Monthly Archives: Φεβρουαρίου 2015

Κερατσίνι dream *

560174_720190891403055_1352540196921804013_n

 

 

 

 

 

 

«Αυτό που χρειαζόμαστε είναι μίσος. Απ’ αυτό γεννιούνται οι ιδέες.»
Jean Genet

Ζόρικη η ζωή στην Ιχθυόσκαλα, κουβάλημα και ξενύχτι. Φέρανε άλλους δυο πτυχιούχους χθες βράδυ, πρωτάρηδες. Πληθαίνουμε. Με κλειστά σχεδόν τα βλέφαρα απ’ τη νύστα, με κόκκινα ακροδάχτυλα απ’ τον πάγο, ακούω τους παλιούς να ψυθιρίζουν. «Πάνε τα παλιά καλά λεφτά, αλλάξαν οι καιροί!». Φτάνει κι άλλη τράτα απ’ τα Κουφονήσια. Φωνές και κακό! Τρέχουμε να δέσει, να ξεφορτώσει, ρίχνομαι κι εγώ με φούριες και σπουδή στο χαμαλίκι. Φτιάχνω γομάρι με φελιζόλ κασέλες. Πάγος κι άλλος πάγος, δώσ’ του πάγος, σε λίγο φτάνουν οι χονδρέμπορες.
Που και που κατεβαίνουν απ’ την Αθήνα οι «περίεργοι». Έτσι τους αποκαλεί ο Χοντρός που με προσέλαβε. Δημοσιογράφοι, φωτογράφοι και σεφ. Κάνουν τον τουρισμό τους. Αυτοί τη δουλειά τους κι εμείς τη δικιά μας. Στεκόμαστε εκθέματα –είμαστε εξωτικοί – βγάζουν δέκα φωτογραφίες, ρωτούν δυο μαλακίες και φεύγουν. Επιδερμικά! Την επομένη διαβάζεις κάποιο άρθρο με μια ζωή που δεν είναι η ζωή σου.
Οι Αιγύπτιοι είναι και γαμώ τα παιδιά. Συχνά πυκνά έρχονται στη δουλειά με μώλωπες στα μάτια μα δε διακρίνεις πια το φόβο μες στο βλέμμα τους. «Όλα συνηθίζονται» λένε οι παλιοί. Και το κουβάλημα και το ξενύχτι κι η υγρασία. Θα συνηθίζεται μάλλον και ο φόβος. Με παίρνουν στο σχόλασμα και με τραβολογάν στην Τρούμπα, τρώμε φαγητά της πατρίδας τους.
Κατά τις δέκα το πρωί αποκοιμιέμαι στη γκαρσονιέρα. Που καιρός και κουράγιο για μπάνιο; Συχνά την πέφτω στον καναπέ με τις γαλότσες. Μια σταλιά σπίτι μυρίζει ψαρίλας. Μια σταλιά άνθρωπος βρωμάω σαν ψάρι. Το ψάρι βρωμάει απ’ το κεφάλι, έτσι δε λένε; Κι εμένα το κεφάλι μου πάει να εκραγεί! Κι εμένα το σώμα μου σκίζεται κάθε λεπτό, τραβιέται η πέτσα και ξεκολλάει απ’ το κόκκαλο, ξεκολλάει απ’ την ψυχή, τη σκέψη και τη θέληση, λες κι είναι πάνω της γαντζωμένα χιλιάδες μικρά άγκιστρα από χοντρό παραγάδι. Αιμορραγώ!
Υπάρχει ένα παιχνίδι με ερωτήσεις. Σε ρωτούν πως φαντάζεσαι τη ζωή σου μετά από δέκα χρόνια. Στα είκοσι το λοιπόν, φαντάζεσαι δουλειά γραφείου, καρέκλα στελέχους, ίσως κι ένα μεταπτυχιακό. Μεγάλο σπίτι, σπορ αυτοκίνητο και μια καλή γυναίκα. Στα τριάντα ο πούτσος μου ζέχνει ψαρίλας. Μπορεί να φταίνε οι μύκητες – το χώνω όπου να’ ναι – μπορεί απ’ την απλυσιά, ποιος ξέρει; Μπορεί στα αλήθεια να φταίει και το μπαρμπούνι!
Με αυτή την κωλοκατάσταση παράτησα και τον εαυτό μου. Ρούχα όλα κι όλα τρεις αλλαξιές, άλλωστε έχω εκείνα της δουλειάς. Κι ακόμη κοιλιά, μπόχα, χαλασμένα δόντια, μούσια και ακούρευτα μαλλιά. Είπα να γυρίσω σελίδα. Σιγά-σιγά. Σήμερα το πρωί είπα να ξεκινήσω με τα εύκολα. Πήγα για κούρεμα. Το κορίτσι γλυκό και πρόσχαρο μου χάιδεψε το κεφάλι. Το κορίτσι ανυποψίαστο έκοβε τις τούφες μου καθώς η στύση μου θέριευε κάτω απ’ το πανί που σου κρεμάνε γύρω απ’ το λαιμό για να μη γεμίζει ο τόπος τρίχες. Και τότε αφέθηκα στο άγγιγμά της. Έκλεισα τα μάτια και πήρε το μυαλό μου στροφές. Ταξίδεψα. Γίνηκα ταρίφας στο λιμάνι, εμποροπλοίαρχος στο Μεξικό και αποθηκάριος στο Θριάσιο. Γίνηκα ακόμη κομμώτρια, γλυκό κομμωτριάκι, όλο γλύκα και τσαχπινιά, όλο κούραση και χρέη.
Αναθεματισμένο Κερατσίνι! Οι πατεράδες μας τη βγάζουν σε ντούμπλεφας κωλόμπαρα/ταβέρνες με ουίσκι και κοκορέτσι. Τρώνε και πίνουν, καταπίνουν την ανεργία που τους δέρνει. Οι μάνες μας βλέπουν τούρκικα και καυλώνουν πριν την εμμηνόπαυση με κάποιον πρωταγωνιστή. Κλεισμένες μέσα σε τέσσερα ντουβάρια, κρατούν σαν σπαθί το τηλεκοντρόλ, ξιφομαχούν με την κατάθλιψη. Οι καλύτεροι της παιδικής μου ηλικίας γίναν μπάτσοι ή χύσανε τα μυαλά τους πάνω από κάποιο πικάπ. Σατανισμός, αλητεία, χέβι μέταλ φευγιό. Οι ωραιότερες γυναίκες της νιότης μου ασχήμυναν στη βιοπάλη. Στέκουν όρθιες με τις γάμπες πρησμένες στα σαντουιτσάδικα της πόλης, στα κάτεργα του κόσμου, χορταίνοντας τους χορτάτους.

 

Ο τίτλος «Κερατσίνι dream» είναι δανεισμένος από το ομώνυμο βιβλίο του συγγραφέα Γιάννη Ρεμούνδου.

Σχολιάστε

Filed under Uncategorized

Ο τυφλοπόντικας

tame

 

 

 

 

Τυφλώθηκα μονάχος μου κείνο το μεσημέρι στο οικογενειακό κυριακάτικο τραπέζωμα. Γράπωσα τα κουτάλια της σούπας –πρώτο πιάτο– και τα ‘χωσα βαθιά μέσα στις κοιλότητες των ματιών μου. Θα πρέπει οι οφθαλμοί μου να έτρεξαν λερώνοντας το γιορτινό τραπεζομάντηλο της μητέρας, νερουλοί και ιξώδεις σαν ένα θλιβερό μίγμα ξερατού, ρινικής βλέννας κι ασπραδιών αβγού. Μείναν δυο θεοσκότεινες σπηλιές να χάσκουν μόνες κάτω απ’ το μέτωπό μου. Τους έκοψα στα σίγουρα την όρεξη!

Το είχαν βουλώσει όλοι. Στενοί και μακρινότεροι συγγενείς έστεκαν άλαλοι κι αηδιασμένοι μπροστά στην αποτρόπαιη πράξη μου. Άκουσα τις εμβοές της σιωπής τους. Χαιρέκακες θειάδες, πονηρές και περίεργες, πάψαν τις βγαλμένες από κόλαση ερωτήσεις. Βρήκα δουλειά; Παντρεύομαι; Γαμάω ή γαμιέμαι; Πότε θα βάλω στο πίσω κάθισμα παιδικό καρεκλάκι, «μπαμπά μην τρέχεις» στο ταμπλώ και σακούλες του σούπερ μάρκετ στο πορτ-μπαγκάζ; Πως να τους εξηγήσω την ύβρη μου; Οι τυφλοί να αποζητάν το φως τους κι εγώ να μου χαρίζω σαν λύτρωση μια φυλακή, σκοτάδι κι αναπηρία!

Χιλιάδες δημιουργήματα Θεού κι ανθρώπου, πράγματα κι αντικείμενα καθημερινής χρήσης. Το τηλεκοντρόλ, το μάτι της κουζίνας, ο αναπτήρας, τα κλειδιά μου. Κι ακόμα η νεραντζιά στο δρόμο, μια στάλα βροχής, μια ασήμαντη μύγα, δεν άξιζαν το βλέμμα μου. Εκατοντάδες γνώριμα κι άγνωστα πρόσωπα, οικείοι μα και περαστικοί. Ο γείτονας που πλένει το αυτοκίνητο τις Κυριακές, η ταμίας της Εθνικής τραπέζης, το παιδί απ’ το Πακιστάν στο βενζινάδικο. Κι ακόμα οι άνθρωποι που νυσταγμένοι στα βαγόνια του μετρό, γερμένοι πάνω σε κινητά κι εφημερίδες, πετούν σταγόνες σάλιου, μικρές πιτσιλιές χασμουρητό πάνω στο χαρτί του εξωφύλλου και στην οθόνη αφής. Δεν έπρεπε, δεν ήθελα να τους κοιτάω. Ολάκερος ο κόσμος μου κι ο κόσμος των άλλων δεν άξιζε βλέφαρο χωρίς Εκείνη μέσα. Εκείνη με το Έψιλον κεφαλαίο, γιατί η λατρεία κι όχι η πίστη, είναι αυτή που χαρίζει στη γυναίκα τη θεϊκή της υπόσταση.

Συνήλθα με δυο στρογγυλές τάπες άσπρη γάζα, κάλυμμα των σιχαμερών πληγών. Βάλθηκα γρήγορα να μάθω να ζω με το καινούριο μου πρόσωπο. Τη λάτρεψα τη νέα μου μουτσούνα, μάσκα αληθινή και μόνιμη, μήτε εύθυμη μήτε και λυπημένη κι από κάτω το ίδιο σασί, ατσάλινο, κορμί ανδρικό, ικανό για καύλα και για πόλεμο, μόνο που δεν λαχταρούσε πια καμιά επιθυμία. Μήτε γαμήσι μήτε και θάνατο. Παρά έστεκε εκεί, μόνο και μόνο για να στηρίζει στην κορυφή του ένα κεφάλι αόμματο, το αποτέλεσμα μιας πράξης σεξουαλικού καννιβαλισμού, Εγώ, το θύμα κι η τροφή ενός θηλυκού praying mantis.

Ψηλάφησα με τα ακροδάχτυλα τις στέγες της μεγάλης πόλης. Επινόησα τον δικό μου κώδικα Braille χαιδεύοντας το ανάγλυφο στα σπίτια των ανθρώπων. Δώματα και κεραίες, τσίγκινες πέργκολες και πρόχειρες κατασκευές, γλάστρες κι απλωμένα ασπρόρουχα, κάθε κουκίδα στον πνιγερό και καυσαεριώδη ορίζοντα της Αττικής. Κι η σκαπάνη της αφής μου ξεσκέπασε λέξεις δυσνόητες, στρυφνές στα νοήματα και βαρετές …

 Τιμολόγιο
Ηλεκτροκαρδιογράφημα
Πεντάμηνη σύμβαση
Τέλη κυκλοφορίας
Δωροεπιταγή
Εκκρεμοδικία

Τότε το πήρα απόφαση. Τύπωσα διηγήματα κι ιστορίες σε χαρτί διαστάσεων Α0. Χαρτιά με ενέσιμο μελάνι, λέξεις σε εφημερίδα τοίχου που θεραπεύουν τους τρελούς και τους απελπισμένους. Ζαλώθηκα βούρτσες και έναν κουβά με γλουτολίνη. Ταπετσέρης και ποιητής μαζί! Σύρθηκα στην άκρη της πόλης. Κοκκινιά, Ταμπούρια, Πέραμα, σωστός τυφλοπόντικας, να σκουντουφλώ στα πεζοδρόμια και στις λακκούβες, να χύνεται η κόλλα απ’ τον κουβά και το αίμα απ’ τα γδαρμένα γόνατα. Τα τροχοφόρα να στριγγλίζουν μη με πατήσουν κι εκείνη η παρέα από αλήτες με τα μαύρα φούτερ και τις πειραγμένες εξατμίσεις, που με βρήκε και με χτύπησε, είπε να κοροϊδέψει τον τυφλό, μου ‘κλεψε το χαρτζιλίκι, μα φτυχώς δεν πείραξε την τέχνη που είχα για φορτίο. Γύρω στα μεσάνυχτα πρέπει να τέλειωσα. Κόλλησα τοίχους παλιούς, κολώνες και ΚΑΦΑΟ. Την επομένη το πρωί, η ζωή στην πόλη συνέχισε κανονικά. Αδιάφοροι περαστικοί, χωρίς κανένα λόγο, σκίζαν και ξεκολλούσαν στο διάβα τους ό,τι μπορούσαν απ’ τις αφίσες, αρσενικά σκυλιά κατουρούσαν στα σημεία από όπου είχα περάσει κι οι νοικοκυρές εξακολουθούσαν να τηλεφωνούν στις εκπομπές για να κερδίσουν σετ με κατσαρόλες. Κι εγώ … εγώ παρέμενα μες στο σκοτάδι … τυφλός μα ερωτευμένος.

4 Σχόλια

Filed under Uncategorized