Monthly Archives: Ιουλίου 2015

Διαλογή ονείρων

tumblr_mw75ixND9G1rdq51oo1_500

«Ευρώπη, Ευρώπη δεν είσαι τίποτ΄ άλλο, είσαι μονάχα η συνέχεια του Βαραββά».

Νίκος Καρούζος

Δεν το διάλεξα εγώ όλο αυτό. Είναι το πικρό μου καθήκον, καθαρό φορτίο κι άτιμος σταυρός που κουβαλώ. Μη με ενοχλείτε, σας είπα, είμαι άνθρωπος του καθήκοντος! Μικρός ήθελα πρώτα να γίνω ποδοσφαιριστής, μετά αρχαιολόγος, έπειτα … έπειτα ποιος ξέρει τι; Ακόμα κι εγώ ο ίδιος, εγώ δηλαδή που με αφορά, έχω ξεχάσει πια από χρόνια. Οι φιλοδοξίες τραβήχτηκαν γρήγορα, σαν μαλακία, χέρι πάνω – χέρι κάτω, με αυξανόμενη επιτάχυνση, απομονωμένος σε ένα δωμάτιο με άσπρα ντουβάρια, με έναν Τσαρούχη κι έναν Φασιανό κρεμασμένους και μπόλικη ιδιωτικότητα, σε κάποιο Κέντρο εξωσωματικής γονιμοποίησης ονείρων. Τα μάζεψα όλα σε ένα πλαστικό ποτήρι, τα όνειρά μου καταψύχθηκαν για αργότερα.

Δεν το διάλεξα εγώ όλο αυτό, μα βρήκα το επάγγελμά μου. Κάθε άνδρας της εποχής μου οφείλει να κάνει τέχνη. Δεν θα βρει να φάει, μα δεν θα έβρισκε ακόμα κι αν διάλεγε το οτιδήποτε άλλο για βιοπορισμό. Γρήγορα θα τον βρει ο χρόνος με ένα καρότσι να περιδιαβαίνει τις γειτονιές συλλέγοντας χαρτόκουτα, σκραπ κι εικόνες για τις μελλοντικές του δημιουργίες. Μετά τα χυτήρια και τα ανακυκλωτήρια, μετά το πενιχρό εισόδημα, το χαρτζιλίκι πείνας, η νύχτα θα τον βρει στο διαμέρισμα να γράφει λίγο βρώμικο ρεαλισμό, φλας μυθοπλασία, ιστορίες συμπυκνωμένες που πάσχουν από νανισμό, γραπτά μπονσάι δεντράκια.

Δεν το διάλεξα εγώ όλο αυτό, μα τούτο τον καιρό διαπράττω ύβρη απέναντι στα πεινασμένα πλήθη. Γέννησα απ’ το μυαλό μου μια ιδέα για μια εκπομπή μαγειρικής. Σπαταλώ τις ώρες μου σε ραντεβού και συναντήσεις με καναλάρχες, διευθυντάδες προγραμμάτων και «Έι, μάνατζερ, έχω κάτι φόβους για πούλημα!»*. Κανονίζω τα της αγοραπωλησίας της ύβρεώς μου. Σκέφτομαι, αν ζούσε ο Κνουτ Χάμσουν … μόνος και λιμασμένος με ένα κόκκαλο στα δόντια, γλείφοντας υπολείμματα ωμής πρωτείνης, θα έβλεπε την ιδέα μου στην τηλεόραση μέσα από το δορυφορικό πιάτο σε κάποια ταράτσα της Κοπεγχάγης και θα μου ‘ριχνε Παναγίες!

Δεν το διάλεξα εγώ όλο αυτό μα η ζωή μου γίνηκε μια Σαλαμίνα, περικυκλωμένη από σάπιο νερό και μολυσμένη θάλασσα. Ο πατέρας μου όσο πάει και μοιάζει του Θανάση –ίδια φαλάκρα– απ’ τους «Απόντες», δεκαεννιά χρόνια μετά την πρώτη προβολή, χορεύει μόνος του στην αυλή μακρύ ζειμπέκικο της ήττας για τη χαμένη φάρα μας. Όλη η έως τώρα Τέχνη έχωνε τα ποδάρια της στα παρακάτω παπούτσια :

Έρωτας

Επανάσταση

Θάνατος

Μα ο καλλιτεχνικός τούτος χορός του γέρου μου είναι ξυπόλητος με γανωμένες πατούσες. Νέα ήθη, καινά δαιμόνια!

Δεν το διάλεξα εγώ όλο αυτό μα φέτος θα παραθερίσω στην Αττική γη. Λουλούδια και καυσαέρια στο Θριάσιο, βουτιές με το κεφάλι στην Πειραϊκή. Θα πιάσω φιλίες και παρτίδες με γέρους και μετανάστες, φθηνά μαγιώ, μύκητες στα νύχια των ποδιών και κολατσιό απ’ το σπίτι. Θα απλώσουμε τις ψάθες μας πλάι στους αγωγούς των αστικών λυμάτων. Θα μοιραστούμε το φαί μας με αρουραίους, πλάσματα είναι του Θεού κι εμείς οι φτωχοί ξέρουμε από δίκαιες μοιρασιές κι έντιμες ξήγες!

Δεν το διάλεξα εγώ όλο αυτό μα θα χτυπήσω στα βράχια τους άχρηστους όρχεις μου σαν να ήτανε χταπόδια. Θα βάλω και το κορίτσι μου να καπακώσει τη μήτρα της με ένα ωραίο κοχύλι. Εμείς, δυο νέοι της γενιάς τους, που δεν θα κάνουμε παιδιά μήτε και τα ταξίδια που κάποτε θελήσαμε. Την Ιταλία του Καραβάτζιο με τα φθηνά δωμάτια, το άφθονο κρασί και τις μοιχίες. Την Κούβα του Χέμινγουεϊ και το Λος Άντζελες του Μπουκόφσκι. Ακόμα κι η Σκιάθος του Παπαδιαμάντη φαντάζει τώρα όνειρο θερινής νυκτός. Νυκτός από κείνες τις αποπνικτικές με τσιγάρο κι ερκοντίσιον. Μακριά μας πέφτει ο γραφικός λιμένας του Άγιου Κωνσταντίνου. Τα ναύλα μας φτάνουν μέχρι τις Αφίδνες. Τα όνειρά μας μέχρι τον έναστρο ουρανό.

*Στίχος του Γιάννη Αγγελάκα, ποίημα : HAPPY END II, από τη συλλογή «Πως τολμάς και νοσταλγείς τσόγλανε;», 1999.

4 Σχόλια

Filed under Uncategorized

«Ω Βιτσένζο!»

1f1k_20870082-thumb-large

«Σε κάποια Βέρα τέλος πάντων!»

Το κορίτσι που επιθυμώ γουστάρει το περπάτημα. Τούτες τις έσχατες στιγμές του κόσμου βολτάρουμε με τις ώρες μέσα στον αχανή ερηπιώνα της πρωτευούσσης. Τουρίστες, ταρίφες κι εμείς. Άλλοι κρύβουν τα λεφτά τους σε στρώματα και σεντούκια. Εμείς οι δυο τα επενδύουμε στο στομάχι. Κουζίνες του κόσμου και ταβέρνες ελληνικές. Κουβέντα να βαστάει την ανθρωπιά και τρίψιμο των ποδιών κάτω απ’ τα τραπεζομάντηλα. Κι ύστερα δρόμο! Ναός του Ολυμπίου Διός, Συγγρού, Κουκάκι, πιασμένοι αγκαζέ φουμάρουμε φτηνά τσιγάρα, της γαργαλώ την κλειτορίδα του εγκεφάλου, μιμούμενος τον Ρένο, τότε που δεν ήταν μαλάκας και ξεφτίλας, κωλόπαιδο του κερατά!

Το κορίτσι που ποθώ πάσχει από διαταραχές ύπνου. Έρχεται, πηδιόμαστε και φεύγει. Με εγκαταλείπει. Τούτη η μοναξιά με κάνει να αγαπώ το στενό χώρο. Κοιμάμαι στον καναπέ, τα πόδια μου κρέμονται, η πλάτη μου στριμώχνεται στα μαξιλάρια. Το άγριο ύφασμά του μου κατατρώει το δέρμα, το στιγματίζει με κοκκινίλες εκεί όπου οι άλλοι το κοσμούν με τατουάζ. Το κορίτσι είναι πλασμένο από άμμο και νερό στις ακρογιαλιές της Μεσογείου, μουνάρα όλο χυμούς, να τη στύψεις και να την πιεις στο ποτήρι! Έχει το κάτι τι απ’ τα κορίτσια του 50’, κομψή κι επικίνδυνη. Γόβες, ροκ εντ ρολλ και μίνι φούστα. Αλλά έτσι είναι η γενιά μου. Μεταπολεμική. Ανίκανη δια πάσα εργασία, ικανή για κάθε πράξη απρόβλεπτη, απερίσκεπτη κι ερωτική.

Έδωσα τα τελευταία μου χρήματα σε έναν άνεργο γραφίστα για να μου τυπώσει κάρτες επαγγελματικές. Στη μια όψη ονοματεπώνυμο, διεύθυνση κατοικίας, τηλέφωνα. Έτσι καμωμένες που όποιος θελήσει να μπορεί να με ξετρυπώσει. Για δουλειά, για συνέντευξη, έστω για να σπάσει πλάκα. Στην πίσω όψη διάλεξα να γράφει τα παρακάτω λόγια …

«Η μία μονότονη μέρα ακολουθούσε την άλλη. Και τίποτε δεν έδειχνε πως κάποτε τα πράγματα θα γύριζαν προς το καλύτερο. Συχνά λέω πως δε πρέπει να ‘χω παράπονο απ’ τη ζωή μου. Στο κάτω-κάτω μόνος μου διάλεξα να’ μαι αυτό που είμαι…»*

Ξύπνησα μόνος και σ’ απόγνωση, σχεδόν μπατίρης. Πήρα τις κάρτες μου στα χέρια και ξεχύθηκα στις πυρωμένες ασφάλτους. Ασθμαίνοντας, ζέστη και υγρασία, τράβηξα για τις τράπεζες όπου θα έβρισκα στα σίγουρα κόσμο μαζεμένο. Ουρές τούβλα από ντόμινο, ουρές από σάρκα, οστά κι ενδύματα, φίδια νωθρά και λάστιχα ποτίσματος σε κήπο εξοχικού που ‘χει να πατήσει ο ιδιοκτήτης χρόνια. Μοίρασα τις κάρτες μου μέχρις εξαντλήσεως του αποθέματος. Τώρα θα περιμένω, θα καρτερώ!

Κίνησα για το σπίτι του κοριτσιού. Θέλησα να είμαι δίπλα της, μέσα της, κάτω της, κοντά της. Στα έγκατα της παλιάς πολυκατοικίας ένα υπόγειο καφενείο. Μια όαση απόλυτης αδιαφορίας! Τσόχες και μπαρμπουτιέρες, κόσμος αλλιώτικος και 99.8 fm πειρατικό. Μπύρα κρύα και ντομάτα στα τέσσερα να ξαποστάσω. Εδώ τρώμε με τα δάχτυλα, εδώ κυριαρχεί το μίνιμαλ της οδοντογλυφίδας. Αποφάσισα πως η μόνη δουλειά μου σε αυτόν τον κόσμο είναι η καταγραφή όλων αυτών που κανείς δεν καταγράφει. Του ανθρώπου που περιμένει να πάει 05.00 το ξημέρωμα για να γυρίσει με το λεωφορείο. Του άντρα που κλείνει το ταξί για να πιει την είσπραξη.  Της ανύπαντρης  που τις νύχτες γυρνά στις γειτονιές με ένα τσουβάλι τροφή για γάτες.

Σήμερα στο κατώφλι των τριάντα μου χρόνων, πάνω που ο αφέτης χρόνος εκπυρσοκροτεί την εκκίνηση μια νέας κι αβέβαιης δεκαετίας, επιβιβάστηκα στο RO-RO Vessel ship «Βιτσένζος Κορνάρος».

«Ω Βιτσένζο τραγουδάς και πλέχεις!»

Ω Βιτσένζο τραγουδάς και πλέχεις, στα σωθικά σου από λαμαρίνα βγάζουν το ψωμί τους φίλοι μου παλιοί, φίλοι μουντζουρωμένοι, κατώτερα πληρώματα που κάναμε μαζί τσιγάρο σε σκοπιά, κάποιο βράδυ στη Σχολή των Ναυτικών Δοκίμων. Μόνος μετά από χρόνια, δίχως γυναίκα ή παρέα, τραβώ για τα Αντικύθηρα, έφηβος μες στους εφήβους, εθελοντής σε ανασκαφή, ερασιτέχνης. Σκαπάνη στο λιοπύρι και το απόγευμα καρπούζι και βουτιές, δημιουργός εγώ της συντροφιάς των ονείρων μου, από κείνα τα ίδια κι αρχαία υλικά, άμμο και αλμυρό νερό …

*Νίκος Νικολαϊδης, κινηματογραφιστής, συγγραφέας, (Αθήνα 25 Οκτωβρίου 1939 – 5 Σεπτεμβρίου 2007)

Σχολιάστε

Filed under Uncategorized