Monthly Archives: Μαΐου 2015

Το μπανιστήρι

Fellini-1024x543

«… Ξεχάσατε κιόλας τα πρόσωπα των διπλανών σας, γιατί επικοινωνείτε με συσκευές, μέσ’ από αριθμούς και καλώδια»

Μάριος Χάκκας

Λένε πως από τότε που ο μπαρμπα-Γιάννης πήγε στη Χαλκίδα, ρίζωσε και δεν ξανάφυγε ποτέ. Έριξα την άγκυρα των ποδιών μου στο Μεγάλο Λιμάνι, άκοπα νύχια και μακρά, να γαντζώνουν στη γη, να τη σκαλίζουν κι εγώ να φρενάρω. Βρήκα ετούτο το δωματιάκι και «το ‘κλεισα» καθώς λένε στη γλώσσα των κτηματομεσιτών. Τώρα το ‘κλεισα, μ’ έκλεισε αυτό; Ποιος ξέρει; Μένω στο ταπεινότερο δρομάκι ολάκερου του Πειραιά, μια λουρίδα τόση δα, ένα μικρό ασφάλτινο χανζαπλάστ με σπίτια εκατέρωθεν. Χάνω το χρόνο μου όπως οι άλλοι χάνουν τα κλειδιά τους, αναζητώντας στο διαδίκτυο έπιπλα και διακοσμητικά που ποτέ δεν θα μπορέσω να αγοράσω. Ένα δανέζικο τραπεζάκι και για τον τοίχο ένα κεφάλι ελαφιού με κέρατα, τρόπαιο ψεύτικο και πολυεστερικό. Άλλωστε, τι χρειάζεται ένας άνθρωπος στις μέρες μας για να ζήσει εξόν από ένα στρώμα κι έναν υπολογιστή; Έτσι τα βράδια κουβαλώ παλέτες απ’ τα σκουπίδια, τα πρωινά καμώνομαι το μαραγκό, στο κάγκελο του μπαλκονιού με επισκέπτεται ένας χαζός κοκκινολαίμης, σαν σε έφοδο υπαξιωματικού, μου κελαηδά το σύνθημα. Όλη μου η μέρα γίνηκε μια σκοπιά, σωστό μπανιστήρι, κοιτάζω τους άλλους μέσα από μια τζαμαρία. Το χαμαλίκι μα κι η αρετή του γραφιά είναι η παρατήρηση. Κάλλιο να κατασκοπεύεις και να κρυφακούς παρά να ‘χεις διαβάσει όλου του κόσμου τα βιβλία. Οι κουτσομπόληδες πάνε ντουγρού για Νόμπελ!

Ο απέναντι, νεκρός από μήνες, σκόρπισαν τα παιδιά του στα σημεία της πόλης. Ξεπέσανε στο νοίκι. Ρήμαξε το σπίτι, μάθαμε πως το πήρε η τράπεζα να το χαρεί στον κώλο της. Μια μεσοτοιχία με χωρίζει από ταινία του Χάνεκε. Τριάντα εκατοστά πλαστικό χρώμα, σοβάς και τούβλο, στρώσεις ενός οικοδομικού μπισκότου, μου κρύβουν το πανί που πάνω του παίζεται η τελευταία σεκάνς απ’ τη ζωή του ζευγαριού των γέρων. Το μπάνιο τους συνορεύει με το γραφείο μου, ακούω συχνά καθώς γράφω το γέρο να αγκομαχά φτύνοντας στο νιπτήρα, ενώ πλένει το σκαλιστό σαν Σκυριανό ξύλο, μέτωπό του. Τα απογεύματα κάθονται αντάμα στο μικρό μπαλκονάκι κι ανάμεσά τους, ανάμεσα στα πρόσωπα και πάνω στο τραπέζι ένα χλωρός βασιλικός για να απωθεί τα κουνούπια. Κάθονται εκεί δίχως να μιλάνε. Τι να πουν; Τα ‘χουνε πει όλα σε εξηνταπέντε χρόνια ευτυχισμένου γάμου. Τις νύχτες ντρέπομαι σαν σκεφτώ πως μπορεί να ακούσουνε τα βογκητά των φιλενάδων μου. Όχι από σεβασμό στην ηλικία τους, αλλά από οίκτο για κάτι που δεν μπορούν να κάνουν, να χαρούν τα χαλασμένα πια σώματά τους.

Η άλλη … τριάντα χρόνια μέσα στον «Παπαστράτο», τρία στο από πάνω διαμέρισμα. Βρέθηκε στην ανάγκη η γυναίκα, συμφώνησε η πολυκατοικία να της δίνουμε εκατό ευρώ το μήνα κι εκείνη σφουγγαρίζει τις σκάλες, τινάζει το χαλάκι της εξώπορτας, ποτίζει τα φυτά της πιλοτής. Την πετυχαίνω στην είσοδο. Με καλημερίζει με τη φωνή του Βασίλη Καρρά, βραχνάδα καπνεργάτριας και κέφι καπνουλούς. Κάθε βράδυ σέρνει τα έπιπλά της δω κι εκεί, της πέφτουν αντικείμενα στο πάτωμα, τα χέρια της παραλύουν, χτυπούν και σπάνε τασάκια και τηλεκοντρόλ. Στοιχειώνει μονάχη της το ίδιο της το σπίτι γεννώντας θορύβους. Ζόρικο να μένεις μόνος με τη στέρηση μιας φασαρίας χαρμόσυνης, κάποιου δικού σου ανθρώπου. Η μεγαλύτερη αδικιά στις εύκρατες χώρες του Πρώτου κόσμου, είναι μια γυναίκα σε διπλό κρεβάτι με κάψα στα χείλη για μιαν άχνα, μια λαλιά.

Γυρίστε, γυρίστε και δείτε τους ανθρώπους δίπλα σας και πετάξτε τις λέξεις στο χαρτί σαν αναμμένα τσιγάρα, σαν ζάρια και σαν σπέρμα προϊόν αυνανισμού, οι λέξεις πρέπει να ανασκουμπώνουν αυτόν που τις διαβάζει. Κι αν δεν γράφετε πάλι γυρίστε να τους δείτε κι αναφωνήστε …

Μακάριος ο ταβερνιάρης που σαν κλείσει την κουζίνα πίνει κρασί με τους φίλους του

Μακάριος αυτός που ‘χει θερινό σινεμά κι έτσι βγάζει το ψωμί του, παίζοντας παιδικά κι ασπρόμαυρες ταινίες

Μακάριος ο αποθηκάριος στη σκοτεινιά της αποθήκης, μακριά απ’ των πελατών τα βλέμματα και του αφεντικού το ύφος, δουλεύει με ψείρες στα αφτιά ακούγοντας το αγαπημένο του τραγούδι

Όλα είναι μια πομπή, με κεφαλή, μέση και ουρά, με άρματα και πεζοπόρα τμήματα και μέσα της διάφοροι και διαφορετικοί.

Advertisements

2 Σχόλια

Filed under Uncategorized

Τα μπλε μανικετόκουμπα

11262499_10153073484194093_2134562686334146776_n

“Her eyes are a blue million miles”

Captain Beefheart

Γεννήθηκα μες στην ταλαιπώρια. Παράνομες μεταγγίσεις, τριπλή περιέλιξη ομφάλιου λώρου, θερμοκοιτίδα. Μικρή κλινική, Κορυδαλλός, καλοκαίρι του 85΄. Ο πατέρας μου στους διαδρόμους και στο κυλικείο, κάθιδρος και μουσκίδι, πάλλευκος σαν το πανί, ψηλόλιγνος σαν το Χριστό, ένας Ίαν Κέρτις με μουστάκι κι ηπειρώτικη προφορά, κάπνιζε τα Καρέλια του χαλβαδιάζοντας τα καπούλια της μαίας, καθώς η μάνα μου σφάδαζε να με ξεγεννήσει. Ο πατέρας μου πιο όμορφος από ποτέ, ο πατέρας μου για τελευταία φορά όμορφος κι ένοχος για πρώτη.

Δυο χρονών και δώδεκα ημερών, κοιμάμαι μ’ ανοιχτές τις μπαλκονόπορτες, ακούω τους γδούπους των τροχών μες στις λακούβες και τα σαμάρια, καθώς τα φορτηγά διασχίζουν τη Λεωφόρο Σαλαμίνος. Η μάνα μου σκύβει από πάνω να δει αν ζω. Της υγραίνω το μάγουλο με το καθάριο χνώτο μου. Τα μικροαστικά διαμερίσματα σιγοψήνουν σαν προθερμασμένοι, τούβλινοι φούρνοι τις ιστορίες τους. Ένας καυγάς, κάποιο διαζύγιο, αλλού μοναξιά και πήδημα νιόπαντρων παραπέρα. Καύσωνας του 87’ … χίλιοι τριακόσιοι και βάλε νεκροί. Την τελευταία μέρα κείνου του λίβα, ο παππούς μπήκε στο σπίτι απ’ τη δουλειά. Ξέπλυνε σχολαστικά, με επιμονή χειρουργού, το γράσο από τα νύχια κι έκανε το χοντρό του, καθισμένος στη λεκάνη, λύνοντας σταυρόλεξα, φορώντας πρεσβυωπικά γυαλιά. Το βράδυ καβάλησε τη BMW R51/3 και κέρασε στου Διονυσίου, ουίσκια και ζεϊμπέκικα, έπαιρνα το όνομά του.

Τσούλησαν τα χρόνια σαν βοηθητικές ρόδες, μάθαινα ισορροπία κι έπαιρνα οδηγίες απ’ τη φωνή της Χασκήλ –Τα νιάτα τα μπερμπάντικα να μην τα χαραμίσεις-  το μόνο της ζωής μου σάουντρακ. Ήρθαν τα κορίτσια σ’ όλες τους τις εκδοχές. Κορίτσια που αγαπούν τον Μικρό Πρίγκιπα, σε βιβλίο, σε μπρελόκ, σε τατουάζ και τη φάτσα του Τσε Γκεβάρα σε βρακάκι. Κόρες ξαπλωμένες στα λιβάδια της Θράκης να τρων’ μαγιάτικο τριφύλλι και κόκκινα κεράσια, φτύνοντας κι επιστρέφοντας στα μούτρα μου κουκούτσια κι ερωτόλογα. Μια μικροπαντρεμένη με ακροδάχτυλα πιανίστριας, χιλιάδες φορές μόνη, θλιμμένη εκατοντάδες, άκουσα τη μουσική της, μουσική δωματίου σε νοικιασμένο γαμιστρώνα. Ένα μουνάκι γάλακτος, όρθιο με μονοκίνι στην ουρά για τις ντουζιέρες του κάμπινγκ της Αιγιάλης. Κοπέλες με κύφωση, γερμένες πάνω από πληκτρολόγια στα λογιστήρια του παγκόσμιου καπιταλισμού και μια νεαρή δικηγόρος στριμωγμένη μέσα σε βαρετά συνολάκια που έπινε στο οχτάωρο τζιν- στυμμένο, τάχα για τη δίαιτα, πιότερο για να κάνει κεφάλι.

Και τώρα Εκείνη, πνίγομαι 20.000 λεύγες κάτω από τη θάλασσα των οφθαλμών της, θαμπώνομαι απ’ το άλβεδο του ασπραδιού. Βγάζω τα μάτια της και τα ράβω σε εκείνο το παλιό καφέ σακάκι, καμαρώνω στον κόσμο για τα καινούρια μου μανικετόκουμπα. Χύνω μέσα της εκουσίως, από πρηνή θέση με τρεμάμενους γλουτούς, σπασμοί ηδονής στα κωλομέρια μου … τα Τικ του Έρωτα! Κάνουμε εισοδισμό στη ζωή, μια μικρή φράξια των δυο μελών, εργάζεται με συνομωτικούς κανόνες για την ανατροπή της πλήξης, το ξεθεμελίωμα του χρόνου.

3 Σχόλια

Filed under Uncategorized

Η πέτσα της χώρας

10349024_720182474737230_1500916828640638876_n

Στον Μήτσο Μ. , ναυπηγό στην Κινεζική πόλη Γουαντσού

Η Λούσσι κείνο το βράδυ ψηνότανε για παρτουζίτσα. Χόρευε ξυπόλυτη

– «μυστήριες ώρες,  το μπαρ αδειανό, με σκληρά ροκ εντ ρολ,  στριφογυρνάς στην πίστα» –

επιδεικνύοντας τις ξηρές και σκασμένες φτέρνες της, πατώντας με τις πατούσες της πιτσιλιές ποτού, απ’ αυτό που χύνεται στο ξύλινο πάτωμα, σαν σκουντήξεις τους μεθυσμένους, ρωτώντας τους προς τα που είναι η τουαλέτα. Ζουμερή και χτικιάρα μαζί, αλλού γερασμένη κι αλλού σφριγηλή, σε τράβαγε και σε απωθούσε μαζί. Μυστήριο πράμα! Έζεχνε η ανάσα της Stella Artois και ξινισμένο αέρα κάθε φορά που το στόμα της έσπρωχνε βίαια προς τα έξω τα λίγα κι αστεία, σπαστά ελληνικά της. Βέλγα, Γαλλίδα, Σουηδέζα; Θα σε γελάσω! Η Λούσσι έμενε σε κάποιο σκάφος. Γυρίσαμε και κοιτάξαμε μέσα απ’ τη τζαμαρία. Τα κατάρτια μπλεγμένα κλαδιά, τα κατάρτια ακανόνιστα σημάδια από τρεμάμενη βελόνα σεισμογράφου, πότε κοντύτερα και πότε ψηλότερα από τις πολυκατοικίες, τα κατάρτια διάκοσμος στην οριογραμμή του ορίζοντα της πόλης … Πασαλιμάνι, το αιώνιο, το πάντα ξάγρυπνο ενδιαίτημά μας!

Ξυπνήσαμε οι τρεις μας από μια δέσμη φωτός που τρύπωνε με ρεσάλτο διαρρήκτη μέσα απ’ το φινιστρίνι. Μέσα της χόρευαν, αιωρούμενα σωματίδια, σκόνη και καπνός, σωστοί κοσμοναύτες! Έπεφτε το φως πάνω στην ταλαιπωρημένη Λούσσι, λιάζοντας τον θώρακά της. Εισπνοή-εκπνοή, εισπνοή-εκπνοή. Το ψόφιο σπέρμα στο λαιμό και στα στήθη της λαμπύριζε, φάνταζε με ψηφίδες από σεντέφι … φίλντισι και ταρταρούγα τα ξεραμένα χύσια μας. Το σώμα της, σώμα μπουζουκιού που το’ χαν πιάσει, το ‘χαν κουρντίσει, το ‘χαν χουφτώσει, πενιά την πενιά, δυο δεξιοτέχνες – ψωλαράδες, βιρτουόζοι- του ρεμπέτικου τραγουδιού. Μέσα σε μιαν ορθόδοξη κι ιερά ολονυχτία, σηκώναμε τα βυζιά της ψηλά, τα πόδια της ψηλότερα, σα λιτανεία.

Τα θυμάμαι όλα αυτά τώρα που τηγανίζω αυγά. Οι πιο θαυμαστές απ’ τις θαυμάσιες αναμνήσεις, οι πιο αλλόκοτες απ’τις πιο σκοτεινές σκέψεις, με κατακλύζουν συχνά κατά τη διάρκεια απλών,ανούσιων, καθημερινών δραστηριοτήτων. Τηγάνισμα, χέσιμο, πλύσιμο, ξάπλα. Θυμάμαι τα πρώτα μας βιαστικά τσιμπούκια σε κάποιο επταώροφο γιαπί, τρίτη και τελευταία φάση της αντιπαροχής, κοπάνα από το φροντιστήριο, αγχωμένη η συμμαθήτρια, εμείς που μεγαλώσαμε τη δεκαετία του 90’, φιγούρα και λεφτά, SEGA, Πασόκ και Ίμια.

Ονειρεύομαι πως κάνω έρωτα με το κορίτσι της πρωινής εκπομπής. Το έχουν βάλει χάμω και του βάφουν το πρόσωπο, του χτενίζουν τα μαλλιά, πασαλείβουν τα μπούτια του με λοσιόν για την κυτταρίτιδα από βρασμένα φύκια, μέλια κι αντιοξειδωτικούς καφέδες. Μα εκείνο δεν μιλά, δουλειά του να μη μιλά, μόνο βουβά κοιτάζει με βλέμμα χαμένο το μάτι της κάμερας. Ποιος φέρνει τα ρομπότ πριν να ‘ρθει η εποχή τους;

Δεν μπορεί η ζωή να είναι μόνο γαμήσι, κάτι άλλο θα υπάρχει. Με κυριεύουν τα μεγάλα ερωτήματα. Γίνομαι Αντόνιους Μπλοκ. Γίνομαι Τελόνιους Μονκ. Σκακιστής και πιανίστας, πατώ πάνω σε πλήκτρα-ερωτήσεις, κάνω ροκέ στην περιέργεια. Τα βράδια κοιμάμαι με αναμμένο το φωτάκι του απορροφοτήρα, τριάντα χρονών άνδρας, φοβάμαι τον μπαμπούλα της ντουλάπας κι εκείνο το τέρας, το υποδόριο στην πέτσα της χώρας.

Σχολιάστε

Filed under Uncategorized