Monthly Archives: Απρίλιος 2013

Δυστοπία

Image

«Ο 23χρονος φοιτητής είχε εξαφανιστεί από την ευρύτερη περιοχή της Νίκαιας απελπισμένος για τη δεινή οικονομική κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει και την αβέβαιη επαγγελματική του προοπτική».

Οι γονείς του έσπευσαν στην αστυνομία. Τους εξηγήθηκε πως τίποτε δεν μπορούσε να γίνει έως ότου παρέλθουν οι πρώτες 48 ώρες. Η εξαφάνιση δεν μπόρεσε να δηλωθεί. Σκέφτηκαν να ζητήσουν βοήθεια από εκείνη τη ρεπόρτερ. Φοβήθηκαν την προβολή, ντράπηκαν το ρεζιλίκι.

Το άψυχο νεανικό κορμί του βρέθηκε στις ράγες. Πλέον οι άνθρωποι που περπατούν, που στέκονται, που περιμένουν στις αποβάθρες των σταθμών έχουν τα μάτια τους δεκατέσσερα. Έχουν το νου τους. Ποιος θα είναι ο επόμενος που θα χιμήξει στο κενό; Αυτό είναι που μας χωρίζει απ’ το θάνατο. Για όσο ακόμα διαρκέσει. Μέχρι τότε η αγαπημένη μουσική των νεκρών θα παίζει στα ηχεία των σταθμών των τρένων. Έτσι για αποχαιρετισμό, σαν κατευόδιο. Ένας θα πηγαίνει για δουλειά κι άλλος για περίπατο και θα πενθούν σιγοτραγουδώντας. Ένας πλανόδιος με ακορντεόν θα σταθεί και θα τους συνοδεύσει. Όλα είναι τέχνη, μην την ψάχνεις!

Στα άλλα νέα της ημέρας … η κυβέρνηση σύναψε εμπορική συμφωνία με μεγάλο τεχνολογικό όμιλο του εξωτερικού παραγγέλνοντας πενήντα ειδικές κάμερες με σύστημα ανίχνευσης κίνησης με σκοπό να τις τοποθετήσει στις πιο πολυσύχναστες γέφυρες της πρωτεύουσας. Οι κάμερες θα καταγράφουν οποιαδήποτε ύποπτη κίνηση πολιτών που ετοιμάζονται να αυτοκτονήσουν  και θα στέλνουν σήμα σε ειδική μονάδα ψυχολόγων και ιατρών που θα περιπολεί στην περιοχή. Η Αθηνά, νέα και φιλόδοξη στο χώρο του κινηματογράφου και της σκηνοθεσίας, πολέμιος του ρεαλισμού, ακούγοντας την είδηση σκέφτηκε πως η ζωή σκηνοθετεί τις πιο φρικώδεις ταινίες τρόμου. Όλα είναι τέχνη, μην την ψάχνεις!

Ο Πάνος είναι κράχτης στο Μοναστηράκι. Βγάζει το ψωμί του ενοχλώντας τους περαστικούς. Την επόμενη φορά που θα τον συναντήσεις μην τον αγνοήσεις. Μπες μέσα στο μαγαζί. Μπορεί να είναι ο επόμενος. Θα χαρεί το αφεντικό του, θα χαρεί κι αυτός. Πριν γίνει κράχτης δούλεψε αμμοβολιστής. Τα σωθικά του Πάνου λιώσανε. Πριν λιώσουνε τα σωθικά του ο Πάνος έγραφε ποιήματα. Έγραφε ποιήματα σε χαρτάκια και κάθε βράδυ τα έριχνε κάτω από τις πόρτες των ανθρώπων. Κάθε βράδυ και σ’ άλλη γειτονιά. Όλα είναι τέχνη, μην την ψάχνεις!

Η Αλίκη είναι κοντή και το ξέρει. Η Αλίκη ξέρει να σχεδιάζει. Σχεδιάζει καλά και ζει στην πόλη που τίποτα δεν συμβαίνει ποτέ. Πριν μέρες ήρθε στην πόλη εκείνος ο ξεχασμένος ροκ τραγουδιστής, ένα ναυάγιο της ζωής. Διάβασε δυο ποιήματά του κι έπαιξε καμιά εικοσαριά από τις παλιές του επιτυχίες. Με τη βοήθεια κάποιων ποτών η Αλίκη έκατσε στον τραγουδιστή. «Έχω περίοδο» του είπε. «Είμαι βαμπίρ» της απάντησε κι έσκυψε να τη γλείψει. Άναψαν τσιγάρο. «Τι θες να κάνεις με τη ζωή σου κοντή;» τη ρώτησε. «Θα σχεδιάζω εξώφυλλα για μπάντες» του απάντησε. Όλα είναι τέχνη, μην την ψάχνεις!

Τα βράδια στο σπίτι μου τρίζουν συθέμελα τα συρτάρια. Μισοτελειωμένα κείμενα προδίδουν την παρουσία τους. Πνίγονται, βογκούν, ουρλιάζουν. Με κοιτούν με παράπονο που τα ‘χω αφήσει ατέλειωτα. Όπως με κοιτούν τα χύσια που’ ναι πεταμένα στο μωσαϊκό. Στριφογυρνώ στο κρεβάτι μου. Σκέφτομαι τα ατελή κείμενα, τα νεκρά σπερματοζωάρια, τα παλιά κρεβάτια. Αν ήμουν ο Αργύρης Χιόνης θα σου έλεγα «πες μου σε τι κρεβάτι θα κοιμηθείς να σου πω με τι εφιάλτη θα ξυπνήσεις» ή κάτι τέτοιο ή κάτι παρόμοιο τέλος πάντων. Όμως δεν είμαι. Άραγε σκέφτηκα ποτέ μου που πάνε όλα τα κρεβάτια όταν πάψουμε να ξαπλώνουμε πάνω τους; Σπάνε, κάποια γίνονται καυσόξυλα κι άλλα πετιούνται στις χωματερές. Κι όμως! Όλα κουβαλούν για πάντα την ηδονή, τον πόνο και τον ιδρώτα που ‘χουνε γνωρίσει. Όλα είναι τέχνη, μην την ψάχνεις!

Η πόλη αυτή θα εγκαταλειφθεί τόσο ξαφνικά όπως ξαφνικά εποικίστηκε. Οι άνθρωποι δεν θα προλάβουν να πάρουν μαζί τους τίποτε. Σταχτοδοχεία με τσιγάρα, πιάτα με φαί, βιβλία με σελιδοδείκτες. Όλα θα παρατηθούν στη μέση μπροστά στο κακό και την απειλή. Χρόνια μετά κάποιοι ερευνητές με άσπρες στολές, γάντια και μάσκες θα την επισκεφτούν. Ραδιενεργά ζώα θα διασχίζουν τις λεωφόρους, οι κούνιες που παίζουν τα παιδιά θα έχουν σκουριάσει. Οι ερευνητές θα στρέψουν τους φακούς τους στα σκοτεινά δωμάτια των πολυκατοικιών ανακαλύπτοντας την τέχνη εκείνης της εφιαλτικής δυστοπίας.

Advertisements

4 Σχόλια

Filed under Uncategorized

Η λάντζα της ζωής

Image

Ο θείος καπνίζει Sante άφιλτρο. Ο θείος πάσχει από καρκίνο του πνεύμονα. Και καρκίνο του λάρυγγα. Και καρκίνο της γλώσσας. Ο θείος έχει πλούσιο μούσι με λίγες γκρίζες τρίχες. Ο θείος μπορεί να έχει σακατεμένο οργανισμό μα το πουλί του σπαρταράει. Αν μπορούσε να σηκωθεί από το κρεβάτι θα κανόνιζε σίγουρα κάμποσες κοπελίτσες του αθηναϊκού κέντρου. Ο θείος είναι ανήμπορος. Πασαλείβει τη πιτζάμα του με γιαούρτι. Χέζεται πάνω του.

Ο Δημήτρης έχει το βαθμό του αρχικελευστή στο Πολεμικό Ναυτικό. Κάθε πρωί πηγαίνει στη μονάδα με το πενήντα κυβικών παπάκι του. Στο Δημήτρη δεν αρέσει να κυκλοφορεί με τη στολή. Ντύνεται στη δουλειά, κάθε μέρα στις 07:55 … ούτε λεπτό παραπάνω. Που και που κλέβει από τις αποθήκες ζάχαρη και ρύζι που προορίζονται για τους ναύτες. Στο μικρό γραφειάκι της υπηρεσίας του, ένα κλουβί από μπετόν και πλέξιγκλας, έχει μια τηλεόραση 16 ιντσών. Ο Δημήτρης βλέπει τούρκικες σαπουνόπερες, αγώνες ποδοσφαίρου, πρωινά μαγκαζίνο.

Η Γωγώ από τη Λούτσα είναι μαμά. Μαμά 25 ετών. Τούτη την ώρα κρατά με αγωνία το ακουστικό του τηλεφώνου της. Από στιγμή σε στιγμή θα βρίσκεται στον αέρα της αγαπημένης της εκπομπής. Η Γωγώ από τη Λούτσα σκέφτεται πως θα ακουστεί πιο ωραία αν συστηθεί στην ξανθιά παρουσιάστρια με το ψεύτικο μπούστο ως «Τζώρτζια από Αρτέμιδα». Η Γωγώ και όχι Τζώρτζια νόμισε πως με έναν γρήγορο γάμο και δυο παιδιά θα μοιάσει στην πετυχημένη ξανθιά παρουσιάστρια. Έπεσε έξω.

Εγώ διαβάζω. Το αγαπημένο μου λογοτεχνικό είδος είναι οι αγγελίες. Μη γελάς … αγγελίες! Κάθε αράδα και μια φωτογραφία της εποχής. Όλη η εφημερίδα κι ένας τόμος ιστορίας. Ζωντανό είδος, όχι λυρική ποίηση και μαλακίες!

«Ζητούνται Άτομα»

«Άτομα Άμεσα»

«Άτομα σοβαρά, υπεύθυνα και δραστήρια»

Ζούμε στη δικτατορία του ανώνυμου ατόμου. Ψάχνω εναγωνίως να βρω κάτι ή κάποιον που θα ζητά «Άτομα ασόβαρα, ανεύθυνα και οκνηρά» σαν εμένα και το θείο. Σαν το Δημήτρη και τη Γωγώ. Μια σπιθαμή ειλικρίνειας και αμεσότητας που θα λέει : «Μπάμπη ζητείσαι για να δουλέψεις. Μόλις πας 25 ετών θα σε διώξω και θα πάρω κάποιον άλλο Μπάμπη ή ίσως τον Αλέκο από την πάνω γειτονιά. Μισθός 300 ευρώ. Έλα που μου το σκέφτεσαι!».

Πέφτω τυχαία πάνω στη διαφήμιση της Clean-Robot. Είναι το πρώτο ρομποτικό σύστημα ξεσκονίσματος. Η κατασκευάστρια εταιρεία με μια λιτή διαφημιστική εξυπνάδα προωθεί το χάι-τεκ προϊόν : «Ξεσκονίζει το πάτωμα ΑΝΤΙ ΓΙΑ ΕΣΑΣ έτσι ώστε εσείς να έχετε περισσότερο χρόνο να απολαμβάνετε τη ζωή!». Ο ανήμπορος θείος, ο Δημήτρης κι η Γωγώ θα σπεύσουν να το αγοράσουν. Εγώ ταξιδεύω. Μπαίνω σε κόσμους και χρόνους ταραγμένους, κυβερνοπάνκ πολιτείες, νεκροταφεία αυτοκινήτων, τεχνολογικές Χούντες. Οτιδήποτε άψυχο, κρύο και μεταλλικό θα επιβληθεί, θα κατακτήσει. Ρομπότ για όλες τις δουλειές θα καταργούν τις δουλειές, θα καταργούν τις αγγελίες. Κι εγώ, ο ανήμπορος θείος, ο αρχικελευστής Δημήτρης κι η Γωγώ από τη Λούτσα θα έχουμε περισσότερο χρόνο για να κάνουμε έρωτα ή για να αυτοκτονήσουμε. Ως τότε …

«Ζητείται λαντζιέρης».

Μερικοί άνθρωποι δεν γίνονται ποτέ λαντζιέρηδες. Μερικοί άνθρωποι προτιμούν να πεινάσουν. Έχουν μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους. Αχ και να ‘ξεραν πως καμιά φορά οι μεγαλύτερες ιδέες γεννιούνται την ώρα που πλένεις πιάτα. Τάσσομαι λαντζιέρης λοιπόν στη λάντζα της ζωής. Με πλύση πολεμώ την πλύση και το ξέπλυμα που πάνε να μας κάνουν.

«Γεια σας! Για την αγγελία τηλεφωνώ».

4 Σχόλια

Filed under Uncategorized

Έχουν αποθρασυνθεί οι λύκοι

Image

Τα βράδια που είμαστε άδειοι εξασκώ με ζήλο την τέχνη της αντρικής κονσομασιόν. Όχι τόσο από ενδιαφέρον για τα έσοδα του μαγαζιού όσο για να μην βαριέμαι εγώ ο ίδιος. Ρίχνομαι με τα μούτρα στη δουλειά και την πέφτω στους μπεκρήδες θαμώνες. Λέω αστεία, υποδύομαι τον ακροατή,  ανέχομαι, υπομένω, μεταμορφώνομαι. Γίνομαι κομπογιαννίτης ψυχολόγος κι άγιος εξομολογητής.

Είναι ωραίο τούτο το μαγαζί. Το μπαρ των μοναχικών ανδρών. Πέτρα, δέρμα, ξύλο, αμερικάνικα μπλουζ και καλό ουίσκι. Πετάω κανένα αστείο, λέω πως πρόκειται για γκέι μπαρ. Είναι που σπάνια πατά εδώ μέσα τακούνι. Καμιά φορά βέβαια τα πράματα αλλάζουν στη στιγμή. Γυναικοπαρέες, σφηνάκια, Jethro Tull, λεσβιακά φιλιά!

Το αφεντικό έρχεται και σκύβοντας στο αυτί μου λέει «σώσε με, κάνε πως μου μιλάς». Καταλαβαίνω, γυρίζω το κεφάλι και βλέπω έναν ξερακιανό σαν αιγυπτιακό Φαγιούμ ή σαν βυζαντινή αγιογραφία να τον πολιορκεί για κουβέντα. Κάνουμε τάχα πως συζητάμε θέματα σχετικά με τη δουλειά. Μου λέει «Φαντάζεσαι τι δουλειά μπορεί να κάνει;». «Κοράκι!» απαντώ με σιγουριά. Το αφεντικό θα μου πει πως ο ξερακιανός είναι πιλότος. «Το ίδιο κάνει. Νεκρούς μεταφέρει κι αυτός. Μέχρι να πατήσει κάποιος τα πόδια του στη γη είναι νεκρός!».

Έρχονται κι άλλοι εδώ, περισσότερο ή λιγότερο παράξενοι. Ένας τύπος που έκανε ένα φεγγάρι στην τηλεόραση τη δεκαετία του 90’. Παρουσίαζε τους αριθμούς της λοταρίας κάθε βράδυ αμέσως μετά το δελτίο ειδήσεων. Μια μέρα, σε ζωντανή σύνδεση, μπέρδεψε τη γλώσσα του κι αντί να πει κληρωτίδα είπε κλειτορίδα. Τον απέλυσαν το ίδιο βράδυ. Έκτοτε έγινε αλκοολικός.

Ή πάλι εκείνος ο συγγραφέας. Έρχεται συχνά, πίνει τζιν σκέτο και μιλάει μόνο σε μένα. Δούλευε για χρόνια στη ρεσεψιόν ενός ξενοδοχείου ημιδιαμονής. Είχε εκδώσει κάποτε μια συλλογή διηγημάτων γεμάτη κωμικοτραγικές ερωτικές ιστορίες και άλλα ευτράπελα με τίτλο «Ο Γαμιστρώνας». Ταξίδεψε λίγο για να παρουσιάσει και να προωθήσει το έργο του. Θεσσαλονίκη, Πάτρα, Ηράκλειο … πήδηξε και μια δεκαριά θαυμάστριες και εξαφανίστηκε. Ο θρύλος λέει πως σταμάτησε να γράφει όταν αντίκρισε το βιβλίο του στα ράφια των σούπερ-μάρκετ. Κάποιοι άλλοι, πιο πειστικοί, λένε πως απλά στέρεψε από ιδέες.

Εγώ τα βλέπω όλα αυτά και χαίρομαι. Χαίρομαι τους ανθρώπους με τα πάθη τους, τις αδυναμίες τους, τα προτερήματά τους. Είναι ένας μικρόκοσμος, ένα ακόμα κύτταρο της διαφορετικότητας. Έξω από αυτούς τους τοίχους, τούτη την ώρα, σκοτώνουν αδέσποτους σκύλους και κλείνουν θέατρα. Τώρα είναι μόνο η αρχή. Έχουν αποθρασυνθεί οι λύκοι. Σκέφτομαι πως θα ‘ρθει καιρός που θα φτάσουν ως εδώ, θα σπρώξουν την πόρτα και θα ορμήσουν μέσα ουρλιάζοντας. Θα σπάσουν τα μηχανήματα για να μην ακούγεται αυτή η όμορφη μουσική. Έπειτα θα πάρουν τα μπουκάλια και θα πάνε στην τουαλέτα. Θα σύρουν κι εμάς μαζί, θα μας αναγκάσουν να το δούμε με τα ίδια μας τα μάτια. Θα ανοίξουν τα καπάκια και θα χύσουν όλο το αλκοόλ στη λεκάνη. Μαζί με το αλκοόλ θα ρίχνουν μέσα όνειρα, ιδέες κι ηδονές. Πριν φύγουν θα τραβήξουν το καζανάκι.

Η Φλωρεντία του μοναχού Σαβοναρόλα δεν θα ‘ναι τίποτα μπροστά σε αυτό που έρχεται. Ο φασισμός θα στραγγαλίζει κάθε τι γύρω μας. Θα σφίγγει τα δυνατά χέρια του στο λαιμό κάθε χαράς, πρόσκαιρης ή παρατεταμένης. Ό,τι μας ομορφαίνει, ότι φτιασιδώνει τις ζωές μας, από την ποίηση μέχρι τα κραγιόν, θα συγκεντρώνεται και θα καταστρέφεται. Στην αρχή θα είναι η Πλατεία Συντάγματος. Μετά κάθε γειτονιά, κάθε πλατεία πόλης και χωριού. Μπορεί να περάσουν και αιώνες.

Μια μέρα οι άνθρωποι θα αποφασίσουν πως δεν θέλουν πια να ζουν έτσι. Θα είναι λίγοι οι πρώτοι. Θα τους πουν τρελούς. Μια μέρα θα βγουν μέσα από τα σώματά τους γιατί θα βαρεθούν τις γωνίες των ώμων τους και τα στενά όρια από τα ακροδάχτυλα των ποδιών μέχρι τα μαλλιά του κεφαλιού τους. Θα πνίγονται μέσα σε αυτή τη σάρκινη φυλακή. Θα βγουν και θα γίνουν υγρά. Έτσι θα μπορούν να μπαίνουν σε οποιοδήποτε δοχείο και να παίρνουν το σχήμα του. Άλλος θα γίνεται κύβος κι άλλος σφαίρα. Όλοι διαφορετικοί.

Τότε μόνο θα μπορούν να υμνούν την απόκλιση, τα λάθη, τις αδυναμίες. Τα μπαρ που πίνουν πιλότοι, παρουσιαστές και συγγραφείς, οι παιδικές χαρές, τα γήπεδα, τα φανάρια κι οι στάσεις λεωφορείων, κάθε σπιθαμή γης που θα μπορεί να μαζέψει ανθρώπους, σωστούς ή στραβούς, θα είναι οι απελευθερωμένες περιοχές. Αυτό θα είναι μια αληθινή επανάσταση που δεν θα γραφτεί ποτέ σε κανένα εγχειρίδιο.

23 Σχόλια

Filed under Uncategorized