Αήττητα καλοκαίρια Χειμώνες ταπεινωτικοί

15940721_1220385161383623_5376017621165713756_n

 

«Σας βεβαιώνω ότι η ζωή είν’ απέραντη για όσους έσκυψαν ν’ αφουγκραστούν τον παλμό της. Για όσους αγάπησαν τον εαυτό τους περίπαθα, δεν έχει όρια σε όψες η γλύκα.»

Γιάννης Σκαρίμπας

 

Τα σπίτι μου υψώνεται γύρω απ’ το νεκροταφείο της Ανάστασης. Φαραώ μου είναι ο Ρουσσουνέλος. Μονόλιθοι ψηλοί φρουροί, σκύβουν και γέρνουν πάνω από μια γη μισερή, μπάλωμα λεύτερο, γραμματόσημο μες στα μπετά. Ιππεύω τη ράχη του λιμένα. Οπλισμένο το σκυρόδεμα μα άοπλος εγώ. Ρημάζουν τα προικώα διαμερίσματα. Χτυπάω το κεφάλι μου, σκοντάφτω στη γέρικη διακόσμηση, τα άκρα μου μελανιάζουν. Σύνθετα και κρύσταλλα, ροτόντες άλλης εποχής, μόδας ξεπερασμένης και μπαρ με στολισμένα παλιά λικέρ ξεθυμασμένα. Που και που μου φτάνει με το ΚΤΕΛ κάνα δέμα. Λάδι σε τενεκέ και σκόρπιες πατρικές συμβουλές πως έχω το μπούσουλα στραβό.

Κερατσίνι. Φώτα πορτοκαλί, τσίκνα μελαμίνης κι αιθαλομίχλη.

Κερατσίνι, κοντσέρτο για μεσοτοιχία, καυγάδες και σκούπα ηλεκτρική.

Κερατσίνι, Αγγελόπουλε και Φύσσα.

Κερατσίνι, δεν είσαι χώμα. Ο προορισμός μου είσαι.

Εγώ πάλι, στο σπίτι μου τους καλώ όλους. Άγνωστοι τραυλοί με λαχανιασμένες ανάσες, ρουφάνε το σκοτωμένο αέρα του βωβού δωματίου, καλύπτουν με την παρουσία τους την πνιγερή απουσία των ευτυχισμένων ημερών. Οι έσχατοι φίλοι μου στρίβουν ρολό το τελευταίο τους χαρτονόμισμα και το χώνουν βαθιά στο ζερβί τους ρουθούνι. Καθόμαστε ώρες ατέλειωτες γύρω από ένα ταλαίπωρο πολυκαιρισμένο τραπεζάκι, κατάστικτο απ’ τη βία θυμωμένων χεριών και κύκλων ατελών, ημισελήνων που αφήνουν των ποτηριών μας οι λεκέδες.  Ένας νεαρός παπάς διαβαίνει το δρόμο. Πιάνουμε τους όρχεις μας σφιχτά στη μέγγενη της απαλάμης. Γίναμε βλέπεις και δεισιδαίμονες, άλλο κακό να μη μας βρει!

Σώθηκαν τα χρήματα ξανά. Περιμένω το επίδομα όπως τα παιδιά το πρώτο τους μπάνιο, το πρώτο τους παγωτό. Μετράω τα χρήματα πολύτιμα σαν τα φιλιά. Περιμένω  ίσως έναν κλονισμό. Η αναμονή μου ομοιάζει με κείνη των οπαδών που συναθροισμένοι στο αεροδρόμιο, αναμένουν  την πτήση της θριαμβεύτριας ομάδας. Καρτερώ αήττητα καλοκαίρια, χειμώνες ταπεινωτικούς. Είμαι το οχηματαγωγό  η «Παναγιά της Τήνου». Σήμερα με ρυμουλκούν στην τελευταία μου κατοικία.

Σήμερα πλέω προς το διαλυτήριο.

Σήμερα, η δουλειά κι η ανεργία το ίδιο διαλύουν τα νιάτα.

Σήμερα ο πτωχός και το πτώμα την ίδια πτώση έχουν εντός τους.

Άυπνοι μήνες. Ασήκωτα πρωινά, καθηλωμένα απομεσήμερα. Τις νύχτες βγαίνω και τις ακονίζω πάνω στο τροχείο του φεγγαριού. Γέρνω έξαλλος στην κουπαστή της νύχτας. Κρατιέμαι. Πιάνω το πρώτο της γράμμα και το ανατρέπω. Κάνω το νι της νύχτας νύχι αιχμηρό, σκαλίζω το τραύμα που μου κατάφερε. Το σύμπαν μου μικρό και προσπελάσιμο. Αλβανοί πρωτομάστορες, ερωτικοί εμιγκρέδες και ξέμπαρκοι ναυτικοί. Μονήρεις πότες και πρώην τρελοί ραμμένοι μες στο κοστούμι της λογικής. Καθόμαστε τυλιγμένοι σε νάιλον μουσαμάδες, κάτω από πρόχειρες κατασκευές, καταδικασμένοι στο πιο ραφινάτο βασανιστήριο : Να ακούμε το χορό της ψιχάλας, μπαλέτο τα τακουνάκια της βροχής πάνω στον τσίγκο.

Ακουμπάμε τα χέρια μας στο χείλος της μπάρας, ο ένας πλάι στον άλλον, όλοι οι παρακατιανοί πιανίστες του μεσονυκτίου στη σειρά. Δάχτυλα κομμένα, δάχτυλα κίτρινα, δάχτυλα δουλεμένα. Δάχτυλα αναδευτήρες ποτών και δάχτυλα για πρόκληση εμετού. Τούτο το μαγαζί το διευθύνει μια σιδερένια γυναίκα. Σερβίρει μεζέδες και σάρκα λευκή. Θλιμμένες κονσοματρίς, φώτα που λαμπυρίζουν και ήχοι από σκυλάδικο.

Εγώ που πέρασα το μπόι των κυμάτων, χωρίς δουλειά, δίχως κορίτσι, μήτε λεφτά για το ταξί και τα τσιγάρα μου, σιωπώ. Γράφω στέρφες αράδες δίχως νοήματα υψηλά. Οι γραφές μου είναι περιγραφές. Ανήκω στην πιο ταπεινή συνομοταξία, τα σαμιαμίδια είναι φίλοι μου. Χαίρομαι το λάλημα του πετεινού και τη σκουξιά του γκιώνη. Είμαι ένα αγόρι στην Ύδρα που ονειρεύεται να γίνει οδηγός αγώνων. Ο πατέρας δεν θα μου δείξει το αμπραγιάζ, πως βάζουνε την πρώτη. Όμως εγώ θα γίνω!

Advertisements

2 Σχόλια

Filed under Uncategorized

2 responses to “Αήττητα καλοκαίρια Χειμώνες ταπεινωτικοί

  1. «Να ακούμε το χορό της ψιχάλας, μπαλέτο τα τακουνάκια της βροχής πάνω στον τσίγκο.»φράση που σου φτιάχνει εικόνα , ήχο και γλυκές αναμνήσεις

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s