν και παίζουν οι γέροι στο λιμάνι μπροστά απ’ τα πρακτορεία. Ξέρω το δρόμο που μεγάλωσα με μάτια κλειστά. Κάθε λακκούβα και μπάλωμα της ασφάλτου. Σπίτια με μεσοτοιχίες τσιγαρόχαρτα, ο καθένας γνωρίζει απέξω το ροχαλητό του άλλου. Μέχρι τα δεκαοχτώ μου νόμιζα πως οι περισσότεροι είμαστε κάπως έτσι. Του ενός ο πατέρας άνεργος στη Ζώνη, του άλλου κατάκοιτος από εγκεφαλικό. Ο τρίτος ο χειρότερος, αγνώστου πατρός. Χαζός δεν ήμουν, γνώριζα πως κάπου μακριά υπάρχουν οι Άλλοι, μα πίστευα πως δεν θα τους συγχρωτιζόμουν ποτέ.

Φέτος το καλοκαίρι δούλεψα στα καρπούζια. Τρανό μανάβικο, εμπορία φρούτων και λαχανικών. Ξεφόρτωνα ένα, μπορεί και δυο φορτηγά την ημέρα. Εκφορτωτής έλεγα, χαμάλης μου απαντούσαν! Γράφαμε σε μεγάλα κομμάτια φελιζόλ – ιδέα του αφεντικού –  «Καρπούζα σκαίτη γλήκα», επίτηδες ανορθόγραφα, για να τραβάν το μάτι των περαστικών. Μάρκετινγκ της πιάτσας. Όταν δουλεύεις με κόσμο που επιθυμεί να ψωνίσει κάτι, κάτι το οτιδήποτε, γρήγορα συμπεραίνεις γιατί όλα γύρω σου είναι παράξενα και χάλια. Οι άνθρωποι είναι καχύποπτοι, πονηροί, εξυπνάκηδες. Θα ήταν ευτυχία αν οι άνθρωποι αγόραζαν μόνο καρπούζια. Αγοράζουν παιδιά, συζύγους κι ευκαιρίες, αγοράζουν καριέρες κι ολόκληρες ζωές.

Έβγαζα είκοσι δύο ευρώ μικτά την  ημέρα. Πολλά απ’ αυτά τα ‘πινα τη νύχτα. Συχνά το ξημέρωμα με έβρισκε μεθυσμένο να κάθομαι καταγής, οκλαδόν σε κάποιο απόμερο δρομάκι, πνίγοντας στο σάλιο μου τα εργατικά μα ανυπεράσπιστα μυρμήγκια. Ολάκερες εκκρίσεις σάλιου, γουλιές σιχαμένου υγρού, ποτισμένου στη νικοτίνη, την πίσσα και το τζιν μαζεύονταν στην άκρη των χειλιών μου μέχρι να πέσουν και να εγκλωβίσουν σε αργό θάνατο, μέσα σε κολλώδεις παγίδες, αυτούς τους μικροσκοπικούς δουλευταράδες του πεζοδρομίου. Ταξική αλληλεγγύη καμιά για τα φτωχά και «συγγενή» μου πλάσματα, θολωμένος από σπισισμό καθόμουν εκεί και τα αφάνιζα χωρίς κανέναν λόγο, όπως θα με αφάνιζε μόνο και μόνο για να σπάσει πλάκα, οποιοσδήποτε ισχυρότερος από μένα. Ένας βιομήχανος, κάποιος μαφιόζος της νύχτας, ακόμα κι ένας αδιάφορος τύπος με μεταπτυχιακό και ακριβό αμάξι.

Τώρα είναι η εποχή που ‘χω να πλαγιάσω με γυναίκα πέντε βράδια και να αγαπήσω μια απ’ αυτές τέσσερα χρόνια! Θα ερωτευόμουν εύκολα μέσα στο επόμενο μισάωρο μια γυναίκα με το όνομα Μάριον. Καμιά γυναίκα με αυτό το όνομα δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι άσχημη, δύσμορφη και δυσειδής. Θα χιμούσα πάνω της σαν πρωτόγονος, ένας άνθρωπος του Κρο-Μανιόν σε στύση, ακόλουθος του Βάκχου και του Πάνα, τραγοπόδαρος όχι, μα σίγουρα με λίγη πλατυποδία, ένας αυλητής της σόουλ φανκ, κρασί και γαμήσι!

Θα ερωτευόμουν έστω και μιαν Έλσα με χυδαία βυζιά και μεσοαστική ανατροφή. Φιλοζωία, πράσινο τσάι και πέρασμα για δυο φεγγάρια απ’ την Αριστερά. Στο πατρικό της, μια μεζονέτα στα Νότια, το πικάπ θα έπαιζε Χατζιδάκι. Τους τοίχους στο μεγάλο σαλόνι με το ξύλινο πάτωμα θα διακοσμούσαν γκραβούρες και κορνιζαρισμένα έργα χαρακτών. Τα παιδικά χρόνια της Έλσας θα πρέπει να ήταν ανέμελα, η δουλειά για τους παιδοψυχολόγους παιχνιδάκι. Μπαμπάς με ιστορία στην εξέγερση του Πολυτεχνείου. Μαμά βυθισμένη στη γυναικεία λογοτεχνία, ελαφρώς κακογαμημένη και με τελευταία, πρόσφατη μανία τη γιόγκα. Θα ερωτευόμουν καθετί γιατί το έχω ανάγκη. Θα ερωτευόμουν την ανυστερόβουλη μπότα του έρωτα, τη δουλεμένη από χέρι γέρου και καλόκαρδου τσαγκάρη, που ποδοπατά τον φόβο μέσα σου και μέσα μου. Θα ερωτευόμουν μέχρι κι αυτό το παραλήρημά μου …

936092_716331898435567_6028135949077679857_n

Advertisements

5 Σχόλια

Filed under Uncategorized

Ο καιρός είναι γυναίκα

Dance. Artwork by George Tooker

Παράξενο καλοκαίρι, δύστροπο σαν θηλυκό, άστατο. Ο καιρός είναι γυναίκα! Ζεστός, ιδρωμένος, σαν αποτριχωμένες γάμπες που σφίγγουν και τυλίγονται γύρω από κάποιο ανδρικό αφυδατωμένο κορμί. Καύσωνας, σαν φλογερή ανάσα που ξεστομίζει βρομόλογα και βογκητά, καθώς σέρνονται και γλιστράνε τα μαυρισμένα δέρματα πάνω σε άσπρα, τσαλακωμένα κι αλατισμένα κλινοσκεπάσματα ενός φτηνού ενοικιαζόμενου δωματίου. Προσοχή : Οι καμαριέρες γνωρίζουν τα μυστικά σας! Περίεργες και βιτσιόζες, συγυρίζουν και καθαρίζουν. Αλλάζουν τις πετσέτες, ανανεώνουν τα σαπουνάκια κι αδειάζουν το καλάθι της τουαλέτας. Έπειτα σηκώνουν τα σεντόνια ψηλά και κάνουν τον απολογισμό της νυχτιάς που πέρασε, εξετάζοντας τα ευρήματα με ζήλο ιατροδικαστή.

Η ταμπέλα απ’ έξω απ’ τα ντουβάρια γράφει με γαλάζια μπογιά και χέρι ανθρώπου “Rooms to let” κι από κάτω διάφορες πληροφορίες σε ανορθόγραφα αγγλικά. Τούτη την στιγμή, λίγο χιλιόμετρα παραπέρα, ίσως στον κακοτράχαλο, φιδίσιο δρόμο για τη Χώρα, ίσως πάλι και στο απέναντι νησί, κάποιο ζευγάρι περνά στην ανυπαρξία, καθώς το νοικιασμένο σκούτερ αποκτά νοημοσύνη δίτροχου επαναστατημένου μηχανήματος και βούληση αποφασισμένου αυτόχειρα. Βγαίνει απ’ το οδόστρωμα εκτοξεύοντας πίσω του χαλίκια  – Διάβολε πως βρέθηκαν εκεί καταμεσής του δρόμου; – χαρίζει για λίγο την ψευδαίσθηση πως αιωρείται πάνω απ’ τη τρομαχτική χαράδρα και τέλος ξαπλώνει βάφοντας κόκκινους με αίμα τους βλαστούς ενός Asparagus aphyllus.

Όλα αυτά τα ξέρω, όλα αυτά μπορώ και τα γνωρίζω από μακριά. Δεν ταξιδεύω. Διαθέτω όμως το χάρισμα. Παρατηρώ, διαισθάνομαι από την ψυχραιμία και την ασφάλεια της μεγάλης κι αδειανής, αυγουστιάτικης  πόλης. Της πόλης που εγκαταλείφθηκε ξαφνικά, που μοιάζει να δέχτηκε επίθεση ή πανδημία. Σηκώθηκα μεσημέρι. Με ένστικτο υπνοβάτη  – ή μήπως τυφλού; – βρήκα τα βήματα πατώντας στους αρμούς των πλακιδίων, σέρνοντας τα ξυπόλητα πόδια μου μέχρι το σιδερένιο κουφάρι του ψυγείου. Μονάχα νερό και σταφύλια. Σημείωσα πρόχειρα, πάνω στον φάκελο ενός ληξιπρόθεσμου λογαριασμού του ηλεκτρικού :

«Σταφύλια φρούτα μελαγχολικά, προάγγελοι του Σεπτέμβρη».

Ξεδίψασα κι έφαγα. Μέχρι το βράδυ δεν έπραξα απολύτως τίποτα, παρά μόνο έπαιζα με τις θέσεις και τις ταχύτητες στην ένταση του ανεμιστήρα. Γυρνώντας τον διακόπτη συνέχεια και νευρικά  -Θέση 1., Θέση 2., Θέση 3.- αυξομείωνα τη δύναμη του καυτού αέρα που μαστίγωνε το πρόσωπό μου μέσα στο θλιβερό δωμάτιο, βλέποντας μέσα στις στροφές της προπέλας που γυρνούσε μανιασμένη, κάθε ξεχωριστή μέρα της τριαντάχρονης ζωής μου.

Ώσπου αργά το βράδυ δρόσισε και ξεχύθηκα στους δρόμους, ψάχνοντας για μια νέα ιστορία δυνατή, όπως ψάχνει για νερό ο ναυαγός στο ξερονήσι. Λειψυδρία! Ξάφνου μια παρέα νεαρές ιέρειες της  Ήβης, ντυμένες σε άμφια τζιν σορτσάκια, διέσχισε την έρημη λεωφόρο. Τρεκλίζανε, παραπατούσαν. Μαγκιά και βρισίδι στους λίγους περαστικούς. Τόσο νέες μα και τόσο διαλυμένες από δύσοσμο κρασί, πρέζα κι άλλα φθηνά ναρκωτικά. Το χάος την έκανε από το φανταχτερό κέντρο. Το χάος είχε πληρώσει το νοίκι του, είχε παραδώσει κλειδιά και με μια εφημερίδα αγγελιών στο χέρι, έψαχνε για διαμέρισμα στο φτωχικό προάστιο. Τότε άνοιξαν οι ουρανοί. Βρόχινο νερό που το τσιμέντο δεν μπορούσε να ρουφήξει, μυρωδιά χώματος που το ρουθούνι δεν μπορούσε να απολαύσει. Μούσκεμα, μόνος μου, λίγο χαζός, λίγο αστείος, τέλη Αυγούστου. Ο καιρός ήταν γυναίκα!

2 Σχόλια

Filed under Uncategorized