Το μπανιστήρι

Fellini-1024x543

«… Ξεχάσατε κιόλας τα πρόσωπα των διπλανών σας, γιατί επικοινωνείτε με συσκευές, μέσ’ από αριθμούς και καλώδια»

Μάριος Χάκκας

Λένε πως από τότε που ο μπαρμπα-Γιάννης πήγε στη Χαλκίδα, ρίζωσε και δεν ξανάφυγε ποτέ. Έριξα την άγκυρα των ποδιών μου στο Μεγάλο Λιμάνι, άκοπα νύχια και μακρά, να γαντζώνουν στη γη, να τη σκαλίζουν κι εγώ να φρενάρω. Βρήκα ετούτο το δωματιάκι και «το ‘κλεισα» καθώς λένε στη γλώσσα των κτηματομεσιτών. Τώρα το ‘κλεισα, μ’ έκλεισε αυτό; Ποιος ξέρει; Μένω στο ταπεινότερο δρομάκι ολάκερου του Πειραιά, μια λουρίδα τόση δα, ένα μικρό ασφάλτινο χανζαπλάστ με σπίτια εκατέρωθεν. Χάνω το χρόνο μου όπως οι άλλοι χάνουν τα κλειδιά τους, αναζητώντας στο διαδίκτυο έπιπλα και διακοσμητικά που ποτέ δεν θα μπορέσω να αγοράσω. Ένα δανέζικο τραπεζάκι και για τον τοίχο ένα κεφάλι ελαφιού με κέρατα, τρόπαιο ψεύτικο και πολυεστερικό. Άλλωστε, τι χρειάζεται ένας άνθρωπος στις μέρες μας για να ζήσει εξόν από ένα στρώμα κι έναν υπολογιστή; Έτσι τα βράδια κουβαλώ παλέτες απ’ τα σκουπίδια, τα πρωινά καμώνομαι το μαραγκό, στο κάγκελο του μπαλκονιού με επισκέπτεται ένας χαζός κοκκινολαίμης, σαν σε έφοδο υπαξιωματικού, μου κελαηδά το σύνθημα. Όλη μου η μέρα γίνηκε μια σκοπιά, σωστό μπανιστήρι, κοιτάζω τους άλλους μέσα από μια τζαμαρία. Το χαμαλίκι μα κι η αρετή του γραφιά είναι η παρατήρηση. Κάλλιο να κατασκοπεύεις και να κρυφακούς παρά να ‘χεις διαβάσει όλου του κόσμου τα βιβλία. Οι κουτσομπόληδες πάνε ντουγρού για Νόμπελ!

Ο απέναντι, νεκρός από μήνες, σκόρπισαν τα παιδιά του στα σημεία της πόλης. Ξεπέσανε στο νοίκι. Ρήμαξε το σπίτι, μάθαμε πως το πήρε η τράπεζα να το χαρεί στον κώλο της. Μια μεσοτοιχία με χωρίζει από ταινία του Χάνεκε. Τριάντα εκατοστά πλαστικό χρώμα, σοβάς και τούβλο, στρώσεις ενός οικοδομικού μπισκότου, μου κρύβουν το πανί που πάνω του παίζεται η τελευταία σεκάνς απ’ τη ζωή του ζευγαριού των γέρων. Το μπάνιο τους συνορεύει με το γραφείο μου, ακούω συχνά καθώς γράφω το γέρο να αγκομαχά φτύνοντας στο νιπτήρα, ενώ πλένει το σκαλιστό σαν Σκυριανό ξύλο, μέτωπό του. Τα απογεύματα κάθονται αντάμα στο μικρό μπαλκονάκι κι ανάμεσά τους, ανάμεσα στα πρόσωπα και πάνω στο τραπέζι ένα χλωρός βασιλικός για να απωθεί τα κουνούπια. Κάθονται εκεί δίχως να μιλάνε. Τι να πουν; Τα ‘χουνε πει όλα σε εξηνταπέντε χρόνια ευτυχισμένου γάμου. Τις νύχτες ντρέπομαι σαν σκεφτώ πως μπορεί να ακούσουνε τα βογκητά των φιλενάδων μου. Όχι από σεβασμό στην ηλικία τους, αλλά από οίκτο για κάτι που δεν μπορούν να κάνουν, να χαρούν τα χαλασμένα πια σώματά τους.

Η άλλη … τριάντα χρόνια μέσα στον «Παπαστράτο», τρία στο από πάνω διαμέρισμα. Βρέθηκε στην ανάγκη η γυναίκα, συμφώνησε η πολυκατοικία να της δίνουμε εκατό ευρώ το μήνα κι εκείνη σφουγγαρίζει τις σκάλες, τινάζει το χαλάκι της εξώπορτας, ποτίζει τα φυτά της πιλοτής. Την πετυχαίνω στην είσοδο. Με καλημερίζει με τη φωνή του Βασίλη Καρρά, βραχνάδα καπνεργάτριας και κέφι καπνουλούς. Κάθε βράδυ σέρνει τα έπιπλά της δω κι εκεί, της πέφτουν αντικείμενα στο πάτωμα, τα χέρια της παραλύουν, χτυπούν και σπάνε τασάκια και τηλεκοντρόλ. Στοιχειώνει μονάχη της το ίδιο της το σπίτι γεννώντας θορύβους. Ζόρικο να μένεις μόνος με τη στέρηση μιας φασαρίας χαρμόσυνης, κάποιου δικού σου ανθρώπου. Η μεγαλύτερη αδικιά στις εύκρατες χώρες του Πρώτου κόσμου, είναι μια γυναίκα σε διπλό κρεβάτι με κάψα στα χείλη για μιαν άχνα, μια λαλιά.

Γυρίστε, γυρίστε και δείτε τους ανθρώπους δίπλα σας και πετάξτε τις λέξεις στο χαρτί σαν αναμμένα τσιγάρα, σαν ζάρια και σαν σπέρμα προϊόν αυνανισμού, οι λέξεις πρέπει να ανασκουμπώνουν αυτόν που τις διαβάζει. Κι αν δεν γράφετε πάλι γυρίστε να τους δείτε κι αναφωνήστε …

Μακάριος ο ταβερνιάρης που σαν κλείσει την κουζίνα πίνει κρασί με τους φίλους του

Μακάριος αυτός που ‘χει θερινό σινεμά κι έτσι βγάζει το ψωμί του, παίζοντας παιδικά κι ασπρόμαυρες ταινίες

Μακάριος ο αποθηκάριος στη σκοτεινιά της αποθήκης, μακριά απ’ των πελατών τα βλέμματα και του αφεντικού το ύφος, δουλεύει με ψείρες στα αφτιά ακούγοντας το αγαπημένο του τραγούδι

Όλα είναι μια πομπή, με κεφαλή, μέση και ουρά, με άρματα και πεζοπόρα τμήματα και μέσα της διάφοροι και διαφορετικοί.

Advertisements

2 Σχόλια

Filed under Uncategorized

2 responses to “Το μπανιστήρι

  1. Γειά σου!! Σε διάβασα μέσω ενός κοινού γνωστού και πολύ καλού φίλου. ΑΝΑΤΡΙΧΗΛΑ!!!!!! Συνέχισε!!!!!!

  2. οι λέξεις σου, όπου κι αν τις αγγίξεις κόβουν. όπως σε κάθε σου δημοσίευση. το πιο σπουδαίο έργο είναι η σύγχρονη Ελλάδα, που είναι δύσκολο να το καταγράψεις. εκεί είναι η μαγκιά.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s